25/6/10

Μπερδεμένες ελλαδικές ιστορίες

25.6.2010

Έφτασαν οι Γάλλοι στα Επτάνησα και νά σου ο ύμνος στον Ναπολέοντα, ως σπορέα ελπίδων. Πού θα πάει, θά 'λθει και για μας η πολυπόθητη λευτεριά, κι ας περιμένουμε λιγάκι ακόμα. Στην "Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως" η Ανδρονίκη "ξυπνάει" τον αγαπημένο της λέγοντάς του ότι "εγώ πλέον γράφτηκα στην Φιλικήν Εταιρείαν, των Σκουφά, Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλου". Τελικά και παρά τας αντίξοας συνθήκας ξυπνάει και η Επανάσταση. Ο Σολωμός, λέει, καθόταν σε ένα ταβερνάκι και μόλις άκουσε τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, είπε αυθορμήτως τους πρώτους στίχους του ομώνυμου Ύμνου. Στο Μεσολόγγι τρώνε γάτες και ποντίκια, και η ομορφιά της Φύσης έχει σκαρώσει ένα παιχνίδι πειρασμού και αντοχής στους πολιορκουμένους. Λίγο είχε κατέβει στην Ελλάδα ο Κάλβος, και στον "Ωκεανόν" του μιλά συμβολικά για το πέρασμα από τη μεγάλη νύχτα στη μεγάλη μέρα. Τελικά φτάνουν οι Βαυαροί ως νέοι δυνάστες, και οι άνθρωποι του Φαναρίου υψώνουν την τέχνη ως την κεφαλήν των χριστιανικών καμπαναριών. Μέσα σε συνθήκες προστατευμένης ελευθερίας, αναπτύσσεται ο έρως και εμπεδώνονται κανόνες αιδούς και ευσεβείας. Ο Ραγκαβής στον "Λέανδρο" βάζει την Κοραλλία να απαντά αρνητικά στον θερμόαιμο ήρωα: "5 ημέρες γυρνούσα στον Πειραιά και το σκεφτόμουν. Τελικά με βοήθησε ο Θεός και δεν θα διαλύσω τον γάμον μου", αυτό ήταν το πνεύμα των λόγων της. Οπότε ο γάμος της σώζεται θεία βουλήσει. Μια άλλη Ελλάδα η Ελλάδα του 1850, με το αγροτικόν πρόβλημα οξύαιχμο και μονίμως εις τας επάλξεις της επικαιρότητος. Στον "Θάνο Βλέκα" οι αγρότες πυροβολούν και ο Θάνος πίπτει νεκρός.  Η αγαπημένη του στη συνειδητοποίηση του θλιβερού συμβάντος, πέφτει από το άλογό της και καταντά έκπνους. Ο Ρομαντισμός θέλει αχαλίνωτη φαντασία, σπουδή της Φύσης, ακόμα και θανατολαγνεία. Οι ποιητές στέκονται δίπλα στους τάφους και υμνολογούν την αλλοτινή ομορφιά των κορασίδων. Πού κείται, άραγε, η κοσμική ευτυχία; - ή μήπως μετά θάνατον βρίσκεται η ηδονή της ζωής; Από τέτοια μεταφυσικά ζητήματα κεντρίζεται ο άπιστος νους και ο Ροϊδης φτιάχνει μιαν ηρωίδα, την Ιωάννα, που μεταμφιεσμένη σε μοναχό παρωδεί τους μοναστικούς κανόνες, και μάλιστα πιάνει και σχέση με κάποιον Φρουμέντιο, και τους βρίσκουμε κάποια στιγμή και τους δυο στη Μονή Δαφνίου. Η "Εστία" κηρύσσει διαγωνισμό και το διήγημα ανατέλλει. Ο Βιζυηνός γράφει 6 όλα κι όλα, και σε ένα από αυτά ένα ραφτόπουλο θέλει να πιστεύει ότι θα γνωρίσει την όμορφη βασιλοπούλα. Ο Σκιαθίτης βιοπορίζεται με μεταφράσεις και κείμενα στον Τύπο, και υμνεί εμμέσως ''τον Θεόν του''. Η Εκκλησία ή η θρησκεία θέτει μια διαχωριστική γραμμή στις αντιλήψεις των ανθρώπων και των γραφιάδων. Η Ελλάδα περνά την πτώχευση του 1893, υποδέχεται τον ΔΟΕ και τον νέον αιώνα. Τα είδωλα του ελληνικού πολιτισμού θέλει ένας Γύφτος με ένα βιολί να αναδημιουργήσει και ο Παλαμάς φτιάχνει τον "12λογο".  Ενώ στη "Φοινικιά" τα λουλουδάκια των ριζών κοιτούν ψηλά το αιώνιο δέντρο και διαλογίζονται. Ο Αλεξανδρινός έχει περάσει από το Λίβερπουλ αλλά σκαλίζει συνεχώς τα ελληνιστικά ιστορικά επεισόδια, ενώ ένα βράδυ αφήνει την συμπαθητικήν ομορφιάν του Καισαρίωνος να μπει στην κάμαρά του. Μετά την ίδρυση του ΣΕΚΕ, αρχίζει η ιδεολογική γραφή και οι περιπέτειες της Αριστεράς θα τραβήξουν αμειώτως ως τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ επί ''Εθνάρχου''. Στον Μεσοπόλεμο, ''Τα Νέα Γράμματα'' γράψαν ιστορία, και οι διανοητές της ελίτ τραβάνε για τα παρθένα νησιά, Πόρο, Αίγινα, Μύκονο, Άνδρο. Οι Μικρασιάτες βάζουν τα κιλίμια στους τοίχους και φτιάχνουνε σουβλάκια και χαλιά, και η περίφημος "Γενιά του 1930" δεν θέλει το κλάμα του Καρυωτάκη. Ο σοσιαλισμός απλώνει δίχτυα στους τόπους της γραφής, στα χρόνια του 1930 παρουσιάζεται ως ιδεολόγημα η περίφημος "ελληνικότης", αρχίζουν οι πρώτες εξορίες επί Μεταξά, ο Τάσος Τούσης εμπνέει τον Ρίτσο για τον "Επιτάφιο" του 1936, ο Ελύτης ανεβαίνει στα βουνά της Αλβανίας, οι οργανώσεις έρχονται σε αντιπαράθεση, ο Εμφύλιος αφήνει κονσερβοκούτια στη μνήμη, όπως τους εκδοροσφαγείς επί Μεσοπολέμου στην Κόντρα Λαϊκού Κόμματος και Κόμματος Φιλελευθέρων, και μετά ο κλαυθμός και ο οδυρμός, οι χαμένοι σύντροφοι, στη Μακρόνησο όπως λέει ο "Λοιμός" του Φραγκιά μαζεύουν μύγες και παίρνουν δώρα, η αποσταλινοποίηση, η ποίηση της ήττας, το αίμα στα ποιήματα του Σαχτούρη, οι τουφεκισμοί στην "Σωτηρία". Η Ελλάδα του 1950 είναι μια άλλη Ελλάδα, δύο ταχυτήτων, ξερής και άνυδρης κατά τόπους γης. Ο Gastarbeiter πάει στη Γερμανία και μιλάει στην ψυχή του Χατζή στο "Διπλό Βιβλίο", ενώ στα "Στοιχεία της Δεκαετίας του 1960" κάποια κυρία Μίνα απαντάει με αισθηματικές συμβουλές σε ανήσυχους νέους και νέες της εποχής. Εξαίφνης έρχεται κάποια Δευτέρα του Απριλίου, όπου ο Έρωτας και ο Απρίλιος δεν χορεύουν ούτε γελούνε, και μπαίνει γύψος στο χέρι και στο στόμα των γραφιάδων, ο Ρίτσος με έτοιμες τις αποσκευές του φεύγει για τη Σάμο, και αρχίζουν πάλι οι μεταγωγές κελλιών και οι τσάμικοι χοροί. Στα "18" κείμενα κάτι πάει να ορθωθεί και ο κύριος Μένης κοιτάζει σκυφτός το πάτωμα μιας δικαστηριακής αίθουσας. Τελικά έρχεται το Πολυτεχνείο, η πτώση της Πύλης των νέων πολιορκουμένων (του Σολωμού), και κάπου μέσα στο πλήθος βλέπω την Ιωάννα Κ. και την Πέπη Ρ. Ο Κοτζιάς γράφει την "Αντιποίησιν αρχής" και οι δρόμοι είναι γεμάτοι με καμπαρντίνες και μαύρα κωμικά γυαλιά, πάνω από μουστάκι περιποιημένον. Ο Εθνάρχης κυλάει τη ρόδα προς τα μπρος και η αγορά "ανοίγει". Όταν πέφτουν τα πρώτα εοκικά χρήματα, κάποιοι τριγυρνούν στους δρόμους και γελάνε μετρώντας τα ψιλά. Τελικά, ελέω μιας τεχνολογικής επανάστασης, γράφουμε όλοι πλέον τους πόθους μας και τους βάζουμε σε δέματα προς φίλους και εχθρούς, που αν σκάσουν, διαλύουν σχέσεις και αγάπες αιώνων. Αμήν, Κύριε.

Π.Χ.

22/6/10

O ''Άγιαξ" με τα μάτια του Μανόλη Αναγνωστάκη

22.6.2010

(Το κείμενο είχε αναδημοσιευθεί στην εφημερίδα SportDay, την 25.6.2005. Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αυγή τον Οκτώβριο του 1984 και αναφερόταν στον θρυλικό Άγιαξ της 3ετίας 1971-1973. Λόγω Μουντιάλ, ας γυρίσουμε και λίγο... πίσω για να θυμηθούμε στιγμές του ποδοσφαιρικού παρελθόντος...)

ΑΓΙΑΞ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η μεγάλη κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών), περνά ο Μεγάλος ΑΓΙΑΞ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη BELLA DONA δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.










Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες που ανατρέπουν τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μία επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα άξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- πολλούς τίτλους ή διεθνείς διακρίσεις όσοι μετρούν τις αξίες με συσσωρευμένα μετάλλια και μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα μήπως κληρονομείται η ιδιοφυϊα;
Ό,τι υπήρξε πριν τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία. Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων, της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδόσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
"Χορταίνουμε" μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούργιους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας θυμίσει άραγε κάποιος καμιά φορά πάλι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του '70;
Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ.

Μανόλης Αναγνωστάκης

(Διά την αντιγραφήν: Π.Χ.)

Η μεταδημοκρατία, τα δελτία ειδήσεων και η διαχείριση της κρίσης

«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν»
(Πράξεις Αποστόλων, 26,14)

Mακρά η ιστορία της ουτοπίας και των τόπων της. Aπό την Πολιτεία που ο Πλάτωνας περιγράφει στο ομώνυμο έργο του και την Aτλαντίδα, ως μυθική κοινωνία και ιδεώδη κοινωνία, μέχρι την πολιτεία στα σύννεφα, που βάζει τα πουλιά να στήσουν ο Aριστοφάνης στους Όρνιθες, τη Nεφελοκοκκυγία, από τις ουτοπίες της Aναγέννησης μέχρι την Oυτοπία του Tόμας Mουρ (1516), από την ουτοπική πολιτεία που περιγράφει ο Σαίξπηρ στην Tρικυμία (1621) μέχρι τη Nέα Aτλαντίδα του Φράνσις Mπέικον (1627) και το «ονομαστό βασίλειο της Mακαρίας» του Σάμουελ Xάρτλιμπ, την «Πόλη του Ήλιου» του Tομάζο Kαμπανέλα (1623) μέχρι τις «Aυτοκρατορίες του Ήλιου και της Σελήνης» του Σιρανό ντε Mπερζεράκ και τα «Φανταστικά Δεσμωτήρια» του Tζοβάνι Mπατίστα Πιρανέζι (1745-1760), και από τα φαλανστήρια του Σαρλ Φουριέ, τα πειράματα «ολοκληρωτικού σοσιαλισμού» του Tζ.-B. Aντρέ Γοδέν, τα «φαμιλιστήριά» του και τις κοινότητες που χρηματοδότησε στο Nτάλας και στο Tέξας (1854-1855) μέχρι τις ειδήσεις από την Oυτοπία του Oυίλιαμ Mόρις (1890) και την Kαινούργια Iκαρία που εγκαταστάθηκε στο Nάουβο του Iλινόις και εμπνέεται από τις αρχές του Eτιέν Kαμπέ (Tο ταξίδι στην Iκαρία εκδόθηκε το 1840) και τις αριστερίστικες κοινότητες του ύστερου Μάη του ’68, η ουτοπία περιγράφεται ως ένας ιδανικός τόπος διαμονής, τόσο όμορφος να ζει κανείς, ώστε είναι περίπου απρόσιτος, αντικείμενο θαυμασμού.

Ένας τόπος αλλού

Τόπος ευτυχίας, συγχρόνως «τόπος του πουθενά», τόπος «αλλού», η ουτοπία συνδέεται με την εμφάνιση του ατόμου ως ρυθμιστή του πεπρωμένου του και κινητήριας δύναμης της Iστορίας, του ατόμου με ελεύθερη βούληση και ελευθερία δράσης, ικανότητα σκέψης και αυτοστοχασμού. «Bλέπουμε καλύτερα γιατί οι ουτοπίες εκκολάπτονται στο έδαφος της Δύσης και, αρχικά, εκεί όπου αναδύεται η νεωτερικότητα, δηλαδή στην Iταλία και την Aγγλία, έπειτα εκεί όπου η πίστη αμφισβητείται, όπως στην Aγγλία και τη Γερμανία, όπου η λογική θεωρητικοποιείται, δηλαδή στη Γαλλία, και όπου η ελευθερία θεωρείται αυτονόητη, όπως συμβαίνει σε όλη την Eυρώπη και τις Hνωμένες Πολιτείες, αυτή την πέρα του Aτλαντικού Eυρώπη», σημειώνει ο Γάλλος καθηγητής Φιλοσοφίας στη Nαντέρ Tιερί Πακό, στο βιβλίο του H ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες (μτφ. Δημήτρης Δημουλάς, Scripta 1998).

Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει και ο κατάλογος ουτοπιογενών καταθέσεων που παραθέσαμε – και υπάρχουν πλείστες όσες. Κάθε εκπλήρωση, επεσήμαινε ο Μαρκ Μπλοχ σε έναν διάλογό του με τον Τέοντορ Αντόρνο, δεν είναι ακόμη πραγματική ή νοητή ή αξιωματική χωρίς να υφίσταται κάποιο κατάλοιπο ανεκπλήρωτου και αυτή η «σκόπευση του πλεονάζοντος αφήνει την οποιαδήποτε εκπλήρωση στόχου με τη μελαγχολία αυτού του κρίσιμου κατάλοιπου του ανεκπλήρωτου, εντός του οποίου η ουτοπία ανανεώνει τη σημασία και τη σπουδαιότητά της και καθίσταται μια άσβεστη πηγή και ένας υποκινητής του πλέον αναστοχασμού σε όλες τις σφαίρες του ανθρώπινου και του κοινωνικού», σημειώνει εύστοχα ο Στέφανος Ροζάνης στο πλαίσιο της εισαγωγής του στον τόμο Τρία κείμενα για την ουτοπία (μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Μεταίχμιο, 2007). Με αυτούς τους όρους, η ουτοπική πρόσβλεψη συνιστά οικουμενισμό του πλεονάζοντος και του ουσιαστικού, συστήνει μια ανατρεπτικότητα. Τούτης της πρότασης ανατροπής του υπάρχοντος η ουτοπική παρόρμηση συνιστά εικόνα, μια εικόνα τού τι πρέπει να υπάρχει, για να θυμηθούμε τον Μάρτιν Μπούμπερ (Μονοπάτια στην ουτοπία, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2000). Επομένως, αν οι ουτοπίες συγκροτούν και συστήνουν εν δυνάμει πραγματικότητες μέσα στο πραγματικό, αν, δηλαδή, δεν υφίστανται ακόμη με την έννοια της δυνατότητας, θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν μόνο αν κάναμε κάτι για αυτό, «όχι μόνο να ταξιδέψουμε εκεί, αλλά επειδή ταξιδεύουμε εκεί, το νησί της ουτοπίας αναδύεται από τη θάλασσα του πιθανού –ουτοπία, πλην όμως με νέα περιεχόμενα», για να προσφύγουμε στη καίρια παρατήρηση του Ερνστ Μπλοχ για την Ουτοπία του Τόμας Μουρ (Κάτι λείπει, μτφ. Στέφανος Ροζάνης, Έρασμος, 2000).

Από την ώθηση προς τα εμπρός στη φυγή μακριά

Όταν, όμως, ο Μουρ σκιαγραφούσε έναν κόσμο απρόσβλητο από απρόβλεπτες απειλές, ο πειραματισμός και ο αυτοσχεδιασμός ήταν βασικά προτάγματα της εποχής του. Ο Μουρ γνώριζε ότι ένας κόσμος απαλλαγμένος από ανασφάλεια και ποικίλους φόβους ήταν απλώς ένα όνειρο, ο κόσμος τότε ήταν αισιόδοξος, οιστρηλατημένος από την πρόοδο, «την πραγματοποίηση των ουτοπιών», σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουάιλντ.

18/6/10

"H γεύση του καπνού στο στόμα σου"

18.6.2010

Η Ιωάννα Λυμούρη - Φέτση συνέγραψε το με τον παραπάνω τίτλο επιγραφόμενο θεατρικό έργο (εκδ. Γράμμα), το οποίο παραστάθηκε στον "Φούρνο" από την Θεατρική Ομάδα Amor Omnia το 2006. Διαβάζοντας το έργο, εισχωρεί κανείς στο πεδίο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και μέσα από την προσωπική ιστορία και σχέση των Οδυσσέα - Κάλιας και Αλέξη γεννώνται σκέψεις γύρω από το ζήτημα της συναισθηματικής ισορροπίας, με την οποία ή άνευ της οποίας βαδίζουν πολλοί σύγχρονοι ήρωες. Όταν συντρίβονται οι οικογενειακές σχέσεις, καθένα από τα μέλη της "κοινότητας" κουβαλάει τα μυστικά του τραύματα, που είναι πολύ δύσκολο να κουκουλωθούν και τα οποία μετασχηματίζονται σε ένα μόρφωμα αποτελούμενο από υπεροψία, αλαζονεία, εγωισμό, εξουσιαστική διάθεση και την ίδια στιγμή από ενοχικές πιέσεις, χάσματα αυτοκριτικής, αυτοσαρκασμό και οδυνηρή ενδοσκόπηση. Ο χωρισμός διαλύει τη σχέση του ζεύγους και η συνέπεια αυτού του συμβάντος είναι η αποδυνάμωση και των δύο κεντρικών προσώπων. Αλλά, ωσάν μεταδοτικός ιός, το χαλασμένο κύτταρο της οικογενειακής δομής υπονομεύει και διαβρώνει και όλες τις μεταγενέστερες παρα-οικογενειακές σχέσεις. Ο πατέρας νοσταλγεί τα ωραία πρώτα χρόνια της σχέσης του και προσπαθεί με τη βία να επαναφέρει, ματαίως βέβαια, την πρότερη ατμόσφαιρα, όταν διακόπτει το ανελέητο κατηγορώ του εναντίον της μητέρας. Η μητέρα παγιδευμένη και αμήχανη μπρος στο δίπολο ή ζεύγμα "οικογένεια, μητρότητα - επαγγελματική ανέλιξη, καριέρα" γίνεται δέκτης επικρίσεων για την "ανικανότητά" της να εκτελέσει ορθά τους αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους της. Το παιδί, σαν χαμένο, βυθισμένο στα σκοτάδια άγνοιας του παρελθόντος, αρχίζει και αυτό να δηλητηριάζει το πνεύμα του με φοβίες και υποψίες, προσπαθώντας να ερμηνεύσει πρόσωπα και πράγματα. Πατέρας, μητέρα και παιδί ζουν το "ανικανοποίητο" στις σχέσεις τους και ουσιαστικά διαψεύδουν τα "περί αυταρκείας". Η κοπέλα, η φίλη του παιδιού, χωρίς να το θέλει, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει και αυτή μέσα στο σκοτεινό τούνελ των διαταραγμένων σχέσεων των προηγουμένων. Το έργο υψώνει ως βασικότατο παράγοντα οικογενειακής ευτυχίας και αρμονίας την παρουσία της Μητέρας, ως τροφού, ως παιδαγωγού, ως φορέα αγάπης και δείκτη καθαρών αξιών. Οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές του έργου (οι υπόλοιποι 2 είναι η φίλη του παιδιού και ένας ψυχίατρος-παρατηρητής της εσωτερικής ζωής) είναι όντα που ζητούν τη συμπάθειά μας, συντετριμμένα όπως είναι, αδύναμα να οργανώσουν την προσωπική τους ζωή με τρόπο τέτοιον ώστε να της δώσουν ρυθμό χαρωπό, τόνο ευφρόσυνο, μουσική ηδονική, μοιάζουν να τρεκλίζουν και "δαιμονισμένα" να παρασύρονται σε μάχες λόγων, ελέγχους εγκυρότητας της αληθείας, ανακριτικούς και νευρωτικούς διαλόγους. Ο καθένας έχει κάνει με τον τρόπο του κακό στον άλλον, ώστε το "τρίο" να συναποτελεί ένα πεδίο βλαβερών συνεξαρτήσεων. Απόδειξη τρανή ότι όταν κάτι δεν μας πάει καλά στη ζωή μας, ένας άνθρωπος ή περισσότεροι αποτελούν την αιτία της κακοδαιμονίας μας.
Η συγγραφέας δίνει δείγμα του δυναμισμού και συνάμα της νοσηρότητας των σύγχρονων (οικογενειακών) σχέσεων, που δυναμιτίζονται από την ισχύ των χαρακτήρων, την τάση επιβολής, την αδιαλλαξία, τη μοίρα του παρελθόντος που σαν σκιά πέφτει πάνω στο σώμα του παρόντος.
Το έργο τελειώνει με τρόπο δραματικό: με τον θάνατο της μητέρας, επιβεβαιώνοντας την πρόβλεψη του αναγνώστη ότι λύση θετική δεν θα βρεθεί και ότι το αδιέξοδο των σχέσεων φέρνοντας στο ρινγκ ξανά και ξανά τους ίδιους παλαιστές, δεν τους οδηγεί στη λύτρωση ή στην κάθαρση, αλλά στην πτώση, στη φθορά, στην καταστροφή.

Οι ήρωες δεν μπορούν να αποκοπούν από το παρελθόν τους και φέρουν τη "γεύση του καπνού στο στόμα τους".

Πέτρος Χριστοφιλίδης

16/6/10

Oι 700 προτάσεις

16.6.2010

Πώς κρίνουν αυτοί που εξουσιοδοτούνται να κρίνουν όσα τίθενται προς κρίσιν ενώπιον ειδικών και ανθρώπων;
Η ερώτηση αυτή απαντιέται με αναγωγή στις αισθητικές θεωρίες, στα θεωρητικά μοντέλα, στις σχολές σκέψης, στα ρεύματα και στις ιδεολογίες. Σίγουρα αυτός που κρίνει θα έχει και τα πιστεύω του και τα μ' αρέσει του. Υπό ιδανικές συνθήκες, πρέπει να τυφλώσουν τις εσωτερικές - πνευματικές ροπές τους και να γίνουν μηχανή εξαγωγής κρίσεων, απόλυτη, αμερόληπτη, απροκατάληπτη. Με τις κρίσεις των κρινόντων σώζονται καριέρες, γράφονται ιστορίες, βυθίζονται σχέδια. Έρχονται στην επιφάνεια τα καινούργια και πέφτουν στο σκοτάδι (ενδεχομένως) τα παλαιά και αναγνωρισμένα, εάν δεν επικρατούν με την προϋπηρεσία της δόξας τους.

Τα σκεπτόμουνα όλα αυτά γυρνώντας από μιαν εκδρομή κατά την οποία είχα την τύχη να ξεμοναχιάσω τη Λουκία Ρικάκη, η οποία διευθύνει έναν καλλιτεχνικό θεσμό στα Δωδεκάνησα (Κω και Ρόδο) που προβάλλει τον παγκόσμιο σύγχρονο κινηματογράφο. "Και πόσες ταινίες βλέπετε;" "Ου, καμιά επτακοσαριά", λέει η Ρικάκη, άλλες μεγάλης κι άλλες μικρής διάρκειας, όλες τις ώρες της ημέρας, ακόμα και στο μέσο της νύχτας. Κρατώντας σημειώσεις. Και έχοντας βέβαια στο πλευρό της ορισμένα λαγωνικά, που της φέρνουν το πράμα, από Δύση και Ανατολή.
Μάλιστα της ζήτησα να μου γράψει στο χαρτί ορισμένες ταινίες που είδε τελευταία και οι οποίες ''της έμειναν". Μου έγραψε δύο, εξηγώντας μου βέβαια ότι δεν πρόκειται για εμπορικό σινεμά. Η μία μεταφράζεται στα ελληνικά "Το σύστημα", και κατ' αυτήν η δράση μεταφέρεται σε φτωχογειτονιές της Νότιας Αμερικής (Περού μου είπε; Βολιβία; δεν το θυμάμαι), όπου ένας (;) μουσικός έχει την υπέροχη ιδέα να μαζέψει τα παιδιά των δρόμων και να τα σώσει από την πρέζα, πώς; Μαθαίνοντάς τους ένα εντόπιο παραδοσιακό όργανο (σαν να λέμε εμείς τη λύρα) και σχηματίζοντας μια τεράστια ορχήστρα από εκατοντάδες παιδιά-οργανοπαίχτες, που γίνονται μια φωνή, μια γροθιά και μια μελωδία εις τον κόσμον των παρανόμων και των διεφθαρμένων.

Αλλά και ο Γιώργος Λούκος που διευθύνει το Φεστιβάλ Αθηνών εξηγούσε στην Κατερίνα Ζαχαροπούλου τα της δουλειάς του: ''Δεχτήκαμε περίπου 700 προτάσεις, απ' αυτές γύρω στις 100 θα προκριθούν. Δεν σεβόμαστε τόσο τα γνωστά ονόματα. Μας εντυπωσιάζει η δίψα των νέων. Πολλούς από αυτούς τους επιλέγουμε όταν δούμε ότι έχουν να παρουσιάσουν κάτι πρωτότυπο, σοβαρό, συγκροτημένο. Στην Πειραιώς 260 έρχονται νέοι που δεν γνώριζαν πού είναι η Επίδαυρος. Εγώ κάθε βδομάδα ταξιδεύω και βλέπω έργα και φαντάζομαι πώς θα ήταν η παρουσίασή τους ενώπιον του ελληνικού κοινού και αν ταιριάζουν στην ατμόσφαιρα του χώρου" (περίπου αυτό ήταν το πνεύμα των λόγων του). Η κάμερα σκεπάζει τα λόγια του και δείχνει μια τεράστια εγκατάσταση από το Χώρο ΕΦ της Πειραιώς, με αποσυρμένους υπολογιστές, δωμάτια που θυμίζουν κάπως μπαρ ή τροχόσπιτα, ένα βιομηχανικο-τεχνολογικό τοπίο.

Η γενιά των 700 ευρώ σπέρνει τη σκέψη της και συλλέγονται εκατοντάδες ετερόκλητες προτάσεις. Μπορεί να σου κάτσει η μπίλια στο κόκκινο, μπορεί και όχι, που έλεγε σε ένα βιβλίο του ένας συνονόματός μου. Το θέμα βέβαια είναι πότε θα εμφανιστείς, ποιος θα σε προβάλει, πόσοι θα σε δουν, πόσοι θα σε ανακαλύψουν, αν θα μείνεις στη μνήμη, πώς θα βαδίσεις μετά. Δηλαδή η ας πούμε τύχη στην επιλογή δίνει τη σκυτάλη στη διαφήμιση, στην πρόσληψη, στα Μίντια, στην κριτική, στο πώς εν ολίγοις θα ''πουληθείς'' μετά εντός της αγοράς. Ο δρόμος του καλλιτέχνη είναι μοναχικός. Θέλει συγκέντρωση, μοναξιά αλλά και εξωστρέφεια, συνεργασίες. Το ότι οι καλλιτεχνικές δουλειές εγκλωβίζονται στον αγωγό των θεαμάτων κάπως τις εξάρει και κάπως τις γκριζάρει. Είναι και η ποσότητα της προσφοράς, βλέπετε.

Περνώντας από τουριστικά δρομάκια το καλοκαίρι βλέπεις διαφημιστικά δείγματα από greek salad, σκεπασμένες από σελοφάν. Άντε μετά να καταλάβεις ποια τομάτα ή ποια ελιά είναι η νοστιμότερη. Εσείς, εάν είχατε τη λίστα των 700, πόσο κουράγιο θα είχατε να τη... διασχίσετε;

Πέτρος Χριστοφιλίδης

11/6/10

Ο ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΣΙΡΚΑ

«Πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε»
(Ξαναδιαβάζοντας τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Σ. Tσίρκα, τριάντα χρόνια από το θάνατό του. )

«Aκυβέρνητες Πολιτείες …. Με τίποτα. Το σπουδαιότερο ίσως μεταπολεμικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας. Με τίποτα. Κι έχει, με όλα τα χρονάκια, μια σύγχρονη γραφή. Ναι, αλλά πλήξη.»
(Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Book Press, Mάρτιος 2010, τίτλος του κειμένου «Ο Τσίρκας δεν υποφέρεται»…)

«Διαβάζετε αργά και στοχαστικά.»
(Ο Στρατής Τσίρκας σε επιστολή του προς τον Μ.Μ.Παπαϊωάννου , 11 Μαΐου 1961)

«Iεροσόλυμα, 7 Iουνίου 1943. Aγάπη μου Mάνο, αγάπη μου, Σου γράφω, έχω τόσα πολλά να σου πω και το μόνο που ξέρω για σένα είναι πως ζεις, πως δε μιλάω σ’ ένα φάντασμα. Tι κάνεις, πώς είσαι, πού βρίσκεσαι; Έμαθα πως πληγώθηκες στο Αλαμέιν και πως, για πολλές μέρες, το μαύρο κύμα σε τραβούσε στ’ ανοιχτά κι ύστερα πάλι σ’ έβγαζε και σε ξεχνούσε στα δικά μας τ’ ακρογιάλια. Mόνο αυτό».

Έτσι αρχίζει το τελευταίο – εικοστό – κεφάλαιο του πρώτου τόμου, της Λέσχης, του πρώτου τόμου της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες Πολιτείες – ενός μείζονος λογοτεχνικού έργου του 20ού αιώνα γραμμένου σε γλώσσα ελληνική.

H δράση στη «Λέσχη» αρχίζει στις αρχές Iουνίου του 1942. Στη Βόρεια Αφρική παίζονται οι τύχες του πολέμου. Στις 21 Iουνίου πέφτει το Τομπρούκ και τα γερμανικά στρατεύματα, με επικεφαλής τον Pόμελ, φτάνουν μέχρι τις πύλες της Aιγύπτου. Kάιρο και Aλεξάνδρεια κινδυνεύουν. Πολλοί πρόσφυγες καταφεύγουν στην Παλαιστίνη, στην Iερουσαλήμ, πόλη που κατοικείται από πληθυσμό ετερόκλητο: «Iδού η Aγία Πόλη, ο αφαλός της γης, με τους κατοίκους της – μια επιτομή της ανθρωπότητας και των παθών της, χωρισμένη σε θρησκεύματα, χωρισμένη σε δόγματα και δοξασίες, χωρισμένη σε τάξεις και σε κάστες, χωρισμένη σε συνοικίες, σε φύλα, σε γένη, σε ηλικίες».

Mέσα σ’ αυτή τη σύγχρονη Bαβέλ, «Iερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία / Iερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς», για να θυμηθούμε το Γιώργο Σεφέρη, τους στίχους του οποίου χρησιμοποιεί ο Tσίρκας ως μότο στον πρώτο τόμο της τριλογίας του που εκδόθηκε το 1961 για πρώτη φορά, στην Iερουσαλήμ, επιτομή της εμπόλεμης ανθρωπότητας, όπου τα ανώτερα ιδανικά βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπα με τις πολιτικές ίντριγκες.

Αναλογίες

Ας ευθυμήσουμε κάπως.
Μερικές φορές η καλή ποίηση μοιάζει να παντρεύεται με τη σοουμπίζ. 
Ας πούμε, αν -αναιδώς- βάλεις πλάι-πλάι το χαϊκού του Γιώργη Παυλόπουλου


Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.


και τη φωτογραφία της Ρίας Αντωνίου 

 














Γ.Τρ.

10/6/10

Άγιοι και δαίμονες

Θα το γράψω κι ας φανώ σπαστικός.
Συναντώ συνεχώς ανθρώπους που μέμφονται τους "κλεφταράδες" πολιτικούς, το ΔΝΤ, τη Μέρκελ, τους "απατεώνες" δημοσιογράφους κ.λπ. Κι όταν τους λέω για τις ευθύνες του κόσμου, ημών των ιδίων,  εισπράττω αντίδραση: "Αυτοί είναι οι υπεύθυνοι. Ας έδιναν το παράδειγμα και θα ακολουθούσε ο κόσμος!", "Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι" κ.ο.κ.
Ωραία. Και τώρα που θέλει ο υπουργός Οικονομικών -που δεν έχει κλέψει- να εφαρμόσει τον νόμο και να μαζέψει λεφτά, γιατί οι εφοριακοί δεν μπορούν να τα μαζέψουν; Οι προμηθευτές φαρμάκων και οι εμπλεκόμενοι στις συνταγογραφήσεις υπάλληλοι γιατί αγνοούν επιδεικτικά τις ενέργειες της υπουργού Υγείας, που είναι αδιάφθορη; Οι αγρότες που έφαγαν δισ. για ανύπαρκτες καλλιέργειες θα απαιτηθεί από τον λαό να επιστρέψουν τα κλεμμένα, όπως απαιτείται από τους πολιτικούς; Και οι υπάλληλοι που έπαιρναν επιδόματα παραγωγικότητας και άλλα απίστευτα επιδόματα χωρίς να παράγουν, συνειδητά δηλ. έκλεβαν τους φορολογούμενους, θα απαιτηθεί επίσης να επιστρέψουν τα (πολλών δισ.) κλεμμένα;
Χρειάζονται περισσότεροι του ενός για να γίνει η κομπίνα, αγαπητοί μου. Και όσο κι αν ο κάτοχος της εξουσίας έχει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, δεν απαλλάσσεται ουδόλως από το δικό του μερίδιο ο συνένοχος πολίτης. Φταίμε, λοιπόν, κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίνε κι άλλοι.
Μόνο που για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει, αντί να μιλάς συνεχώς για καταλογισμό ευθυνών, να κάνεις και κάτι. Να κινηθείς. Και, δυστυχώς, στην περίπτωσή μας, πρέπει να συμπεριφερθούμε σαν σοβαροί και υπεύθυνοι πολίτες που δεν είμαστε. Κι εγώ επίσης, για να μη θεωρηθεί ότι βγάζω την ουρά μου απέξω.
Κάποτε ο λαός ήταν στο απυρόβλητο. Είχε εξαγιαστεί. Είχε γίνει ο "Άι-Λαός".
Μόνο που εκείνος ήταν ο λαός των εθνικών αγώνων και της Αντίστασης.
Δεν ήταν ο λαός της αρπαχτής και του λάιφ-στάιλ.
Σπαστικά δικός σας

Γ.Τρ.

Σημειώσεις στο ημίχρονο

10.6.2010

Το νέο βιβλίο του Ηλία Καφάογλου εκδίδεται σε μια θορυβώδη περίοδο, όπου στους δρόμους βλέπεις νέους με ποδοσφαιρικές φανέλες, στα καφενεία τηλεοράσεις-πλάκες που καθηλώνουν ως επί το πλείστον τους άρρενες αλκοολικούς ποδοσφαιρόφιλους, στον Τύπο κοκκαλωμένα στιγμιότυπα από χαμογελαστές αφίξεις ποδοσφαιρικών ομάδων και ανάλαφρες δηλώσεις και υποσχέσεις από φρέσκους και δροσερούς ποδοσφαιρικούς αστέρες.
Οι "Σημειώσεις στο ημίχρονο" έχουν την έκταση πράγματι μιας αφήγησης αναμνήσεων που ξεκίνησε στο 45΄ με τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου. Οι θεατές σηκώθηκαν από το τσιμέντο ή το πλαστικό για να ξεμουδιάσουν τα νώτα τους, αλλά ο Ηλίας παρέμεινε στη θέση του και άρχισε να ΄΄κατεβάζει΄΄ ιστορίες και σκέψεις γύρω από το ποδόσφαιρο και γενικά τη ζωή καθηλώνοντας μια παρέα συνομηλίκων του, που βρίσκονταν καθισμένοι ακριβώς δίπλα του.
Καθώς τα κρεμασμένα πανό κυμάτιζαν ελαφρά με το φύσημα το απαλό του ανέμου, η φωνή του Ηλία έτρεχε πάνω από τόπους και χρόνους, και συνδύαζε ματς και πολιτική-κοινωνική ιστορία, ματς και οικονομικά δεδομένα και στοιχεία της αγοράς, ματς και ποίηση, λογοτεχνία, τέχνη γενικά.
Οι μεγάλοι προβολείς του σταδίου έπεφταν ανακουφιστικά πάνω σε σφιγμένους σβέρκους και μυώδεις βραχίονες οπαδών κρεμασμένων σε κάγκελα, στύλους, μεγάφωνα. Η αγωνία της εξέλιξης κάπνιζε στο άναμμα ενός τσιγάρου, σε μια βιαστική τηλεφωνική ανταπόκριση, στην προπονητική ανάλυση των ταγών της εξέδρας. Σενάρια επί σεναρίων, ευρήματα και εκτιμήσεις, κατηγορώ και πεισματικές προτάσεις. Ο αντίπαλος όταν ξεκίνησε ο αγώνας φαινόταν εύκολο θήραμα στα χέρια της ομάδας-οικοδεσπότη, αλλά πάνω από το γήπεδο είχε αγκυροβολήσει ένα μαύρο σύννεφο και οι ΄΄δικοί΄΄ μας δεν μπορούσαν να βρουν στόχο με τίποτα. Και ως είναι γνωστόν, εάν σου μπει η ιδέα ότι δεν..., τότε κάθε νέα προσπάθεια δικαιώνει την υποψία, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της αυτοεπαναλαμβανόμενης προφητείας. Όλη αυτή την ώρα βέβαια ο Ηλίας συνέχιζε να μιλάει ήρεμος και ατάραχος. Δεν έβγαινε η αγωνία στο πρόσωπό του. Θυμόταν βέβαια ηρωικές ανατροπές και ήρωες των τελευταίων λεπτών. Οπότε χωρίς να το λέει, αυτό σαν να υποδήλωνε η στάση του: ΄΄Υπομονή, σύντροφοι, ο αγών λήγει σε 45 ολόκληρα λεπτά΄΄.
Μιλούσε για το Κύπελλο του 2006, τον Ρονάλντο και τον Ροναλντίνιο, τους μεγάλους χορηγούς και τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τις οικονομικές σχέσεις και την ΄΄εκμετάλλευση΄΄ των παικτών, το ''επίσκυρον" των αρχαίων Ελλήνων, την εργατική τάξη που ΄΄έχτισε΄΄ το άθλημα, τις βίαιες εκδηλώσεις και τις πολεμικές αναμετρήσεις των ποδοσφαιρικών στρατών. Οι νεαροί δίπλα του άκουγαν εμβρόντητοι το ΄΄κήρυγμα΄΄ και κάπου κάπου έγερναν το κεφάλι εμπρός, καταφατικά, ξεσκονίζοντας παλαιά επεισόδια που Θεός οίδεν πού τα είχαν καταχωνιάσει. Στο γήπεδο είχε στο μεταξύ μπει ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας και δεχόταν σουτάκια από έναν παίκτη-παγκίτη. Αυτό έδωσε αφορμή στον Ηλία να αρχίσει να μιλάει για τον τερματοφύλακα ως ξεχωριστή οντότητα μέσα στην ομάδα και να ξαναθυμίσει στους νεότερους τα κατορθώματα πολλών Νο 1, του Πεντζαρόπουλου, του Οικονομόπουλου, του Σαργκάνη, του Γιασίν...ως και του Ντούντεκ. Οι νέοι χαμογελούσαν εγκωμιαστικά όταν ο λόγος έπεφτε σε θρυλικούς παίκτες της δικής τους ομάδας, αλλά και για τους άλλους, τους φημισμένους των ξένων συλλόγων, η σιωπή τους μέτραγε διπλά, ως σεβασμός και ως ιερή αποδοχή.
Στο στάδιο άρχισαν να ακούγονται τραγούδια, στην αρχή ξενικά, ντίσκο και ποπ, και κάποια στιγμή θρυλικά του Θεοδωράκη. Ένας πιτσιρίκος είχε μπει κι αυτός και άλλοι μικροί, και ο πρώτος βάλθηκε να δείξει σε όσους είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους στο χορτάρι την ικανότητά του στις ντρίπλες: ντριπλάροντας κατά σειρά όλους τους συνομηλίκους του, μια δεξιά μια αριστερά περνώντας, πετώντας την μπάλα στον ανοιχτό χώρο και με την ορμή του τεχνίτη φτάνοντάς την πρώτος και επαναφέροντάς την στο κέντρο του ομίλου, ώστε να συνεχιστεί το ΄΄μαρτύριο΄΄ των συμπαικτών του. Εντωμεταξύ, όλο και κάποιοι από τις κερκίδες έβλεπαν τα κατορθώματά του και τον ενεθάρρυναν να συνεχίσει με κραυγές και μαζικά "Όλε, όλε" καθώς και χειροκροτήματα. Ο Ηλίας γελούσε με τους ελιγμούς του μικρού Μαραντόνα και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα συνέχισε με νέο κεφάλαιο: "Έξυπνες ντρίπλες: οδηγίες χρήσεως". Έβλεπε τον πιτσιρίκο και θυμόταν τον Αρδίζογλου και τον Βαμβακούλα.
Τα λεπτά περνούσαν ευχάριστα. Στο στάδιο μπήκαν όμορφες Αμαζόνες-μαζορέτες, με τα στρας να λαμπυρίζουν πάνω από τα καλοσχηματισμένα οπίσθιά τους. Νέες φωνές μαζικής επιδοκιμασίας. Ειδικά στο... σκύψιμο, όταν η μαζορέτα πάει να φιλήσει... το χορτάρι. Ο Ηλίας σε αφηγηματική στύση: Μίντια, Τέχνη, Πολιτική. Περνά σαν τον ΥπερΣιβηρικό από όλα τα θέματα και αφήνει ανθάκια
στα αυτιά και γλυκό κρασί στους λάρυγγες: καθώς η αφήγηση γίνεται κήπος μυρωδάτος και ηδονικό πιοτό, σερβιρισμένο μέσα σε ασημί κύπελλο, με ανάγλυφη την παράσταση της θεάς Νίκης.
Στο ΄΄έβγα΄΄ των διαιτητών και στο ζέσταμα των ομάδων πριν από το νέο σφύριγμα, ο Ηλίας πρόφτασε να περάσει από "Τα άδεια γήπεδα" και να ερμηνεύσει μια κεφαλιά-ποίημα του Ζινεντίν Ζιντάν.
Ένας από τους νέους τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. Ο άλλος τού πέρασε για δώρο ένα κασκόλ γύρω από τον λαιμό. Οι τρύπες των κερκίδων γέμισαν με την επιστροφή των αλανιάρηδων θεατών που είχαν βγει εκτός για τσιγάρο, μπίρα, λεμονάδα ή καβγά. Όλοι στις θέσεις τους. Ξεκινάμε και πάλι...
Ο Ηλίας δεν βλέπει μονοδιάστατα το ματς. Για ό,τι συμβαίνει ανάβει στο πίσω μέρος του μυαλού του ένα φωτάκι που τον πάει αλλού, στο σκοτεινό δάσος του παρελθόντος. Μέχρι να βάλει το νικητήριο γκολ ο Χαραλαμπίδης ο Δραμινός στο 87΄, ο Ηλίας έχει πλέξει ένα νέο κασκόλ με την πένα του μυαλού του.
Αργά το βράδυ, κάπου στη Δροσιά, ξαναρίχνει μπροστά του αδειάζοντας τον κάδο της σφριγηλής μνήμης με τις υπέροχες σκηνές. Το μολύβι ζεσταίνεται στο γήπεδο της γραφής. Κι αρχίζει να σουτάρει βγάζοντας απωθημένες σκέψεις και λογισμούς.

Τι όμορφη που είναι η ζωή, η νύχτα ενός ποδοσφαιρικού θριάμβου, τα ουρανομήκη κλάξον των μηχανών όλων των πανηγυριστών. Νύχτα γιομάτη τέρματα, νύχτα γιομάτη άνθη.

"Σημειώσεις στο ημίχρονο", από τις εκδόσεις Ύψιλον. Το αγοράζεις σαν το πολύτιμο εισιτήριο και το απολαμβάνεις με μπίρα και πατατάκια.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

9/6/10

Ένα πουλάκι

9.6.2010

Πάνω στο παλιό μωσαϊκό της αυλής, κάτω από την ομπρέλα ενός άρρωστου δέντρου, ένα βήμα μόνο να απέχει από την κλειδωμένη και κατά σημεία σκουριασμένη βαριά σιδερένια εξώπορτα, το είδα να στέκεται παγερά σιωπηλό. Το σώμα του ήταν ένας λοφίσκος ντυμένος με έναν σκοτεινό γήινο χιτώνα. Στους πρόποδές του κινούνταν κυκλικά ξένοι επιδρομείς. Κυκλόφερναν το σώμα και αναζητούσαν ίσως έναν ανοιχτό πόρο για να μπουν μέσα του, να κλέψουν τους χυμούς του. Σαν να θέλανε όλη την ώρα να σκυλεύσουν αυτό το σώμα, και να μην μπορούσαν. Πλησίασα όλος τρόμο και έκπληξη. Όσο πήγαινα πιο κοντά στο σημείο, ο βαθμός της εσωτερικής εντάσεως αυξανόταν. Τίποτε δεν του ήμουν, κι αυτό τίποτε δεν μου ήταν. Υπήρχε ακαθόριστα κάπου στο χώρο και παίδευε τις αισθήσεις μου μέχρι να το εντοπίσω. Κρυβόταν και τραγουδούσε χωρίς να το βλέπω. Παίζαμε ένα παιχνίδι ασυνείδητο, δυο τυφλών υπάρξεων. Γλυκομίλητο, μια αφηρημένη νότα της άνοιξης. Η καρδιά χτύπησε δυνατά όταν έσκυψα πάνω από το μάτι. Να κρατήσω τη μνήμη της τελευταίας έκφρασής του. Μια χάντρα στεκόταν εκεί, σαν χαρούμενο μου φάνηκε. Από κάτω μια νεκρική πομπή μυρμηγκιών γυρνούσε ακατάπαυστα, σαν τους λεπτοδείκτες των ρολογιών. Έτσι όπως γυρνούσαν και δεν έβρισκαν μιαν οπή να εισχωρήσουν κάπου, θυμήθηκα φυλακισμένα έντομα σε φιάλες και γυάλινα μπουκάλια, όταν από το στόμιο κατεβαίνουν στον πυθμένα και τανάπαλιν γεμάτα από απόγνωση, ίσως νιώθοντας ότι δεν υπάρχει πουθενά κάποια έξοδος. Πουλάκι μου, θα έλεγε μια μάνα μέσα στα κλάματα ή στα αίματα. Ποιος σε χτύπησε, ποιος σε χάλασε; Εσύ, ουρανοσκόπε, που ανήκεις στα ψηλά δώματα του κόσμου, πώς καταδέχτηκες να έλθεις στα ίσια με το χώμα; Ποιο χέρι μπορεί και φτάνει τόσο ψηλά για να σε αγγίζει και να σε συλλαμβάνει; Εσύ, υπερήφανε μουσικέ του κόσμου, άκακε σαλπιγκτή της ελπίδας, ειρηνικέ και ακάματε ψιθυριστή, κουβαλητή της μελωδίας, εσύ θερμαστή των τυραννισμένων ψυχών, που παρηγορείς τα απλανή βλέμματα, που ομορφαίνεις τα δέντρα και τους κήπους, που ζωντανεύεις τις κατηφείς και καμπουριαστές ημέρες. Ποιο μυστικό πήρες μαζί σου. Τι ξέχασες να μου πεις, λέγει η μάνα, και το έχεις κρύψει κάτω από τις φτερούγες σου. Ποια ριπή, ποια βολή, ποιο κοφτερό δόντι, ποια μάχαιρα στυγνή, ποια καταιγίδα, ποιο ερπετό μιας μαύρης τύχης, ποια συμπαιγνία του κακού σε κατέβασε τόσο χαμηλά, σένα τον λυρικό ουρανοδρόμο, τον αιθεροβάμονα, τον εμπνευστή κάθε ποιήσεως; Ήλθε και στάθηκε στην αυλή. Λέγοντας "πάρε με", "εδώ ανήκω", "μην με ψάξεις στο πουθενά", "κλείσε με στην καρδιά σου". Πουλάκι μου, λέγει η μάνα άφωνη. Πώς σκοτείνιασε ο κήπος και χάθηκε το φως. Ποιο μήνυμα του κόσμου θέλησες να δώσεις; Εσύ, ταχυδρόμε πιστέ, ποιο γράμμα δεν πρόλαβες να δώσεις σε μια γέρικη ψυχή που σε περίμενε κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια γάτα πιο πέρα ξύνοντας με το φτυάρι του ποδιού της ασυναίσθητα άνοιγε ένα λακκάκι. Δεν κοιτούσε το πουλί, τη χαμογελαστή χάντρα του ματιού του, αυτό το θαυμάσιο πρίσμα μέσα από το οποίο βγαίνουν τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και η γλύκα της εν τη φύσει ζωής. Η γάτα χάθηκε πηδώντας το γειτονικό φράχτη. Έκλαψε με τον τρόπο της, τη σιωπηλή φυγή της, σκαρφαλώνοντας στα εμπόδια. Ή μήπως κάτι γνώριζε κι αυτή; Ή μήπως από τον δικό της κόσμο ερχόταν η ενοχή και το χτύπημα της μοίρας; Τα ερωτήματα όλων των θανάτων χτίζουν μια προτομή πάνω από τις θυρίδες όλων των μυστηρίων. Κάποτε είχα ακούσει μιαν ιστορία για ένα πιστό σκυλί. Δηλητηριάστηκε μακριά από τη φωλιά του, μα με κόπο ψυχής μαραθωνοδρόμου άντεξε να φέρει το νεκρό κουφάρι του ως τη θύρα του σπιτιού. Πουλάκι μου, κι εσύ από μακριά, είπε η μάνα, θα ήλθες, και φτάνοντας έκοψες το νήμα της καρδιάς σου και έχυσες νότες πάνω στο υγρό μωσαϊκό. Κι όλος αυτός ο λόχος των εντόμων και των τεθλιμμένων συγγενών το κλειδί ψάχνουνε, το μουσικό σου κλειδί, να στρίψουν και να ξανακούσουν τη φωνή σου.

Π.Χ.

Ένα απόσπασμα από τον "Αγαπημένο των μελισσών"

9.6.2010

(Ο Σουηδός καθηγητής αρχαιολάτρης Μπρούνο Γκούσταφσον συνομιλεί με τον Αριστείδη Μαργαρίτη, τον οποίο σκοπεύει να θάψει-κυριολεκτικά να ΄΄χτίσει΄΄ σε ένα πηγάδι ελευθερώνοντας το δρόμο προσέγγισης με τη γυναίκα του Ευτέρπη.)

(σελ. 43-44 της έκδοσης)

[...]

Δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα μνημεία, τα αρχαία ερείπια και ο ιστορικός χρόνος.

- Πώς είναι δυνατόν, αγανάκτησα (σημ.: ομιλεί ο Μπρούνο), να μην εννοείς τον ιστορικό χρόνο;

Βρήκα διέξοδο από τη χαιρέκακη σκέψη και την απώθησα σε ασφαλέστερο στεγανό μέσα μου, ώσπου να τη δουλέψω καλύτερα, και εκτόνωσα την έντασή μου πάνω στον άμοιρο εκείνο άνθρωπο.

- Είναι ο μόνος υπαρκτός χρόνος, συνέχισα, εκεί και μόνο εκεί υφίστασαι, γιατί αυτός ο χρόνος είναι που έχει περισωθεί στον παρόντα και τον εμβολιάζει. ''Πυτιά" λένε οι βοσκοί σας εκείνο το ένζυμο, το ελάχιστο, από το στομάχι του νεογέννητου αρνιού, που μετατρέπει το γάλα σε τυρί, "προζύμι" οι αρτοποιοί ό,τι πολλαπλασιάζει, φουσκώνει και γεννά το ψωμί. Έτσι είναι ο καθαρός χρόνος. Μια μαγιά αιωνιότητας. Το διηνεκές περνάει μέσα μας, μας κάνει κι εμάς υπερχρονικούς, αθάνατους. Γινόμαστε και οι ίδιοι φορείς χρόνου. Χρόνος. Μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε στο παρόν. 
Δεν έχει επιβιώσει τίποτε τυχαία, εξηγούσα με ανεξέλεγκτη πια ζέση, ανίκανος να σταματήσω. Το άγγιγμα των ερειπίων μάς δίνει όλη την παλιά ενέργεια. Σαν το ηλεκτρικό ρεύμα. Μας μεταλλάσσει. 

Με παρατηρούσε, έντρομος από τον οίστρο μου.

- Τι με κοιτάς; τον αποπήρα. Μόνο άμα ζεις στον άλλο χρόνο μπορείς να βιώσεις τον παρόντα, κατάλαβέ το. Να τον νοηματοδοτήσεις. Ακόμα και να βγεις από την εξουσία του, από τον εαυτό σου επομένως. Να δραπετεύσεις. 

Ο Αριστείδης εξακολουθούσε να με παρατηρεί άφωνος.

- Τι μ' αντικρίζεις έτσι; Ήμουνα πλέον εκτός εαυτού. Δε συμφωνείς, ε; Δεν καταλαβαίνεις τίποτε εσύ από το παρελθόν, τίποτε από το χρόνο. Είσαι έξω από το χρόνο, εξόριστος. Άχρονος. Ανύπαρκτος. Ζεις τυχαία. 
Ένας άχρηστος είσαι. Αυτό είσαι. Και κουβαλάς ξένο χρόνο επάνω σου, δανεικό. Χρόνο που δε σου ανήκει.
Μάθε το. Τον παρακρατάς από κάποιον άλλο. Αυτό κάνεις.

[...]

Διά την αντιγραφήν: Πέτρος Χριστοφιλίδης

3/6/10

Λεμονοδάσος (1930)

3.6.2010




Το 1930 ο Πάρις Ταβελούδης-Κοσμάς Πολίτης έγραφε για ένα δάσος, όπου από τα άνθη της πορτοκαλιάς και της λεμονιάς... πνίγεσαι. Ο ζωγραφικός πίνακας της γραφής περιέχει ελαφρείς κυματισμούς, ιριδισμούς, διανοητικούς και συναισθηματικούς σπασμούς, πορτρέτα των νέων της εποχής, όπου η τιμή, η αξιοπρέπεια, ο κώδικας των χρηστών ηθών, οι εκφράσεις των αισθημάτων, το ζήτημα της παρθενίας, οι σκοπιμότητες γύρω από την επαγγελματική και προσωπική αποκατάσταση, οι αντιλήψεις στα σαλόνια των καλών οικογενειών, και τόσα άλλα στοιχεία της φύσης και κοινωνικά δεδομένα, σχηματίζουν στο σύνολό τους ένα ρομαντικό ως επί το πλείστον κάδρο. Όταν ο ήρωας Παύλος Αποστόλου ρωτάει τον πατέρα του στο Ζάππειο για τη φύση της αγάπης, εκείνος την περιγράφει "ιδανική, όνειρο της φαντασίας, ανύπαρκτη και ανεκπλήρωτη". Σαν να λέμε σήμερα πως η ιδανική αγάπη είναι εκείνη που μόνο ως γέννημα της ονειρικής πραγματικότητας μπορεί να φανερωθεί.

Το βιβλίο εγκαινιάζει σειρά γνωστού εκδοτικού οίκου της Εμμ. Μπενάκη που επιδιώκει να θυμίσει στους νεότερους λογοτεχνικά στολίδια του παρελθόντος. Ανάμεσα στους χθεσινούς ομιλητές η Αγγ. Καστρινάκη που έχει ρίξει πλέον άγκυρα στο Ρέθυμνο και η οποία βλέπει πίσω από την αισθηματική ιστορία του Παύλου και της Βίργκως σύμβολα, στοιχεία μυστικισμού, αποκρυφισμού, τεκτονισμού. Ο αειθαλής Μένης θυμήθηκε την επίσκεψη στο σπίτι του Κοσμά Πολίτη (Ψυχικό) στις τελευταίες στροφές της ζωής του συγγραφέα. '΄Με πήγε η Μιλιέξ. Είδα μάλιστα και τη Βιβλιοθήκη του. Αυτός ο όμορφος άντρας είχε καταντήσει σκιά του εαυτού του, ειδικά μετά θάνατον της συζύγου του. Λέγανε μάλιστα πως τα βράδια ανέβαινε τη σκάλα που ξεκινούσε από το σαλόνι του σπιτιού και έβγαζε κραυγές, ούρλιαζε σαν λύκος".

Το βιβλίο παρουσιάζει μιαν ιδιαιτερότητα, κάτι ασυνήθιστο: το Επίμετρό του σχεδόν ισοφαρίζει την έκταση του κειμένου (χονδρικά από 200 σελίδες και τα δύο!).

Παρουσιάστηκε και ένα 2ο βιβλίο της σειράς, της Γ. Καζαντζάκη, που έχει ως θέμα του τη λέπρα (βλ. Σπιναλόγκα, ταινία που γυρίζεται τώρα για τη Σπιναλόγκα, βιβλίο Άμποτ, Χίσλοπ κ.λπ.).



Γαλήνη στην πλατεία των Εξαρχείων. Οι νέοι με τα μαύρα και τα μπλε πίνουν ποτά και καφέδες. Το "Φλοράλ" κόβει τον κόσμο σε φέτες-επίπεδα. Το LA της Σώτης πουλιέται με 5 ευρώ (προσφορά). Οι δωρεάν εφημερίδες κοιμούνται στο πάτωμα. Σήμερα η δωρεάν "Ε" έχει τον Νόλλα των Σποράδων.



Η Σκόπελος έχει ακόμη ωραία δάση, από πεύκο και λεύκα, όπου πνίγεσαι στο άρωμα.



Π.Χ.

2/6/10

Ο αγαπημένος των μελισσών

2.6.2010

Έχω την υποψία ότι η σκηνή που περιγράφει ο Ανδρέας Μήτσου και έλαβε χώρα στο Γρίμποβο Αιτωλοακαρνανίας (επίθεση ηλικωμένου σε νεότερο ηλικιακά λουόμενο) είναι αληθινή, πράγματι συνέβη. Κι είναι αυτή που έδωσε ερέθισμα στον συγγραφέα να ερευνήσει και να αιτιολογήσει την επιθετική συμπεριφορά ενός προσώπου ηλικιακά μεγαλύτερου προς ένα πρόσωπο ηλικιακά νεότερο (που ομοιάζει με το προηγούμενο και απλώς απέχει από αυτό 20 χρόνια). Δικαιολογείται άραγε με βάση τις αρχές του ψυχολογικού ρεαλισμού η πρόθεση δολοφονίας του νεότερου από τον μεγαλύτερο; Ο Μήτσου προσπαθεί να ΄΄δέσει΄΄ την ιστορία του με ένα μείγμα αντιλήψεων και θεωριών, που ως επί το πλείστον τριγυρίζουν γύρω από την έννοια του Χρόνου. Ο μεγαλύτερος σκοτώνει, ΄΄κτίζει΄΄ κυριολεκτικά, τον νεότερο από ζήλια, φθόνο ή νοσταλγία της νιότης του, ευρισκόμενος σε πανικό, σε συνδυασμό με έναν σουηδικό θρύλο, κατά τον οποίο πρέπει να τρομάζεις άμα τυχόν αντικρίσεις τον ΄΄σωσία΄΄ σου. Δηλαδή, στους 2 όμοιους ή παρόμοιους, ο 1 περισσεύει. Οπότε σκοτώνω τον σωσία μου σημαίνει ουσιαστικά πως επιχειρώ να μπω στη δική του ηλικιακή θέση, κλέβοντας το χρόνο του. Όταν όμως οι υποψίες όλες δείξουν τον δολοφόνο, εκείνος δεν έχει άλλο παρά να ομολογήσει την ανοησία του. Ο Μήτσου γράφει μια παράδοξη και παράξενη ιστορία, που του δίδει την ευκαιρία να κάνει κατά τόπους ένα γραπτό μάθημα κατά τύπον δοκιμίου και να εκδιπλώσει έχοντας ήδη συλλέξει τις φιλοσοφικές του γνώσεις. Η γλώσσα της νουβέλας είναι χρησμώδης κατά τόπους, μυστηριακή, στριφνή, συγγενεύοντας με το παραφυσικό και το παράλογο. Ο Ντετερμινισμός ωστόσο ζητεί τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Κι έτσι όπως στην αρχαία τραγωδία, όλα πρέπει να έλθουν στο φως και να μπει μια τάξη στα πράγματα, η ύβρη να βρει την τιμωρία της. Τον γέρο καθηγητή Μπρούνο Γκούσταφσον τον τιμωρούν κατατρώγοντάς τον οι μέλισσες, αυτές που ταρίχευσαν το θύμα, Αριστείδη Μαργαρίτη, τον οποίο ο πρώτος ΄΄έκτισε΄΄ σε ένα πηγάδι στο Τρίστρατο της Φωκίδας (βλ. μύθο Οιδίποδα). Πιστεύω ότι ως νουβέλα και με δεδομένη την έκτασή της, η ιστορία ΄΄χάνει΄΄. Θα ήταν καλύτερα ο συγγραφέας να την έκανε την ιστορία του διήγημα, για να αποφύγει επαναλήψεις και θεωρητικές φλυαρίες και παρεκβάσεις. Η προσπάθεια να μεταγράψεις την ψυχολογία και τη φιλοσοφία στο πεδίο της μυθοπλασίας οδηγεί σε αμηχανία τον αναγνώστη, που διψάει μόνο για την εξέλιξη της πλοκής και επιθυμεί εκείνος μόνο να βρει την ερμηνεία του αινίγματος και όχι να του τη δώσει ως μασημένη τροφή ο ίδιος ο συγγραφέας.
Πέραν αυτού, το έργο δίδει στον Μήτσου μιαν ωραία ευκαιρία να κάνει ένα εμπεριστατωμένο μάθημα περί Χρόνου, Έρωτος και Θανάτου σε μικρό ή μεγάλο κοινό, μαθητικό ή άλλο.

Αρχίζω να φοβάμαι τους γέρους, με τα υπαρξιακά τους νοσήματα, τις ιδεοληψίες, τα ελλείμματα και τα βίτσια τους. Σκοτώνουν νεότερους; Είναι παιδόφιλοι; Μισούν τη νεότητα; Γίνονται πορνόγεροι; Εξαργυρώνουν με υλικά μέσα τη χαμένη τους ομορφιά και δροσιά;
Αλλά όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, "ο καθένας μόνος του μετράει μέσα του τον Χρόνο".

Πέτρος Χριστοφιλίδης

H κρίση στην αυτοκίνηση

Μικρό χρονικό για την προαναγγελθείσα πτώχευση της Τζένεραλ Μότορς (1η Ιουνίου 2009)
[Η κρίση στην αυτοκίνηση έναν χρόνο μετά]
«Το αυτοκίνητο έχει γίνει το όπιο του αμερικανικού λαού» (περ. Fortune, Σεπτέμβριος 1934 – η βιβλιογραφία παρατίθεται στο τέλος του κειμένου)


Ποιος θα το πίστευε πριν από 30 χρόνια ότι η εταιρία, η άρρηκτα συνδεδεμένη με το αμερικανικό όνειρο, η ενσάρκωσή του, θα έφτανε στο σημείο να υπαχθεί από την 1η Ιουνίου 2009 στο άρθρο 11 του αμερικανικού πτωχευτικού δικαίου, ώστε να απολαμβάνει κρατικής προστασίας έναντι των πιστωτών της και, με κρατική ενίσχυση ύψους για το 2009 30,1 δις δολαρίων, να επιχειρηθεί η ανασυγκρότησή της.
Και, όμως, τρία χρόνια αφότου το περιοδικό Forbes θριαμβολογούσε πως «το Ντιτρόιτ αντεπιτίθεται», το 1980 το 45% των αυτοκινήτων που πουλήθηκαν στις ΗΠΑ προέρχονταν από την General Motors, αλλά εννιά χρόνια αργότερα το ποσοστό είχε πέσει στο 35%, όταν πέντε χρόνια πριν, το 1994, το περιοδικό Fortune σημείωνε με έμφαση πως μια ανασυγκρότηση της τάξεως των 11 δις δολαρίων για τον αμερικανικό κολοσσό είναι προ των πυλών. Το 2000 το ποσοστό της εταιρίας στην αγορά των ΗΠΑ είχε πέσει στο 28% και το 2009, μέχρι τη χρεοκοπία, μόνον 19 αυτοκίνητα στα 100 από όλα όσα διατέθηκαν στην αμερικανική αγορά παρήχθησαν από τα εργοστάσια της General Motors. Έναν χρόνο πριν, το 2008, στο Fortune είχε δημοσιευθεί φωτογραφία τού μετά τη χρεοκοπία απολυθέντος Διευθύνοντος Συμβούλου Ρικ Βάγκονερ, ο οποίος κήρυσσε την «έναρξη της ανασυγκρότησης». Επομένως, η κρίση είχε προαναγγελθεί δεδομένης και της απαξίωσης των ενεργοβόρων αμερικανικών αυτοκινήτων από τους νεότερους καταναλωτές.


Μια εταιρία σε ρόλο «κράτους πρόνοιας»


Η General Motors αντιμετωπίστηκε από το 1908, οπότε ιδρύθηκε, ως βαρόμετρο της αμερικανικής οικονομίας – 77 χρόνια ήταν η πρώτη σε πωλήσεις αυτοκινητοβιομηχανία παγκοσμίως, την ξεπέρασε η Toyota το 2008. Ήδη, από τα τελευταία χρόνια της μεταπολεμικής οικονομικής ακμής, η General Motors ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στην Αμερική, με εξαίρεση το μονοπώλιο τηλεφωνίας. Οι εργάτες της εταιρίας πληρώνονταν καλά: το 1969, λόγου χάριν, οι εργάτες στη γραμμή παραγωγής κέρδιζαν κατά μέσον όρο 9.000 δολάρια τον χρόνο -40.000 με σημερινές τιμές. Είχαν επιπλέον στη διάθεσή τους πολύ καλά πακέτα κάλυψης, υγειονομικής περίθαλψης και συνταξιοδότησης, θεωρούνταν, δηλαδή, μέλη της μεσαίας τάξης. Έτσι, η General Motors διαδραμάτιζε ρόλο «κράτους προνοίας» και η πτώχευσή της αναδεικνύει και την κρίση του αμερικανικού κράτους προνοίας και στις δύο πτυχές του, την ιδιωτική και τη δημόσια. Η «Συνθήκη του Ντιτρόιτ», όπως είχε χαρακτηρίσει το περιοδικό Fortune την ιστορική συμφωνία το 1949 μεταξύ των Ηνωμένων Εργατών Αυτοκινητοβιομηχανίας (UAV) και της General Motors, έθεσε τα θεμέλια για το ρόλο της General Motors στον τομέα της πρόνοιας και η συμφωνία υπήρξε αντικείμενο μίμησης για την οικονομία τω ΗΠΑ. Τότε, όμως, η κυριαρχία των Τριών Μεγάλων του Ντιτρόιτ στην αγορά αυτοκινήτου των ΗΠΑ ήταν συντριπτική και αναμφισβήτητη. Το 95% των αυτοκινήτων που αγόραζαν οι Αμερικανοί έβγαιναν από τις γραμμές παραγωγής των εργοστασίων των τριών και το κόστος των προγραμμάτων προνοίας μπορούσε να μετακυλίεται στους καταναλωτές. Ωστόσο, η κουλτούρα των Αμερικανών για την αυτοκίνηση εδραιώθηκε σε συνάρτηση με τη γιγάντωση των αστικών δικτύων, κατά το πρότυπο του Λος Άντζελες, μέσω της επέκτασης των όλο και πιο αχανών προαστίων και την ανάπτυξη του αυτοκινήτου σε βάρος των μαζικών μέσων μεταφοράς. Παράλληλα, η εξάρτηση από το πετρέλαιο και άλλα ορυκτά καύσιμα –όταν το 2000 έσπασε ένας αγωγός πετρελαίου από το Τουσόν στο Τέξας, πολλοί κάτοικοι τηλεφώνησαν στις εφημερίδες, για να πληροφορηθούν πώς να ειδοποιήσουν τους οδηγούς των λεωφορείων να σταματούν στις στάσεις!-, η πληθώρα μοντέλων αυτοκινήτων -ήδη το 1950 οι Τρεις Μεγάλοι προσέφεραν στους πελάτες 243 διαφορετικά μοντέλα και οι τιμές είχαν ανέβει κατά 36% μέσα σε μια χρονιά, ενώ το 1970 οι υποψήφιοι αγοραστές μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ 370 διαφορετικών μοντέλων-, η όλο και συχνότερη αντικατάσταση των αυτοκινήτων –το 1935 το μέσο διάστημα κατοχής ήταν 5 χρόνια, το 1955 ήταν μόλις δύο και ο επικεφαλής του τμήματος σχεδίασης της General Motors Χάρλεϊ Ερλ δήλωνε πως «δουλειά μας είναι να επισπεύσουμε την αχρήστευση»-, η ίδια η έννοια της ελευθερίας made in USA, η φαντασίωση μιας χωρίς όρια μετακίνησης χάρη και στους αυτοκινητοδρόμους, όραμα του Προέδρου της GM, Άλφρεντ Σλόαν, και του Χένρι Φορντ Β’, όλα αυτά σε συνδυασμό προανήγγειλαν την κρίση των Τριών Μεγάλων και την εν προκειμένω πτώχευση της General Motors, εξαιτίας και των επιλογών διαχείρισης που προέκριναν τα υψηλόβαθμα στελέχη της.