11/2/11

Κώστας Μαυρουδής, "Τέσσερις εποχές"

11.2.2011

(Είδα τον Κώστα Μαυρουδή σε μια βραδιά στον "Ιανό" αφιερωμένη στον Μ. Γκανά. Μου ψιθύρισε ότι εντός μίας εβδομάδος ΄΄βγαίνει΄΄ το νέο του βιβλίο. Το ρούφηξα δυο φορές και χθες το βράδυ κάθισα δυο ώρες στην καρέκλα...)  

Κώστας Μαυρουδής, "Τέσσερις εποχές"

Οι μέρες του πενήντα τρία
ή και του πενηνταεννιά
είναι πια μια παλιά ταινία
που δεν την παίζουν πουθενά.

Μπήκαν τα τανκς στη Βουδαπέστη
κι ο Τύπος σοκ μεγάλο υπέστη -
του Γκριμπωβάλ θαρρώ πως βλέπω
τα κανόνια
κείνα που αλλιώς πυροβολούν
και τον τιμούν αιώνια.

Το σπίτι μοιάζει καταφύγιο
- νύχτα παντού, στο μέσο ένα κηροπήγιο -
σ' ένα δωμάτιο η μητέρα αγκομαχάει
μια θεία δίπλα ευλαβικά παρακαλάει
μοιραίος χρόνος το πενηνταοχτώ
μεθώ τον πόνο μου με στίχους του Κοκτώ.

Ο χρόνος πίσω κι αν το θέλεις δεν γυρνάει
και μόνο μπρος ολοταχώς πάντα τραβάει
η "Αλεπού η Νεαρά" έχει γεράσει
μα απ' το σοκάκι της και πάλι θα περάσει
θα' ναι Χριστούγεννα στο μυθικό Ζαλτσβούργον
(δεν θα' χουν κάψει τον Ιούδα τον κακούργον)
κι ο γερο-Γιάνκης ξεναγός με το μπαστούνι
τον "Οδηγό" του κατατρώγει σαν μαμούνι
το χιόνι πέφτει και τα λόγια μας σκεπάζει
κι εγώ απ' το τζάμι έναν σκιέρ θα κάνω χάζι.

"Όλα'ναι εφήμερα ως την ανυπαρξία"
σκέψη στ' αλήθεια που σου φέρνει ασφυξία
τα εργαλεία του τσαγκάρη στα μουσεία
κι οι νιοι βλαστοί θροΐζουν σε αμεριμνησία.
Θέση στο μέλλον έχει η Φύση καπαρώσει
και τα δισέγγονά της λέει θα καμαρώσει.
Αλλά κι η Ποίηση θα απαθανατίζει
όσους ο Χρόνος σταθερά αδυνατίζει
άγαλμα στήνει ανθεκτικό σε "Αναπαυόμενο"
με φόντο στέρεο τον γιο του τον κοιμώμενο.

Αλλά εκτός απ' το Παρίσι και τη Ρώμη
την Μπανταλόνα, ή μια λουτρόπολη, ακόμη,
στέκει αθάνατο εδώ πέρα το Λουτράκι
φωτιά του θέρους, μ' εξαϋλωμένα ράκη.
Πώς να ξεχάσεις μία θεία καλλονή
μύθο, που ανέμενες με "θεία" προσμονή;
τον θείο Ζαν, μοναδικό και γόη
και τελευταίο επιζώντα μες στο σόι;
Κι αν βεβαιούται πως κανείς μας δεν θα μείνει
θα λάμπει, έστω, κόμη-τας η μπριγιαντίνη
και όλο μπρος θα εφορμάει η ζωή
με χτενισμένο... προς τα πίσω το μαλλί.

Σκέπτομαι και τους ηλικιωμένους
απ' τα θερμά λουτρά τους κάπως κρατημένους
πλοία να φεύγουν, κι άλλα να καταλαβαίνουν
μόλο που ανύποπτα την κλίμακα ανεβαίνουν.
Μα όταν τελειώνει μια εποχή αληθινά
αναλογίζονται τον κύκλο που αρχινά
κι αναρωτιούνται αν η ρόδα θα γυρίσει
στα ίδια μέρη αβλαβείς να τους αφήσει.

Υπάρχουν κι άλλα ξεχασμένα επεισόδια
γύρνα ανάστροφα και πέρνα... απ' τα διόδια
τότε που σμίγατε με μία Cumparsita
(τότε που ανέτελλε λαμπρή η "Σάντα Τσικίτα")
οι δίσκοι πέφτουν ζαλισμένοι απ' τις στροφές τους
τα χέρια κόβουν απ' τα φουστάνια τις ραφές τους.
Στα πλοία που'φευγαν για μακρινά ταξίδια
ψάχναν ταυτότητες, παράνομα πειστήρια
πέτρινες μέρες, γαρ, μετεμφυλιακές
ΕΡΕ, ΕΔΑ και ταραχές Κυπριακές.

Με άλλα ήθη τρέφονταν οι οικογένειες
με τρυφηλότητες οι αστοί και με ευγένειες
στο σπίτι ερχόταν ο γιατρός, μασκαρευόταν
με τη στολή του ξυλουργός σωστός ντυνόταν.

Της μόδας ήταν να μαθαίνεις αγγλικά
και να μιμείσαι τη ζωή απ' τις εικόνες
ν' ακούς τα λόγια του δασκάλου σου γλυκά
να σπέρνεις φράσεις που θα ζήσουν στους αιώνες.

Κι αν τα βιβλία φιγουράρουν μες στις σκόνες
οι ανιόντες κάτι έχουν σημειώσει
λέξεις που στέκονται στα χρόνια πίσω μόνες
και γνωμικά, ρήσεις που έχουνε στοιχειώσει.

Οι εποχές θ' αλλάζουν βέβαια ολοένα
χιλιάδες φιλμ θα λησμονούνται συντριμμένα
μα ευτυχώς της Γλώσσας το μακρύ ποτάμι
θα λέει πως τίποτε δεν πήγε, (χα!), χαράμι. -

Πέτρος Χριστοφιλίδης

8/2/11

Παρασυνδέσεις

Σαββάτο βράδυ ώρα οκτώ να πλησιάζει και τριάντα περίπου φιλοσοφικάριοι με μαύρα γυαλιά, πλερέζες και κράνη εφορμούν στην οδό Φρυνίχου και κατεβάζουν την τζαμαρία της προσόψεως ενός θεάτρου διαμαρτυρόμενοι για την άδικη διανομή μιας οικιακής πίτας από την οποία εκείνοι καταπώς λεν αποκλείστηκαν. Πίσω από τον συντετριμμένο υαλοπίνακα η πίτα σε στάσεις προκλητικές, προβαλλόμενη από ψηλά αλλά και από το πλάι, με τον φακό σε μια περίπτωση να έχει κολλήσει το γυαλί του πάνω στο ζαχαρένιο τοίχωμά της. Και δεν έφτανε αυτό, εισήλθαν από τον διάδρομο της εισόδου και αφού έκαναν τζάμι και φτερό το σοβαρό κυλικείο, έφτασαν ως την πλατεία και ωρυόμενοι κράυγαζαν "Φέρτε μας την πίτα καθάρματα, πού την έχετε κρυμμένη;". Η ξαφνική εφόρμησή τους ανάγκασε την μαγείρισσα του θεάτρου να καταφύγει στον εξώστη, ενώ τη μικρή της θυγατέρα στα κεραμίδια.
Την ίδια περίπου ώρα τριάντα ανύποπτοι ποδοσφαιρόφιλοι, παλαιοί οπαδοί του Θρύλου, σέρνονταν πάνω στον οδοντωτό πεζόδρομο του Αγίου Διονυσίου με κατεύθυνση το Μουσείο της Ακρόπολης. Οι δύο μπροστάρηδες της πομπής κουβαλούσαν ένα τεράστιο ταξιδιωτικό λεύκωμα κατάφορτο από παλαιές αλησμόνητες γηπεδικές εμπειρίες, εντός και εκτός Αττικής, εντός και εκτός επικρατείας, εντός και εκτός έδρας. "Ταξιδεύοντας με τον Θρύλο" επιγραφόταν η βίβλος, που ήταν από κείνες που έτσι κι έπεφταν πάνω σε ένα μάρμαρο ή σε μια πλάκα γραφείου, δεν ηδύνατο ουδείς να την αναστήσει. "Θρύλε στα χρόνια τα χαμένα, πάντα επιστρέφω κι έχω σένα", σιγοτραγουδούσαν νοσταλγικά, και το φως της Ακρόπολης αχνοφώτιζε λευκά μαλλάκια, γενάκια, δοντάκια. Ο ένας από τους τριάντα είχε ντυθεί αίμα κόκκινο, ο άλλος κόκκινος τερματοφύλακας, ο τρίτος κοκκινόδερμος. Στο Μουσείο οι επί της υποδοχής τούς οδήγησαν σεβαστικά στον ανελκυστήρα και τους συνόδευσαν ως τον δεύτερο όροφο. Σε λίγο τα πιάτα είχαν ντυθεί κοκκινογούλι και κοκκινόψαρο, ενώ το μεγάλο ταξιδιωτικό λεύκωμα εν είδει κηροπηγίου είχε σταθεί στο μέσο της τραπέζης και από κει έριχνε λοξές ματιές, ή και μπαλιές σε όσους προπονούσαν τις αναμνήσεις τους.
Κι ενώ οι τολμητίες του θεάτρου έφαγαν γρήγορα (σε περίπου 5΄) την ορμή τους, οι ποδοσφαιρόφιλοι ξεκοκκάλισαν ως το μεδούλι την ψαρομερίδα τους κάνοντας κατενάτσιο, δηλαδή τρώγοντας τις λέξεις τους με αργό βασανιστικό ρυθμό, σε σημείο που η γαλανομάτα γκαρσόνα που τους σέρβιρε τούς έπαιρνε τα πιάτα με βιαστικό εκνευρισμό κοιτάζοντας το μεγάλο στρογγυλό ρολόι της.
Κι όταν άδειασε πλέον ο χώρος του εστιατορίου, όλη η παρέα των συγκρατημένων φιλάθλων μπήκε στο σοκάκι του θεάτρου, όπου στα έκπληκτα μάτια όλων ζωγραφίστηκε η γυάλινη καταστροφή. "Θεέ μου", είπε ο ένας, "τι στο διάολο έγινε εδώ;". "Δεν καταλαβαίνεις;" του είπε με νόημα ο άλλος. "Τουρίστες από τη Σαλονίκη έπαιζαν μπάλα με τα παιδιά τους, αλλά, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι από αυτούς, ρίχνανε το τόπι στα περιστέρια...". "Ναι, ναι, έχεις δίκιο", είπε ένας από τους ουραγούς, και προτού προλάβει να αποσώσει τη φράση του άθελά του πάτησε ένα σφαγμένο πτηνό που έκειτο νεκρό σαν ματωμένη πετσέτα στο οδόστρωμα. "ΠαλιοΒούλγαροι", μούγκρισε ο προεξάρχων, "θα σας κόψουμε τον λαιμό με τενεκέδες", είπε και μάζεψε από κάτω ένα γυάλινο ορθογώνιο. Το κοίταξε υψώνοντάς το στο φως του φανοστάτη, φως με αίμα, είπε, και το έχωσε εν είδει σελιδοδείκτη μέσα στο λεύκωμα. Ξαφνικά ένα κόκκινο χύθηκε πάνω στο ασπρόμαυρο και το λαβωμένο γόνατο του πεσμένου τραυματία ύστερα από βίαιο τάκλιν έγινε πλέον πειστικό.