29/12/09

Τρώγοντας γλυκά


Έχουν και τα κοινωνικά τα νόστιμά τους. Ειδικά όταν σου φέρνουν στο σπίτι γλυκά, που θες (κάπως γλυκά) να τα ξεφορτωθείς. Τότε θυμάσαι πως ζει ακόμη μια θεία μακρινή στο Κουκάκι, και με το κουτί παραμάσχαλα χτυπάς το κουδούνι ύστερα από χρόνια πολλά, για τα ΄΄χρόνια πολλά΄΄. ΄΄Να ζήσεις θεία, μια χαρά σε βλέπω, είσαι συ βράχος ατρόμητος΄΄ κ.τ.τ. ΄΄Ευχαριστώ, παιδί μου, βρε συ γιατί ξοδεύτηκες; Αχ και δεν τρώω γλυκά, γιατί είναι κι ο διαβήτης στη μέση. Τέσπα (: τέλος πάντων), σε ευχαριστώ, πέρασε και κάθισε΄΄ κ.λπ. Παίρνει το κουτί και το βάζει στο ψυγείο. Η ώρα περνάει, και κάπου ανάμεσα αναμνήσεων και διαπιστώσεων έρχεται το γλυκό, ένα άλλο γλυκό. Γλυκό κουταλιού, σταφύλι, ή περγαμό(ν)το ή κερασάκι. ΄΄Μόνη μου το έφτιαξα, με τα χεράκια μου΄΄. ΄΄Μπράβο ρε θεία, καλά το λέω εγώ πως η θεία μου είναι άσος στη μαγειρική. Μμμ... υπέροχο΄΄ κ.λπ.

Η επίσκεψη τελεύει και ο νέος γυρνά στο σπίτι χαρούμενος που ξεφορτώθηκε το βάρος του ψυγείου αλλά και γιατί κράτησε άθικτο το βάρος της τσέπης του. ΄΄Χαχα, [σκέφτεται], πού να το κατάλαβε η γιαγιάκα πως αυτά ήταν από προχθές, του Μπάμπη το κουτί΄΄. Αλλά η γιαγιάκα δεν τα θέλει καθόλου τα γλυκά. Και την άλλη μέρα πάει στη διαχειρίστρια ΄΄φορτωμένη΄΄. ΄΄Λοιπόν, τι θα κάνουμε με το πετρέλαιο; Εμείς πάνω κρυώνουμε το απόγευμα΄΄. ΄΄Μην ανησυχείτε κυρία Ευφροσύνη μου, θα κάνουμε σύσκεψη αύριο το απόγευμα΄΄. ΄΄Πολύ καλά, δεν ανησυχώ. Και μιας και θα είμαστε όλοι παρόντες, δεν τρώμε για το καλό κι ένα γλυκάκι;΄΄. Και της εγχειρίζει το κουτί. ΄΄Μα τι κάνατε; Είναι τώρα εποχή για έξοδα; Αφήστε, θα τα πάρω και θα τα αφήσω στο ψυγείο του θυρωρείου, κι αύριο τα παίρνουμε πάνω για να γλυκαθούμε λιγάκι, γιατί, ξέρετε, σύσκεψη είναι, κόντρες συμβαίνουνε΄΄.

25/12/09

Φλοκαφρέ

Είναι καλό να μην γκρινιάζει κανείς χριστουγεννιάτικα. Αλλά και να θες ν' αγιάσεις, δε σ' αφήνει ο διάολος που λέει και ο λαός μας.
Λες, λοιπόν, να πας οικογενειακώς μια βόλτα και κάθεσαι σε ένα Φλοκαφέ. Φλοκαφέ είναι, ποικίλες νοστιμιές έχει, θα χαρούν και τα πιτσιρίκια. Πλην όμως!
Στον τεράστιο χώρο, μέσα-έξω, καπνίζουν παντού. Τέλος πάντων, αφού ήρθαμε, σκέφτομαι, ας καθίσουμε κάπου. Ο χώρος μπροστά από την μπάρα είναι σχετικά άδειος και καπνίζει μόνον ένας.
Καθόμαστε σε άνετες πολυθρόνες και παραγγέλνουμε σε μία από τις κοπέλες που σερβίρουν.

Και τότε, αρχίζει το σόου.
Πίσω από την μπάρα, τρεις νεαροί ετοιμάζουν τις παραγγελίες. Υπάλληλοι του καταστήματος, ηλικίες γύρω στα είκοσι.
Ε, λοιπόν, παρόλο που βλέπουν πελάτες μπροστά τους, δύο μικρά παιδιά επίσης, μιλούν μεταξύ τους και κυρίως προς τις σερβιτόρες, σαν να είναι με την παρέα τους σε παγκάκι στην πλατεία ή για να δουν dvd στο σαλόνι τους.
"Της πουτάνας το κάγκελο", "Έλα, ρε μαλάκα", "Είσαι μαλάκας", "Όλο μαλακίες κάνει" και άλλα. Πάντα φωναχτά, χαλαρά, λες και δεν είναι κανείς άλλος παρών.

Έτος νοσοκομειακόν



Προσωπικό:

Ήταν σε μεγάλο βαθμό, δι' ημάς, έτος νοσοκομειακόν. Σε 4 σημεία της πόλεως μένουν φλογερές ως επί καύσωνος οι αναμνήσεις ταραγμένων ημερών.

Το Αιγινήτειον Νοσοκομείον είναι σαν ένα σκηνογραφικό επίτευγμα του Γιάννη Τσαρούχη για μια σύγχρονη τραγωδία νοός και ψυχών. Ένεκα της γειτνίασής του με το Μέγαρο Μουσικής και το Πάρκο Ελευθερίας, η ανθρώπινη ψυχή μοιάζει να αναγεννάται στη δροσερή χλωροφύλλη και να απογειώνεται με μια θρησκευτική άρια των ημερών.


Ο Ερυθρός Σταυρός είναι σαν ένα αναπλασμένο στρατιωτικό νοσοκομείο του Πολέμου. Μοιάζουν να διχοτομούν το πάρκο εμπρός του τα φαντάσματα άλλων εποχών, κι αμίλητα τα αγάλματα να συναινούν στο μαρτύριο της ανθρώπινης μοίρας. Σε μια εκκλησούλα μέσα στον αύλιο χώρο ζει ακόμη μια εικόνα του Φώτη Κόντογλου, να τη φιλήσουν οι απελπισμένοι κι οι μελλοθάνατοι.

Το Νοσοκομείο Σωτηρία μοιάζει με αλσύλλιο διά φιλοσοφικούς περιπάτους, με κυνηγητικόν περίπτερον. Τα πήγματα διά τους φυματικούς χαίνουν και μέσα από τις οπές του Χρόνου αναδύονται οι παλιοί Ποιητές, με ύφος στοχαστικό και κόμη περιποιημένη. Ιδανικός τόπος για ριτσική ποίηση, για ρομαντικές συναντήσεις του δειλινού και για μυστικά φιλιά. Ανασαίνει εντός του βαριά το κυνηγημένο όραμα της παλιάς Αριστεράς. Και μένει στη σκέψη ένα κρίμα.

23/12/09

Τα πέτρινα χρόνια

Νοέμβρης του 1985. Τυπικό δευτεριάτικο απόγευμα. Κινηματογράφος ΝΙΡΒΑΝΑ, Λεωφόρος Αλεξάνδρας. Υπάρχει ακόμα – κι είναι είδηση αυτό. Από τις οκτώ αίθουσες που είχαμε στους Αμπελοκήπους απόμειναν τέσσερις – και ποιος ξέρει πόσες θα είναι στη θέση τους μετά από πέντε και δέκα χρόνια. 1985, είπαμε. Ο μήνας του Καλτεζά. Κόλαση το κέντρο της Αθήνας. Και τότε. Πρωθυπουργός, κάποιος Παπανδρέου. Και τότε. 15χρονος μαθητής της Α΄Λυκείου κι εγώ, μπαίνω στον κινηματογράφο με τον πατέρα μου. Κόσμος αρκετούτσικος για τη μέρα και την ώρα. Η μέχρι τότε επικοινωνία μου με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο είναι μηδενική, ωστόσο η ταινία αυτή – λίγο τα σχόλια των δημοσιογράφων, περισσότερο το υπέροχο μουσικό θέμα που παίζεται από τα ραδιόφωνα – έχει εξάψει την περιέργειά μου. Ο τίτλος της: Πέτρινα χρόνια.


3/12/09

Ντέρμπι


Στον φίλο μου Χριστόφορο Πέτρου

Τα ντέρμπι περνούν σαν μετεωρίτες από τα εδάφη μας δύο φορές το χρόνο.
Είναι σαν τις διακοπές του καλοκαιριού: τις περιμένεις μήνες ολόκληρους και από την έκβασή τους κρίνονται πολλά. Το βαρόμετρο της προσωπικής ζωής.
Με τα ντέρμπι φτιάχνεται πρώτα η σκηνογραφία. Ο αέρας μυρίζει ένταση, και στον ουρανό γράφονται πάθη και πόζες από παλαιότερες Τιτανομαχίες και ένδοξους θριάμβους.
Είναι ένα τετ α τετ από το οποίο ζητείται και λαμβάνεται στο τέλος η απόδειξη δυνάμεως. Όταν νικά το σώμα, πέφτουν κεραυνοί από παντού, κι ο χαμένος σέρνεται σαν τον Έκτορα στα χώματα. Εδώ δεν χωρούν δικαιολογίες και η σιωπή του χαμένου κρύβει το βουβό πένθος, που δεν ξεπλένεται με τίποτε. Τα ντέρμπι περιέχουν την τραγωδία της Τροίας και ένα τέχνασμα σαν τον Δούρειο Ίππο.
Είναι γεγονότα επικά, είναι κυκλώνες, είναι μαζικές καταστροφές. Με το βεληνεκές τους ο κάμπος των ψυχών βάφεται στο αίμα.

Μια φωτογραφία και μια τρικυμία


Τα παραμύθια ξεκινάνε από μια φορά κι έναν καιρό. Και περιέχουν πάντοτε έναν έρωτα μαγικό, που στο τέλος γίνεται γεγονός αφού λυθούν τα μάγια, σκορπίσουν οι δυνάμεις του Κακού, κοιμηθεί ο τρομερός την όψιν δράκος.


Έτσι και οι αφηγήσεις τού σήμερα μπορούν να ξεκινούν από μιαν εικόνα του χθες και να σκαρφαλώνουν πάνω στους ποικίλους κλάδους των μικρών προσωπικών ιστοριών. Το χθες φέρνει στην επιφάνεια την εκπάγλου καλλονής θέα της νιότης, των προσώπων και της ελληνικής υπαίθρου, του μικροκλίματος των νησιών και του Αιγαίου. Πώς αλλάζει ο άνθρωπος στη διαδρομή των χρόνων! Πώς πέφτουν οι σουβάδες από τους τοίχους, πώς χύνονται οι ξερολιθιές! Ένα μυστήριο και η φθορά μέσα στους ορμητικούς ανέμους της ζωής.


Αλλά και πόσο ραγίζει η καρδιά με τα ανθισμένα χαμόγελα και κλωνιά, με την αναπόληση των χαμένων.


Μετεωριζόμενοι όλοι μας μεταξύ ζωής και θανάτου, σε ένα διαρκές αλισβερίσι φόβων και αναμνήσεων.


Οι επιζώντες μάρτυρες τού χθες πλουταίνουν τις μελωδικές φωνές τους με την προσθήκη χορδών από τα μουσικά όργανα των νυν χαμένων.
Αυτών που πνίγηκαν στη μεγάλη πλατιά θάλασσα αλλά πρόλαβαν να αφήσουν λόγια όλο αρμύρα.




Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια



- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες



Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.



Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.



Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο



Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.








Τότε. Ιούλιος 1955.
Σήμερα. Πόση συγκίνηση η παλιά φωτογραφία.