23/4/13

Τρεχάλες

23-4-2013


                                                                                          ΔΡΟΜΕΑΣ, Κ. ΒΑΡΩΤΣΟΣ (...πόσα λέει!...)

Το θέμα είναι, μάγκες μου, να αφικνείται εγκαίρως
εφ' ω ετάχθη έκαστος, εις ορισμένο μέρος
να βάζει καθημερινά στοίχημα με το χρόνο
νικώντας όλα τα θεριά να κάθεται στο θρόνο.

Το θέμα είναι πρώτιστα στην ώρα του να φτάνει
σαν ταξιδιώτης πόλεως που βλέπει το λιμάνι
να μπαίνει στο πλοιάριον προτού αυτό σαλπάρει
να'ναι εις τούτο συνεπής κι εκ τούτου να καλμάρει.

Όλου του κόσμου τα δεινά, τελώνια και δαιμόνια
να τα λιανίζει στανικώς, να τα βαρά στ' αμόνια
από το πρώτο χάραμα όποια κι αν είναι η μπόρα
ένας κυρίαρχος σκοπός να τον κινεί: η ώρα.

Όθεν στο σώμα του κρεμά παντοειδή ρολόγια
που έχουνε τους κτύπους τους τα αμείλικτά τους λόγια
ένα ρολόγι ο σφυγμός και ένα η καρδιά του
ένα και η ανάσα του κι ένα το βάδισμά του
μες στο κεφάλι του τικ τακ κινείται ο λεπτοδείκτης
μια βόμβα μες στο στήθος του κοιμάται δυναμίτης.

Προτού λοιπόν να εκραγεί
σε κάθε άσκοπο φραγή
θέτει ο καλός δρομέας
σαν φτεροπόδαρος Ερμής
που διατρέχει επί γης
μοιάζει διανομέας.

Μετράει τις κινήσεις του και τις υπολογίζει
το βάρος κάθε πράγματος φροντίζει να ζυγίζει
όλοι οι δρόμοι της αυγής τον οδηγούν στη Ρώμη
η Σύγκλητος δεν συγχωρεί κι είναι αυστηροί οι νόμοι.

Ο άνθρωπός μας σαν ξυπνά κοιτά το ξυπνητήρι
μ' ένα άλμα αποφασιστικό ποζάρει στο νιπτήρι
κάνει μια ξούρα βιαστική κόβεται στο πηγούνι
προτού καρφώσει τοστ ζαμπόν μ' ένα άπλυτο πηρούνι.

Βάζει τα ρούχα της δουλειάς κι ένα κουμπί του τρέμει
μυρίζει τον ιδρώτα του αλλά δεν περιμένει
βαριά η σάκα της σχολής για όλα τα μαθητούδια
μέσα της ρίχνει ένα ψωμί, δυο πρόχειρα καλούδια
κορνάρει κάποιο σχολικό στη διπλανή γωνία
ο κώδων του προαύλιου μια μόνιμη αγωνία -

κατρακυλούνε τα λεπτά και το ρολόι του ΣΚΑΪ
πηγαίνει φανερά μπροστά και τον αγχώδη σκάει -

η ώρα πάει οχτώμισι κόσμος πολύς στη στάση
περνάει ένα "ακορντεόν", μα, φτου, άδειο φαράσι!
τρελή υποψία γέρνει πια προς κάποια απεργία
στ' αυτιά τα ραδιόφωνα βομβίζουν τα δελτία
κι όπως τα αμάξια σέρνονται στα κόκκινα φανάρια
τα κίτρινα οχήματα περνούν φίσκα κι ανάρια.

Τώρα πια σφίγγει ο κλοιός, σχεδίου ας ηγηθεί
      
(ξάφνου νυγμός εντερικός καλεί να ενεργηθεί)

να πάει πεζός; αδύνατον πια τώρα να προκάμει
εκτός αν τον εκτόξευε φανταστικό πλοκάμι
και το βαγόνι τού μετρό ζωή μέσα σε τάφο
χελώνα είν' το τρόλεϊ το τραμ άρρωστο σκάφος -

κι ενώ τα δευτερόλεπτα μικραίνουν τη θηλιά του
κι ένας σπασμός αδόκητος τραντάζει την κοιλιά του
περνά ένα μοτοσακό κάπως ξαλαφρωμένο
και το μυαλό εξάπτεται στη βράση θολωμένο:
"Ρε παληκάρι; Σύνταγμα; με κουβαλάς και μένα;"
τον ερωτά με στεναγμό, τα λόγια του κλαμένα -
ο Κύριος Μοτοσακός του κάνει νεύμα "ανέβα"
κι ευθύς τα καυσαέρια στη μύτη του χορεύαν
εύκολη η διαδρομή και η ψυχή στα ίσα
ο οδηγός τον πάει ντουγρού και του μαδά τη λύσσα -

και τελικά με αυτό το τρικ επρόφτασε στο τσακ
εννιά και ένα ακριβώς ξεπρόβαλλε στο πάρκ(ο) - 

ζεστός απ' το λαχάνιασμα, τη μέγαιρα λαχτάρα
σαν να'δε όνειρο κακό ή πήρε μια τρομάρα
περνά την πύλη με ορμή και δίχως τι να βλέπει
το χέρι του μηχανικά βάζει στη μέσα τσέπη
ψάχνει στο πορτοφόλι του όχι για απανταχούσα
μα για τη διαολόκαρτα που...ΤΙ; ΓΙΑΤΙ; Ε-Ι-Ν'  Α-Π-Ο-Υ-Σ-Α!!!!!!! 
να κλάψει του'ρχεται μεμιάς που'φτασε στην πηγή του
μα πάλι δεν κουκούλωσε την ανοιχτή πληγή του

και καταριέται τη στιγμή που άλλαξε σακάκι
και ξέχασε τον ''διάβολο'' δίπλα σε ένα τασάκι -

τώρα σκασμένος, πελιδνός τις σκάλες ανεβαίνει
ζητώντας μια βεβαίωση που (ανάλαφρη) βαραίνει
                 και σαν να λέει το βλέμμα του
                  (το μυστικό; το ''ψέμα'' του;)
"αργοπορώ δεν το μπορώ είναι κληρονομιά μας
βγαίναν ωραία μα στερνά πάντοτε τα ψωμιά μας"

(το αργόν και χάριν έχει κι όποιος βιάζεται σκοντάφτει
όποιος σ' όλα πειθαρχεί τη φενάκη πρώτος χάφτει
όποιος σ' όλα πειθαρχεί στην παγίδα ευήθης πέφτει
όποιος σ' όλα πειθαρχεί το τυρί της φάκας κλέφτει).

21/4/13

Χαμάμ

21.4.2013



Γ. ΑΝΔΡΕΑΤΟΣ - Σ. ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ: με το αίσθημα της βραδιάς αναλλοίωτο  

1. Στα μάτια μου ο Γεράσιμος Ανδρεάτος είναι η προσωποποίηση μιας πολυδιάστατης ομορφιάς. Προικισμένος με τα πιο λαμπερά χρώματα της φύσης, προβάλλει την αγγελική μορφή του με ένα αδαμάντινο ήθος, που όσο ''χαμηλώνει'' με τη γνήσια σεμνότητά του τόσο πιο πολύ ''νοτίζει'' τον κήπο της καρδιάς του κοινού. Ένας υδροφόρος ορίζοντας που υποστρωματικά αγκαλιάζει το κέλυφος κάθε ψυχής. Η ευαισθησία του είναι βελούδινη, το χαμόγελό του απολειφάδι παλαιάς δυσεύρετης ευγένειας, το παράστημά του κίονας ευθύτητας και ειλικρίνειας. Το μπουζούκι στα χέρια του σε συνέχεια του ''είναι'' του, η μουσική μια βροχή από λέξεις που πέφτει πάνω στο άνυδρο συναισθηματικά τοπίο μιας ''άδειας'' εποχής. Η φωνή βγαίνει με αταλάντευτο επαγγελματισμό και μια σίγουρη αλλά ποτέ αλαζονική επιστημοσύνη. Όταν αντικρίζεις τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, μακαρίζεις τη φύση που παράγει τέτοια πρόσωπα-πρότυπα. Στο τέλος της βραδιάς πνίγηκε μέσα στην περιπλοκάδα μιας παρέας. Εκεί εξάλλου ανήκει, μέσα στον κόσμο που τον θαυμάζει και τον ευγνωμονεί. Ένας επί γης απεσταλμένος της Μούσας, ένας αοιδός που έπαιζε στην αυλή του Ομήρου, αυτό το ευλογημένο πουλί του ουρανού (έτσι τέλειωσε το πρόγραμμα) που πάει στη μάνα-υπομονή, που χορδίζει τη δική μας υπομονή, που μας βοηθεί να υπομένουμε τα δεινά ενός κακοοργανωμένου κόσμου, μέσα στον οποίον ευτυχώς βρίσκει θέση η φωνή αυτού του πουλιού, για μακάριους κελαηδισμούς όταν κοπάζουν τα κανόνια και οι βροντές.


Ο τραγουδιστής με την προσωπικότητα του Γ. Ανδρεάτου θεραπεύει ζωές, μπαλώνει τραύματα, χαρίζει ελπίδα. Εξάλλου, ''τίποτα δεν χάθηκε ακόμα''... Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος ενώνει το παλιό με το καινούργιο, ζωογονεί την παράδοση, σμίγει τα σοφά λόγια. Στο μουσικό του χαρμάνι ανακατεύει τους καημούς και τις μνήμες άλλων δεκαετιών με τις σύγχρονες ''απορίες'' οδηγώντας μας σε ένα αιώνιο συμπέρασμα: όλα είναι ζωή, και ζωή είναι απλώς τα πάθη κάθε καρδιάς.

Υ.Γ.: Ευχαριστίες για την ανταπόκρισή του να τραγουδήσει Γαβαλά και Πάνου στο β΄ μέρος του προγράμματος, κεντρίζοντας αθέατες πληγές. (Ο καθείς κι η αχίλλειος πτέρνα του...)


2. ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ



Από'να βαθύ πηγάδι

που νερό δεν πάει στον Άδη

μια φωνή σα δέντρο απλώνει

στη σκιά καρδιά ξαπλώνει.



Στη σκηνή μια τραγουδίστρα

Παναγιά παρηγορίστρα

τους καημούς ξεδιαλύνει

φέρνοντας πικρή γαλήνη.



Φτάνει μόνο η λαλιά της

κάθε πάθος να εικονίσει

νέκταρ η δροσοσταλιά της

μέλι μέλος να κολλήσει.



Με τι πόθο, με τι οίστρο

κάνει τη μιλιά της σείστρο

χλόες πόνων αναδεύει

τραύματα κρυφά χαϊδεύει.



Η πυρπολημένη Σμύρνη

της αγάπης οι κουρσάροι

ό,τι η μοίρα δίνει σπέρνει

τόποι που ο νους σαλπάρει:

όλα αυτά και άλλα χίλια

θέματα και παραμύθια

από φλογισμένα χείλια

με της τέχνης τα ''ψιμύθια''

στόμα-λάλουσά μου κρήνη

φέρε στην ψυχή ειρήνη.



Αηδόνι στον κήπο που ψέλνεις μεθώ

σαν κάδρο η θωριά σου μια αγάπη ποθώ

το κάλλος σου επάνω καθρέφτης-πηγή

σε βλέπει, σε ακούει, ο νέος ριγεί.



Πουλί που σε όλους σκορπάς τον χρυσό σου

στου ονείρου το θάμπος μπρος βγες, φανερώσου

σε σώμα με κάμα σα θάμα είσαι, δρόσος

του έρωτα η ζάλη, η πάλη είναι νόσος.



Το τραγούδι παραγάδι

κάνει τις ζωές υφάδι

κι ό,τι η τραγουδίστρα ψέλνει

ως τα πέρατα το στέλνει.



Οι λυγμοί στεγνοί, αγνοί κι όλοι οι αναστεναγμοί

αχ, στο κράτημά τους τα ''αχ'', της Ανατολής ο Αλλάχ

το άσμα κάνουν προσευχή που το ακούει με προσοχή

νέος στο βωμό της νύχτας όπου το ρεφρέν αλύχτα.



Οινοχόη με λόγια βάλσαμο

στης ζωής το μέγα βάσανο

αοιδός, παθός κι ειδώς

στιχοφόρος πυραγός.



Με τι μέταλλο, τι μπρίο

με τι φλόγα, αλί, θηρίο

ξαίνει ορμές, φαντασιώσεις

έλα, Θεέ μου, να με σώσεις.



Τα τραγούδια κι όσα πει

ό,τι στην καρδιά σου μπει

ό,τι θρέφει αυτό το βράδυ

όσα ηχούν καταλογάδη

σαν σε νέφος σε σηκώνουν

κάπου αλλού σε απιθώνουν

σε μια πόλη μαγική, λυρική, χιμαιρική

ώσπου να'λθει η αυγή και της μέρας η κραυγή

χθες σε τούτο το λουτρό* είχες βρει ένα γιατρικό

όνειρα και υδρατμοί χάνονται κάποια στιγμή

μα ο στίχος που'χει κόψει

την ψυχή, πλάσει την όψη

νυχτικός θα επιστρέψει

- να πλαγιάσει ώσπου να φέξει.

...................................................

(* Χαμάμ   Υ.Γ.: Στον αντίποδα του αισθήματος, στενότης χώρου, θαμώνες φουμέρνουν, έλλειψη πίστας, παλιές τουαλέτες, γειτονιά χωρίς πάρκινγκ.)

13/4/13

Μια Μαίρη Παναγιωταρά των γραφείων

13-4-2013

(Πάμε τραγουδιστά...)

H ΜΑΙΡΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ


Το πρώτο μέλημα της μέρας ένα άγχος, μπρος σε μια στάση μια στυφή αναμονή


να ξεπροβάλλει βλοσυρό το λεωφορείο, και το τικ τακ του ρολογιού να σε δονεί

να τσαλακώνεσαι στο σαρδελοποιείο και να σε γδέρνουνε οι γύρω σιωπές

ενώ στους δρόμους χαίνουνε πληγές νωπές.



Το ανθρωποστοίβαγμα μια πρέσα διαρκείας και το ταξίδι κάποια νόρμα θλιβερή

το υπουργείο σαν αγέρωχος αφέντης και κείνη η πύλη μια μασέλα κοφτερή

ως το κουδούνισμα, το χτύπημα της κάρτας κάποιες καρδιές λαχανιαστά φτεροκοπούν

προτού να κόψουνε το νήμα και να μπουν.



Στο ασανσέρ ροκανισμένες καλημέρες, κόσμοι απρόσιτοι, ερμητικά κλειστοί

αυθορμησίες και χαμόγελα κομμένα όσο βαλτώνουνε τα πριμ και οι μιστοί

τα φώτα ανάβουν στα γραφεία νυσταγμένα και τα καφέμπρικα μικρή παρηγοριά

και στο παράθυρο η ανάσα του βοριά.



Το τραπεζάκι μου σαν τράπουλα χυμένη κι όλα τα έγγραφα να καιν πιεστικά

οι εκκρεμότητες κρεμάμενες τριγύρω κι ένα τσαφ τσουφ να ξεκινάει βιαστικά

όλα τα πρέπει μαζεμένα στη φωλιά μου και νέα φίδια μες στον κόρφο μου ξυπνούν

και οι ευθύνες σαν φωτιές που δεν ξεχνούν.



Σ ’ένα γραφείο μες στα χνότα και στα λόγια, κάποια αόρατη θηλιά μάς απειλεί

παραδοτέα, απαντήσεις και ι-μέιλ ένα σεινάμενο κακόλαλο σκυλί

τηλεφωνήματα ριπές επικρατείας σαν κομπρεσέρ που δεν βαστά ούτε λεπτό

και ο ‘’πολίτης’’ ένα σύμβολο σεπτό.



Τροπολογίες σαν υπόθετα γαλήνης και νομοσχέδια χρησμώδη ασαφή

οι επισκέπτες ως φορείς μιας αδικίας που μου κοστίζει μια εμβόλιμη επαφή

οι εντολές του γραμματέα σαν μπατσάκια, το πάνω κάτω πρωινή γυμναστική

και το κορμί μου σαν μια ζύμη ελαστική.



Οι υφιστάμενοι γεμάτοι απορίες για τα παράδοξα του κόσμου τα τρελά

κάθε υπόθεση μια πίεση μελάτη που τα μηνίγγια μου πιέζει και γελά

το ραδιόφωνο χιμά με κατηγόριες και γι’ όλα οι υπάλληλοι οι άμοιροι χρωστούν

τις αμαρτίες όλων σα Άτλαντες βαστούν.



Για να μοντάρεις μιαν εγκύκλιο αμέσως τις παρωπίδες σου αυτόματα φοράς

με copy-paste και παρέμβλητες εμπνεύσεις σαν ζαλισμένος στο αρχείο προχωράς

κι ενώ νομίζεις πως πηγαίνεις για το τέλος, φωνή στριγκή του γενικού διευθυντή

σε διατάζει να ‘’παρκάρεις’’ το σιντί.



Ο καπουτσίνο τώρα πια έχει κρυώσει, με κοροϊδεύει το κεφάτο πλαστικό

όλο το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι, κι η πίεση γεννά, αλί, εγκεφαλικό

φτεροκοπάει η καρδιά μου σαν σπουργίτης, έπρεπε να ’μουν εκατόγχειρη θεά

κι ένα σημείωμα να με μουτζώνει… ‘’να’’.



Η πόρτα διάολος που όλο ανοιγοκλείνει και ένα μπαμ σαν κατακεφαλιά

από τις 12 ξεραίνονται τα χείλη και κάθε ανάσα καταπίνει τη λαλιά

έξω στο διάδρομο σαν δήμιος περιμένει δικηγοράκι με μια σάκα φουσκωτή

να με ξεκάνει με τα πώς και με τα τι.



Στα πεταχτά λίγο νεράκι σε μια κούπα κι ένα γελάκι βιασμένο και πνιχτό

τα εισερχόμενα οι νέοι ασθενείς μου κι εγώ να πρέπει με όλο πάθος να ριχτώ

όλα τα αρχεία κάπως με παραμονεύουν κι όλο διψούν για νέα ντάτα κι αριθμούς

μπας κι αποφύγουμε του δήμου τους κλαυθμούς.



Η γραμματέας μού σερβίρει νέα ύλη από το φαξ και την πλατφόρμα πολιτών

θέματα σύνθετα που’ χω κληρονομήσει από ένα αμπέλι παρελθόν κι όλο λυτόν

ένα λοφάκι από χαρτιά αριστερά μου είναι σαν λόχος από φλύαρες φωνές

στην κορυφή του κάπου χύθηκε ένας νες.



Απ’ το ισόγειο θα έλθουν οσονούπω τα ερωτήματα των νέων βουλευτών

των αξιότιμων του έθνους μας πατέρων και μην ακούσω ‘’εντιμότατων κλεφτών’’

οι προθεσμίες σαν μαχαίρι με τρυπάνε και ο αυχένας μου απ’ το σκύψιμο πονεί

ενώ διαδήλωση περνάει με χωνί.



Από το τρέξιμο, τον οίστρο, τη λαχτάρα, από το στρες και την τανάλια των χαρτιών

νιώθω τη ράχη μου δαρμένη αναιτίως και ένα δάκρυ απ’ τις κόγχες των ματιών

κάποιος γιορτάζει αποδίπλα με σφολιάτες, περνώ κι εγώ και του ξερνώ κάποιαν ευχή

κι όλο το είναι μου σηκώνει προσευχή.



‘’Θεέ μου άραγε ως πότε θα αντέξω’’ τούτου του χάους την τρελή μεταβολή

ήδη ο στόμαχος σαν να παραπονιέται και σφυροκόπημα ηχεί απ’ τη χολή

τα δυο πλεμόνια μου ζητούν λίγη γαλήνη, και ένα χέρι των βαρών κουφιστικό

αλλά αντ’ αυτών χαλά το κλιματιστικό.



Η ώρα σέρνεται σαν ύπουλος δραπέτης κι ενώ σιγούνε οι γραμμές οι υστερικές

τώρα ένα βάρος έχει πέσει απ’ τα στήθια και κάποιες έννοιες πρόωρες χιμαιρικές

πια προσηλώνομαι στις ΚΥΑ που αράζουν και δεικτικά με παραπέμπουν στο κουτί

βάζω μια τζίφρα ασυνείδητα η κουτή.



Ταχυδρομείο βαρυφορτωμένο, αύριο σύσκεψη με Γάλλους φορτικούς

κλεφτές ματιές στις ''κουτσομπόλες'' του Δικτύου και κάποια γεύση σε αδιάφορα κους κους

το Εxcelάκι μου ορθώς ευθυγραμμίζω για να το δώσω με καμάρι σε έναν ‘’σερ’’

μα η εκτύπωση ζητεί νέο τονέρ.



Έξω στους δρόμους κάποια έξαψη ανεβαίνει κι οι διμοιρίες κάνουν τείχος πνιγηρό

βλέπω να διώχνουν δυο μανάδες που στριγγλίζουν που συνοδεύουν έναν νεαρό φυρό

μια λαιμητόμος των νεφών κάθε παζάρι που με απολύσεις σαν βροχή μάς απειλεί

κι εγώ θυμάμαι ποιο ‘’το πρώτο μου σκαλί’’.



Ένα εφτάωρο στο ρινγκ βαλαντωμένη στην τουαλέτα επιτέλους ας διαβώ

απελευθέρωση μικρή το κάτουρό μου κι όπως πηγαίνω στον νιπτήρα να νιφτώ

ένα σαπούνι που ’χα φέρει απ’ το σπίτι έγινε άφαντο και τρέχει το νερό

κι εγώ να μην μπορώ ούτε τούτο να χαρώ.



Τακ τακα τουκ τα τακουνάκια στα πλακάκια και ένα άρωμα βαρύ αποπνιχτικό

το ταπεράκι μου ευθύς με περιμένει σαν ένα χάδι τρυφερό ανεκτικό

με την μπουκιά στον ουρανίσκο εφορμάει μια κάποια σύμβουλος του τέως υπουργού

και με κλαδεύει με πριόνι ξυλουργού.



Η ώρα τέσσερις και όλοι έχουν φύγει σβησμένα χάχανα ξεφτίδια μιας φυγής

και τέτοια ώρα είναι θέμα ποιος Θεός μου θέλει να γίνει ένας απομηχανής

το ρετουσάρισμα σε κάποιες εισηγήσεις είναι κολύμβηση μες στα θολά νερά

κι ο πονοκέφαλος στο πλάι με βαρά.



Μια ιδιόλεκτος που έρχεται απέξω είναι ένα σήμα πούρο ‘’συνοριακό’’

οι καθαρίστριες φουμάρουν δυο τσιγάρα με ένα σάρωθρο πολυσυλλεκτικό

ξάφνου χτυπά με αναίδεια το κινητό μου κι η μάνα μου με διακόπτει σαν τρελή

‘’ακόμα, κόρη μου, μη γίνεσαι χαλί’’.



Καθώς το κλείνω όλο νεύρα και συμπόνια την διπλανή μου βιαστικά αποχαιρετώ

μια μέρα πέρασε ολόκληρη ακόμα κι εγώ δεν πρόκαμα ποτέ να βαρεθώ

όμως μπροστά μου όλα μισοφαγωμένα κι ανολοκλήρωτα λιμνάζουν θλιβερά

μέρες σαν σκόνες που ζητούνε φυσερά.



Κοιτώ την τσάντα μου που παραπονεμένη έχει μουδιάσει πάνω στο καλοριφέρ

με μία κίνηση τα χώνω όλα μέσα κι ας τη βαφτίσουνε στην πιάτσα μας unfair

με έναν πήδο προσπερνώ τη σφουγγαρίστρα που θα ξεγράψει κάθε ίχνος αλαφρύ

μιας μέρας δύουσας που πλέον είναι free.



Είμαι στο Τμήμα αρχηγέτιδα, μια αλογόμυγα, ένα σείστρο, ένα τίμιο δουλικό

ψυχή και σώματι δοσμένη στο χαρτοβασίλειο, επαίνου πιόνι κι εργαλείο βολικό.


ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΙΔΗΣ



11/4/13

Όπως θα το ήθελε κι εκείνος…

Ο Ηλίας Λιούγκος είναι ένας από τους πλέον διακριτικούς εκπροσώπους του καλού ελληνικού τραγουδιού – κινούμενος μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, συνέδεσε σε άγουρη ηλικία το όνομά του με λαμπρές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας (συμμετείχε στους κατά Σαββόπουλο «Αχαρνής», στα «Παράλογα» και, κυρίως, στη «Ρωμαϊκή Αγορά» του Μάνου Χατζιδάκι) και τα επόμενα χρόνια επέμεινε να υπηρετεί πιστά το χατζιδακικό ρεπερτόριο (μαζί με λίγες ακόμα απόπειρες συναφούς ύφους), τραγουδώντας κυρίως σε μικρούς χώρους, χωρίς ποτέ να διαπεράσει το φράγμα της ανωνυμίας για τους μη ιδιαίτερα μυημένους στο έργο του Μ.Χ.
Κάπως ανάλογη είναι και η ιστορία της δικής μου γνωριμίας με το πρόσωπό του: Νομίζω ότι τον είχα πρωτοδεί από κοντά τον Ιούλιο του 1987, εν μέσω καύσωνα, σε μια συναυλία του Μ.Χ. στο γήπεδο του ΠΑΟ που έμελλε να σταθεί καθοριστική για την εν γένει γνωριμία μου με το έργο του συνθέτη. Έπειτα τον έμαθα καλά ακούγοντας και ξανακούγοντας, μέχρι γρατζουνίσματος των δίσκων και θρυμματισμού των εξωφύλλων, τα βινύλια από την κασετίνα της «Ρωμαϊκής Αγοράς». Πιθανότατα τον ξαναείδα ζωντανά σε κάποιες συναυλίες προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Κατά πρόσωπο τον συνάντησα τυχαία μία και μοναδική φορά, το μεθυστικό καλοκαίρι του 2004 – κάποιο απόγευμα εκείνου του Αυγούστου, η χαμηλών τόνων τέχνη του βρήκε μια μικρή θέση στο απόλυτο πανηγύρι των καιρών και ο σεμνός ερμηνευτής εκλήθη για μια συναυλία στο Κέντρο Τύπου του Ζαππείου Μεγάρου. Τυχαία διασταυρώθηκε μαζί μου μόλις μπήκε στο κτίριο – με απλότητα, αλλά και αμηχανία εμφανή με ρώτησε για καναδυό πρακτικά ζητήματα. Η φωνή του, όπως έφτανε από μακριά εκείνο το βράδυ στο γραφείο, έμοιαζε μια όμορφη χορδή ποιότητας που πάσχιζε αλλά τα κατάφερνε να ακουστεί μέσα στον γενικό πανζουρλισμό. Έπειτα ξαναέχασα τα ίχνη του – μέχρι που πέτυχα τυχαία προ μηνών μία ή δύο συνεντεύξεις του, με αφορμή κάποιες νέες εμφανίσεις του, χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία.
Δεν ήταν, ίσως, τυχαίο μετά από όλα αυτά ότι η βραδιά που ο Ηλίας Λιούγκος εμπνεύστηκε και οργάνωσε το περασμένο Σάββατο στο Μέγαρο Μουσικής ήταν, ίσως, ό,τι πιο κοντινό στο πνεύμα και στο ύφος του Μάνου Χατζιδάκι, από τα πολλά, είναι η αλήθεια, αφιερώματα που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Ακόμα κι η προετοιμασία της εκδήλωσης κινήθηκε σχεδόν στο ημίφως… Με ελάχιστη έως μηδενική διαφήμιση, «εξορισμένη» σε μια αίθουσα συνεδριακής κυρίως χρήσης στη νέα πτέρυγα του Μεγάρου, η εκδήλωση «αποκαλύφθηκε» μόνο στους φανατικούς εξερευνητές του προγράμματος του Μεγάρου και, πιθανότατα, σε όσους επιμένουν να ψάχνουν τα «ψιλά» στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων ή στο ιντερνετικό χάος. Παρόλα αυτά, οι υπόγειες διαδρομές της πληροφορίας λειτούργησαν καλά: η συναυλία ξεπούλησε αρκετές μέρες νωρίτερα και η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη – αρκεί λοιπόν καμιά φορά ακόμα και ένας απλός παλμός, ένας ανεπαίσθητος κυματισμός για να τανύσει τις ευαίσθητες χορδές μας. Τα φώτα έσβησαν. Το σκηνικό της βραδιάς ανέδειξε αμέσως όλα τα (λιτά) μυστικά του. Δυο φωνές, τέσσερα όργανα, ένας αφηγητής καθισμένος σε ένα παλαιϊκό γραφειάκι με τα χαρτιά του και λίγα λουλούδια. Καμία εισαγωγή, κανένα καλωσόρισμα, καμία βιντεοπροβολή. Ο Ηλίας Λιούγκος έκανε την αρχή – με την όψη του να δείχνει καθαρά τα σημάδια της εν εξελίξει μετάβασης από τη νιότη, με την οποία όλοι τον γνωρίσαμε, προς την ωριμότητα της μέσης ηλικίας. Χρειάστηκαν όμως μόλις 2-3 τραγούδια για να ζεσταθεί η φωνή του και να βρει το αγαπημένο σε όλους μας ηχόχρωμα, που έχει καταγραφεί ως «κτήμα εσαεί» στα αυλάκια της «Ρωμαϊκής Αγοράς». Πλάι του, ο άγνωστος Χ της βραδιάς: η Γιώτα Νέγκα με την υπέροχη φωνή, που εδώ και χρόνια (μαντεύω ότι) προσπαθεί να κάνει το μεγάλο βήμα πέρα από την καταλυτική επίδραση της μεγάλης της (de facto όμως πεπερασμένου βεληνεκούς) επιτυχίας «Με τα μάτια κλειστά». Τα ενθουσιώδη «μπράβο» που ακούστηκαν ήδη από το πρώτο ή δεύτερο άσμα της διέλυσαν αμέσως τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες. Φωνή γήινη, εκφραστική, ιδανική για να γεφυρώσει τις ουράνιες μουσικές του Χατζιδάκι με το σύγχρονο αισθητήριο. Της λείπει ακόμα μια μικρή δόση εσωτερικότητας και βάθους στην ερμηνεία του συγκεκριμένου ρεπερτορίου – αλλά πιστεύω ότι είναι θέμα χρόνου και εμπειρίας να τα κατακτήσει. Στο ρόλο του αναγνώστη, ο Γιώργος Χρονάς. Μπαρουτοκαπνισμένος άνθρωπος των γραμμάτων και της μουσικής, συνεργάτης (όπως επιβεβαίωσα από μια ματιά στο βιογραφικό του) του Χατζιδάκι την εποχή του Τρίτου, ήταν μια εύλογη επιλογή για την ανάγνωση επιλεγμένων αποσπασμάτων από τα πεζά του κείμενα, τα οποία, όσο περνούν τα χρόνια, ολοένα και περισσότερο (ξανα)ανακαλύπτονται και μνημονεύονται – από μυημένους και μη. Το μουσικό κομμάτι της βραδιάς εκτελέστηκε από ένα τετραμελές σύνολο που απέδειξε ακόμα και στα αυτιά των μη ειδημόνων ότι μια μικρή αλλά καλοσυντονισμένη ομάδα οργάνων μπορεί να αποδώσει ήχο εφάμιλλο με αυτόν μιας μεγάλης ορχήστρας – η αίσθηση του «γεμάτου» και φίνου ήχου κυριάρχησε σε όλη τη βραδιά, ακόμα και σε 1-2 περιπτώσεις όπου η απουσία των κρουστών καλύφθηκε από χτυπήματα ελαφρού κρότου στο βιολί ή στην κιθάρα. Το άρτιο μουσικό αποτέλεσμα οφείλεται σίγουρα, κατά μείζονα λόγο, και στην παρουσία (στην κιθάρα) της Στέλλας Κυπραίου, επί σειρά ετών συνεργάτιδας του Χατζιδάκι.
Αν και είναι πρακτικά αδύνατο να μιλήσει κανείς για ανθολογία του (πληθωρικού και πολύπτυχου) έργου του Μάνου Χατζιδάκι, νομίζω ότι η επιλογή του προγράμματος της βραδιάς δεν μπορούσε να αφήσει ανικανοποίητο κανέναν φανατικό ή περιστασιακό φίλο της μουσικής του. Ευλόγως το πρόγραμμα ήταν εστιασμένο στον κύκλο της «Ρωμαϊκής Αγοράς» (έτσι κι αλλιώς μια ωσεί ανθολογία παλαιότερων τραγουδιών, σε νέες για την εποχή τους και ενιαίου ύφους εκτελέσεις), όπου είχε διαπρέψει ο Λιούγκος. Έχω όμως την αίσθηση ότι αυτά ακριβώς τα τραγούδια συνιστούν ό,τι νιώθει ο μέσος επαρκής ακροατής ως «κανόνα» της χατζιδακικής δημιουργίας – μαζί, ίσως, με 2-3 ακόμα έντεχνους κύκλους και κάποια επίλεκτα δείγματα της εμπορικής περιόδου (παρά τις γνωστές επιφυλάξεις, τις οποίες σέβομαι αλλά ξεπερνώ). Ακούστηκαν, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων, η σοφή «Αθανασία» (αν και μάλλον «χάθηκε», στην αρχή του προγράμματος), η τρυφερή «Περιμπανού», μια «Πόλη Μαγική», η «Οδός Ονείρων», η «Μπαλάντα του Ούρι», το «Αστέρι του Βοριά», ο «Εφιάλτης της Περσεφόνης». Επίσης, το εμβληματικό «Αγάπη που’γινες δίκοπο μαχαίρι» και το «Είμαι αητός χωρίς φτερά», στο λιτό, χωρίς μπουζούκι ύφος της «Ρωμαϊκής Αγοράς». Δεν έλειψαν, επίσης, χωρίς να ανήκουν στον προαναφερθέντα κύκλο, ο αριστουργηματικός «Γιάννης ο φονιάς» και ο «Κεμάλ» - ίσως το πλέον αγαπητό και πολυεκτελεσμένο τραγούδι του Χατζιδάκι τα τελευταία χρόνια. Μια ξεχωριστή στιγμή της βραδιάς ήταν το «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»: όσοι έχουν διαβάσει το κείμενο-παρακαταθήκη του Μάνου Χατζιδάκι στο φυλλάδιο της κασετίνας θυμούνται την ιδιαίτερη σχέση του δημιουργού με αυτό το κομμάτι, από τα λίγα στα οποία ηχογράφησε και τη δική του φωνή. Ο Ηλίας Λιούγκος επέλεξε να εντάξει ατόφια στη ζωντανή εκτέλεση την ηχογραφημένη φωνή του Χατζιδάκι. Τον νιώθαμε έτσι κι αλλιώς παρόντα σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, εκείνη τη στιγμή σα να πιστέψαμε πως ο χρόνος έπαιζε παράξενα παιχνίδια…
Το κοινό της βραδιάς ήταν απρόσμενα και ευχάριστα πολυσυλλεκτικό. Κλασικές κυρίες του Μεγάρου Μουσικής, πολλά μεσήλικα αστικά ζευγάρια, κομψευόμενες τριαντάρες, αρκετοί φοιτητές, ακόμα και μικρά παιδιά που συντρόφευαν τους γονείς τους. Όλοι επιφύλαξαν το πιο θερμό τους χειροκρότημα για το πρώτο τραγούδι της Νέγκα (σα να ένιωθαν ότι η καλή ερμηνεύτρια χρειαζόταν αυτή την «ψήφο εμπιστοσύνης») και, κυρίως, για τα πεζά κείμενα, τα οποία, στο σύνολό τους σχεδόν, έμοιαζαν πολύ πιο καίρια και σχετικά με την εποχή μας από πολλές ανέμπνευστες και παπαγαλίζουσες φλυαρίες που διαβάζει κανείς σήμερα. Το σιγοντάρισμα, όπου υπήρξε, ήταν χαμηλόφωνο και διακριτικό, όπως θα άρεσε και στον Χατζιδάκι. Στην κορύφωση του προγράμματος, όταν το ένα αριστούργημα διαδεχόταν το άλλο και η ψυχή είχε πλέον ολότελα παραδοθεί στη μαγεία των ήχων και των λέξεων, σα να άκουσα κάποιους πνιχτούς λυγμούς από τα γύρω μου καθίσματα – ίσως, πάλι, ήταν απλά μια προβολή και της δικής μου ψυχοσύνθεσης. Το τέλος επρόκειτο να είναι κι αυτό απλό και συγκινητικό, με λίγα θερμά λόγια από τον Ηλία Λιούγκο και δύο ανκόρ για την επίγευση της βραδιάς – που σίγουρα δε θα σβήσει εύκολα από τη θύμηση και την καρδιά όσων την έζησαν.

 
Χ.Α.

8/4/13

ΜΕΘ

8-4-2013

Αυτή η έκρηξη εντός του εγκεφάλου
αυτή η έκπληξη της όψης του ως "άλλου"
μια κάποια πτώση σε μια "σκοτεινή χαράδρα"
μια κάποια ελπίδα σαν να χάσκει χαραμάδα.

Αυτό το θέαμα που υφαίνει η αφωνία
αυτό το θάμα που ζητεί η αγωνία
μια σιωπή τρομώδης και αγαλματένια
κι όλη η αντίληψη του κόσμου τιποτένια.

Ο λογισμός σαν αναχωρητής
έχει αποδράσει στον δικό του χωροχρόνο
η μοίρα ένας μακιγιέρ ταριχευτής
και η ζωή ένας βασιλιάς σε άδειο θρόνο.





















Ποιος κυβερνά το σώμα αυτό το γνωρισμένο
πόσο αντηχούνε της αγάπης οι ικεσίες
στην ξενιτιά της μηχανής εξορισμένο
(μα θέλει η ανάσταση ανείπωτες θυσίες).

Κι εκεί που όλα παγωμένα ακινητούν
τα βλέφαρά του ταλαντεύονται άνω κάτω
είν' οι δυνάμεις του αγαθού που αποζητούν
να ξεκολλήσουν απ' τη γούβα του έναν βράχο.

Πονούν τα μάτια μου και ρίγος με περνά
ένα παλιόνειρο που ζω χωρίς ασπίδα
φαρμάκι δαίμονας στα πόδια μου ξερνά
και τα καλώδια στο στήθος μια αλυσίδα.

Κι όπως το βράδυ σκάει μονόχνοτο πρησμένο
και κεραυνόπληκτος βαδίζω προς την πύλη
το καθετί το συλλαμβάνω πετρωμένο
σαν να ποζάρει εκστατικά πάνω σε κλίνη.