10/6/10

Άγιοι και δαίμονες

Θα το γράψω κι ας φανώ σπαστικός.
Συναντώ συνεχώς ανθρώπους που μέμφονται τους "κλεφταράδες" πολιτικούς, το ΔΝΤ, τη Μέρκελ, τους "απατεώνες" δημοσιογράφους κ.λπ. Κι όταν τους λέω για τις ευθύνες του κόσμου, ημών των ιδίων,  εισπράττω αντίδραση: "Αυτοί είναι οι υπεύθυνοι. Ας έδιναν το παράδειγμα και θα ακολουθούσε ο κόσμος!", "Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι" κ.ο.κ.
Ωραία. Και τώρα που θέλει ο υπουργός Οικονομικών -που δεν έχει κλέψει- να εφαρμόσει τον νόμο και να μαζέψει λεφτά, γιατί οι εφοριακοί δεν μπορούν να τα μαζέψουν; Οι προμηθευτές φαρμάκων και οι εμπλεκόμενοι στις συνταγογραφήσεις υπάλληλοι γιατί αγνοούν επιδεικτικά τις ενέργειες της υπουργού Υγείας, που είναι αδιάφθορη; Οι αγρότες που έφαγαν δισ. για ανύπαρκτες καλλιέργειες θα απαιτηθεί από τον λαό να επιστρέψουν τα κλεμμένα, όπως απαιτείται από τους πολιτικούς; Και οι υπάλληλοι που έπαιρναν επιδόματα παραγωγικότητας και άλλα απίστευτα επιδόματα χωρίς να παράγουν, συνειδητά δηλ. έκλεβαν τους φορολογούμενους, θα απαιτηθεί επίσης να επιστρέψουν τα (πολλών δισ.) κλεμμένα;
Χρειάζονται περισσότεροι του ενός για να γίνει η κομπίνα, αγαπητοί μου. Και όσο κι αν ο κάτοχος της εξουσίας έχει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, δεν απαλλάσσεται ουδόλως από το δικό του μερίδιο ο συνένοχος πολίτης. Φταίμε, λοιπόν, κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίνε κι άλλοι.
Μόνο που για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει, αντί να μιλάς συνεχώς για καταλογισμό ευθυνών, να κάνεις και κάτι. Να κινηθείς. Και, δυστυχώς, στην περίπτωσή μας, πρέπει να συμπεριφερθούμε σαν σοβαροί και υπεύθυνοι πολίτες που δεν είμαστε. Κι εγώ επίσης, για να μη θεωρηθεί ότι βγάζω την ουρά μου απέξω.
Κάποτε ο λαός ήταν στο απυρόβλητο. Είχε εξαγιαστεί. Είχε γίνει ο "Άι-Λαός".
Μόνο που εκείνος ήταν ο λαός των εθνικών αγώνων και της Αντίστασης.
Δεν ήταν ο λαός της αρπαχτής και του λάιφ-στάιλ.
Σπαστικά δικός σας

Γ.Τρ.

Σημειώσεις στο ημίχρονο

10.6.2010

Το νέο βιβλίο του Ηλία Καφάογλου εκδίδεται σε μια θορυβώδη περίοδο, όπου στους δρόμους βλέπεις νέους με ποδοσφαιρικές φανέλες, στα καφενεία τηλεοράσεις-πλάκες που καθηλώνουν ως επί το πλείστον τους άρρενες αλκοολικούς ποδοσφαιρόφιλους, στον Τύπο κοκκαλωμένα στιγμιότυπα από χαμογελαστές αφίξεις ποδοσφαιρικών ομάδων και ανάλαφρες δηλώσεις και υποσχέσεις από φρέσκους και δροσερούς ποδοσφαιρικούς αστέρες.
Οι "Σημειώσεις στο ημίχρονο" έχουν την έκταση πράγματι μιας αφήγησης αναμνήσεων που ξεκίνησε στο 45΄ με τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου. Οι θεατές σηκώθηκαν από το τσιμέντο ή το πλαστικό για να ξεμουδιάσουν τα νώτα τους, αλλά ο Ηλίας παρέμεινε στη θέση του και άρχισε να ΄΄κατεβάζει΄΄ ιστορίες και σκέψεις γύρω από το ποδόσφαιρο και γενικά τη ζωή καθηλώνοντας μια παρέα συνομηλίκων του, που βρίσκονταν καθισμένοι ακριβώς δίπλα του.
Καθώς τα κρεμασμένα πανό κυμάτιζαν ελαφρά με το φύσημα το απαλό του ανέμου, η φωνή του Ηλία έτρεχε πάνω από τόπους και χρόνους, και συνδύαζε ματς και πολιτική-κοινωνική ιστορία, ματς και οικονομικά δεδομένα και στοιχεία της αγοράς, ματς και ποίηση, λογοτεχνία, τέχνη γενικά.
Οι μεγάλοι προβολείς του σταδίου έπεφταν ανακουφιστικά πάνω σε σφιγμένους σβέρκους και μυώδεις βραχίονες οπαδών κρεμασμένων σε κάγκελα, στύλους, μεγάφωνα. Η αγωνία της εξέλιξης κάπνιζε στο άναμμα ενός τσιγάρου, σε μια βιαστική τηλεφωνική ανταπόκριση, στην προπονητική ανάλυση των ταγών της εξέδρας. Σενάρια επί σεναρίων, ευρήματα και εκτιμήσεις, κατηγορώ και πεισματικές προτάσεις. Ο αντίπαλος όταν ξεκίνησε ο αγώνας φαινόταν εύκολο θήραμα στα χέρια της ομάδας-οικοδεσπότη, αλλά πάνω από το γήπεδο είχε αγκυροβολήσει ένα μαύρο σύννεφο και οι ΄΄δικοί΄΄ μας δεν μπορούσαν να βρουν στόχο με τίποτα. Και ως είναι γνωστόν, εάν σου μπει η ιδέα ότι δεν..., τότε κάθε νέα προσπάθεια δικαιώνει την υποψία, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της αυτοεπαναλαμβανόμενης προφητείας. Όλη αυτή την ώρα βέβαια ο Ηλίας συνέχιζε να μιλάει ήρεμος και ατάραχος. Δεν έβγαινε η αγωνία στο πρόσωπό του. Θυμόταν βέβαια ηρωικές ανατροπές και ήρωες των τελευταίων λεπτών. Οπότε χωρίς να το λέει, αυτό σαν να υποδήλωνε η στάση του: ΄΄Υπομονή, σύντροφοι, ο αγών λήγει σε 45 ολόκληρα λεπτά΄΄.
Μιλούσε για το Κύπελλο του 2006, τον Ρονάλντο και τον Ροναλντίνιο, τους μεγάλους χορηγούς και τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τις οικονομικές σχέσεις και την ΄΄εκμετάλλευση΄΄ των παικτών, το ''επίσκυρον" των αρχαίων Ελλήνων, την εργατική τάξη που ΄΄έχτισε΄΄ το άθλημα, τις βίαιες εκδηλώσεις και τις πολεμικές αναμετρήσεις των ποδοσφαιρικών στρατών. Οι νεαροί δίπλα του άκουγαν εμβρόντητοι το ΄΄κήρυγμα΄΄ και κάπου κάπου έγερναν το κεφάλι εμπρός, καταφατικά, ξεσκονίζοντας παλαιά επεισόδια που Θεός οίδεν πού τα είχαν καταχωνιάσει. Στο γήπεδο είχε στο μεταξύ μπει ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας και δεχόταν σουτάκια από έναν παίκτη-παγκίτη. Αυτό έδωσε αφορμή στον Ηλία να αρχίσει να μιλάει για τον τερματοφύλακα ως ξεχωριστή οντότητα μέσα στην ομάδα και να ξαναθυμίσει στους νεότερους τα κατορθώματα πολλών Νο 1, του Πεντζαρόπουλου, του Οικονομόπουλου, του Σαργκάνη, του Γιασίν...ως και του Ντούντεκ. Οι νέοι χαμογελούσαν εγκωμιαστικά όταν ο λόγος έπεφτε σε θρυλικούς παίκτες της δικής τους ομάδας, αλλά και για τους άλλους, τους φημισμένους των ξένων συλλόγων, η σιωπή τους μέτραγε διπλά, ως σεβασμός και ως ιερή αποδοχή.
Στο στάδιο άρχισαν να ακούγονται τραγούδια, στην αρχή ξενικά, ντίσκο και ποπ, και κάποια στιγμή θρυλικά του Θεοδωράκη. Ένας πιτσιρίκος είχε μπει κι αυτός και άλλοι μικροί, και ο πρώτος βάλθηκε να δείξει σε όσους είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους στο χορτάρι την ικανότητά του στις ντρίπλες: ντριπλάροντας κατά σειρά όλους τους συνομηλίκους του, μια δεξιά μια αριστερά περνώντας, πετώντας την μπάλα στον ανοιχτό χώρο και με την ορμή του τεχνίτη φτάνοντάς την πρώτος και επαναφέροντάς την στο κέντρο του ομίλου, ώστε να συνεχιστεί το ΄΄μαρτύριο΄΄ των συμπαικτών του. Εντωμεταξύ, όλο και κάποιοι από τις κερκίδες έβλεπαν τα κατορθώματά του και τον ενεθάρρυναν να συνεχίσει με κραυγές και μαζικά "Όλε, όλε" καθώς και χειροκροτήματα. Ο Ηλίας γελούσε με τους ελιγμούς του μικρού Μαραντόνα και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα συνέχισε με νέο κεφάλαιο: "Έξυπνες ντρίπλες: οδηγίες χρήσεως". Έβλεπε τον πιτσιρίκο και θυμόταν τον Αρδίζογλου και τον Βαμβακούλα.
Τα λεπτά περνούσαν ευχάριστα. Στο στάδιο μπήκαν όμορφες Αμαζόνες-μαζορέτες, με τα στρας να λαμπυρίζουν πάνω από τα καλοσχηματισμένα οπίσθιά τους. Νέες φωνές μαζικής επιδοκιμασίας. Ειδικά στο... σκύψιμο, όταν η μαζορέτα πάει να φιλήσει... το χορτάρι. Ο Ηλίας σε αφηγηματική στύση: Μίντια, Τέχνη, Πολιτική. Περνά σαν τον ΥπερΣιβηρικό από όλα τα θέματα και αφήνει ανθάκια
στα αυτιά και γλυκό κρασί στους λάρυγγες: καθώς η αφήγηση γίνεται κήπος μυρωδάτος και ηδονικό πιοτό, σερβιρισμένο μέσα σε ασημί κύπελλο, με ανάγλυφη την παράσταση της θεάς Νίκης.
Στο ΄΄έβγα΄΄ των διαιτητών και στο ζέσταμα των ομάδων πριν από το νέο σφύριγμα, ο Ηλίας πρόφτασε να περάσει από "Τα άδεια γήπεδα" και να ερμηνεύσει μια κεφαλιά-ποίημα του Ζινεντίν Ζιντάν.
Ένας από τους νέους τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. Ο άλλος τού πέρασε για δώρο ένα κασκόλ γύρω από τον λαιμό. Οι τρύπες των κερκίδων γέμισαν με την επιστροφή των αλανιάρηδων θεατών που είχαν βγει εκτός για τσιγάρο, μπίρα, λεμονάδα ή καβγά. Όλοι στις θέσεις τους. Ξεκινάμε και πάλι...
Ο Ηλίας δεν βλέπει μονοδιάστατα το ματς. Για ό,τι συμβαίνει ανάβει στο πίσω μέρος του μυαλού του ένα φωτάκι που τον πάει αλλού, στο σκοτεινό δάσος του παρελθόντος. Μέχρι να βάλει το νικητήριο γκολ ο Χαραλαμπίδης ο Δραμινός στο 87΄, ο Ηλίας έχει πλέξει ένα νέο κασκόλ με την πένα του μυαλού του.
Αργά το βράδυ, κάπου στη Δροσιά, ξαναρίχνει μπροστά του αδειάζοντας τον κάδο της σφριγηλής μνήμης με τις υπέροχες σκηνές. Το μολύβι ζεσταίνεται στο γήπεδο της γραφής. Κι αρχίζει να σουτάρει βγάζοντας απωθημένες σκέψεις και λογισμούς.

Τι όμορφη που είναι η ζωή, η νύχτα ενός ποδοσφαιρικού θριάμβου, τα ουρανομήκη κλάξον των μηχανών όλων των πανηγυριστών. Νύχτα γιομάτη τέρματα, νύχτα γιομάτη άνθη.

"Σημειώσεις στο ημίχρονο", από τις εκδόσεις Ύψιλον. Το αγοράζεις σαν το πολύτιμο εισιτήριο και το απολαμβάνεις με μπίρα και πατατάκια.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

9/6/10

Ένα πουλάκι

9.6.2010

Πάνω στο παλιό μωσαϊκό της αυλής, κάτω από την ομπρέλα ενός άρρωστου δέντρου, ένα βήμα μόνο να απέχει από την κλειδωμένη και κατά σημεία σκουριασμένη βαριά σιδερένια εξώπορτα, το είδα να στέκεται παγερά σιωπηλό. Το σώμα του ήταν ένας λοφίσκος ντυμένος με έναν σκοτεινό γήινο χιτώνα. Στους πρόποδές του κινούνταν κυκλικά ξένοι επιδρομείς. Κυκλόφερναν το σώμα και αναζητούσαν ίσως έναν ανοιχτό πόρο για να μπουν μέσα του, να κλέψουν τους χυμούς του. Σαν να θέλανε όλη την ώρα να σκυλεύσουν αυτό το σώμα, και να μην μπορούσαν. Πλησίασα όλος τρόμο και έκπληξη. Όσο πήγαινα πιο κοντά στο σημείο, ο βαθμός της εσωτερικής εντάσεως αυξανόταν. Τίποτε δεν του ήμουν, κι αυτό τίποτε δεν μου ήταν. Υπήρχε ακαθόριστα κάπου στο χώρο και παίδευε τις αισθήσεις μου μέχρι να το εντοπίσω. Κρυβόταν και τραγουδούσε χωρίς να το βλέπω. Παίζαμε ένα παιχνίδι ασυνείδητο, δυο τυφλών υπάρξεων. Γλυκομίλητο, μια αφηρημένη νότα της άνοιξης. Η καρδιά χτύπησε δυνατά όταν έσκυψα πάνω από το μάτι. Να κρατήσω τη μνήμη της τελευταίας έκφρασής του. Μια χάντρα στεκόταν εκεί, σαν χαρούμενο μου φάνηκε. Από κάτω μια νεκρική πομπή μυρμηγκιών γυρνούσε ακατάπαυστα, σαν τους λεπτοδείκτες των ρολογιών. Έτσι όπως γυρνούσαν και δεν έβρισκαν μιαν οπή να εισχωρήσουν κάπου, θυμήθηκα φυλακισμένα έντομα σε φιάλες και γυάλινα μπουκάλια, όταν από το στόμιο κατεβαίνουν στον πυθμένα και τανάπαλιν γεμάτα από απόγνωση, ίσως νιώθοντας ότι δεν υπάρχει πουθενά κάποια έξοδος. Πουλάκι μου, θα έλεγε μια μάνα μέσα στα κλάματα ή στα αίματα. Ποιος σε χτύπησε, ποιος σε χάλασε; Εσύ, ουρανοσκόπε, που ανήκεις στα ψηλά δώματα του κόσμου, πώς καταδέχτηκες να έλθεις στα ίσια με το χώμα; Ποιο χέρι μπορεί και φτάνει τόσο ψηλά για να σε αγγίζει και να σε συλλαμβάνει; Εσύ, υπερήφανε μουσικέ του κόσμου, άκακε σαλπιγκτή της ελπίδας, ειρηνικέ και ακάματε ψιθυριστή, κουβαλητή της μελωδίας, εσύ θερμαστή των τυραννισμένων ψυχών, που παρηγορείς τα απλανή βλέμματα, που ομορφαίνεις τα δέντρα και τους κήπους, που ζωντανεύεις τις κατηφείς και καμπουριαστές ημέρες. Ποιο μυστικό πήρες μαζί σου. Τι ξέχασες να μου πεις, λέγει η μάνα, και το έχεις κρύψει κάτω από τις φτερούγες σου. Ποια ριπή, ποια βολή, ποιο κοφτερό δόντι, ποια μάχαιρα στυγνή, ποια καταιγίδα, ποιο ερπετό μιας μαύρης τύχης, ποια συμπαιγνία του κακού σε κατέβασε τόσο χαμηλά, σένα τον λυρικό ουρανοδρόμο, τον αιθεροβάμονα, τον εμπνευστή κάθε ποιήσεως; Ήλθε και στάθηκε στην αυλή. Λέγοντας "πάρε με", "εδώ ανήκω", "μην με ψάξεις στο πουθενά", "κλείσε με στην καρδιά σου". Πουλάκι μου, λέγει η μάνα άφωνη. Πώς σκοτείνιασε ο κήπος και χάθηκε το φως. Ποιο μήνυμα του κόσμου θέλησες να δώσεις; Εσύ, ταχυδρόμε πιστέ, ποιο γράμμα δεν πρόλαβες να δώσεις σε μια γέρικη ψυχή που σε περίμενε κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια γάτα πιο πέρα ξύνοντας με το φτυάρι του ποδιού της ασυναίσθητα άνοιγε ένα λακκάκι. Δεν κοιτούσε το πουλί, τη χαμογελαστή χάντρα του ματιού του, αυτό το θαυμάσιο πρίσμα μέσα από το οποίο βγαίνουν τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και η γλύκα της εν τη φύσει ζωής. Η γάτα χάθηκε πηδώντας το γειτονικό φράχτη. Έκλαψε με τον τρόπο της, τη σιωπηλή φυγή της, σκαρφαλώνοντας στα εμπόδια. Ή μήπως κάτι γνώριζε κι αυτή; Ή μήπως από τον δικό της κόσμο ερχόταν η ενοχή και το χτύπημα της μοίρας; Τα ερωτήματα όλων των θανάτων χτίζουν μια προτομή πάνω από τις θυρίδες όλων των μυστηρίων. Κάποτε είχα ακούσει μιαν ιστορία για ένα πιστό σκυλί. Δηλητηριάστηκε μακριά από τη φωλιά του, μα με κόπο ψυχής μαραθωνοδρόμου άντεξε να φέρει το νεκρό κουφάρι του ως τη θύρα του σπιτιού. Πουλάκι μου, κι εσύ από μακριά, είπε η μάνα, θα ήλθες, και φτάνοντας έκοψες το νήμα της καρδιάς σου και έχυσες νότες πάνω στο υγρό μωσαϊκό. Κι όλος αυτός ο λόχος των εντόμων και των τεθλιμμένων συγγενών το κλειδί ψάχνουνε, το μουσικό σου κλειδί, να στρίψουν και να ξανακούσουν τη φωνή σου.

Π.Χ.

Ένα απόσπασμα από τον "Αγαπημένο των μελισσών"

9.6.2010

(Ο Σουηδός καθηγητής αρχαιολάτρης Μπρούνο Γκούσταφσον συνομιλεί με τον Αριστείδη Μαργαρίτη, τον οποίο σκοπεύει να θάψει-κυριολεκτικά να ΄΄χτίσει΄΄ σε ένα πηγάδι ελευθερώνοντας το δρόμο προσέγγισης με τη γυναίκα του Ευτέρπη.)

(σελ. 43-44 της έκδοσης)

[...]

Δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα μνημεία, τα αρχαία ερείπια και ο ιστορικός χρόνος.

- Πώς είναι δυνατόν, αγανάκτησα (σημ.: ομιλεί ο Μπρούνο), να μην εννοείς τον ιστορικό χρόνο;

Βρήκα διέξοδο από τη χαιρέκακη σκέψη και την απώθησα σε ασφαλέστερο στεγανό μέσα μου, ώσπου να τη δουλέψω καλύτερα, και εκτόνωσα την έντασή μου πάνω στον άμοιρο εκείνο άνθρωπο.

- Είναι ο μόνος υπαρκτός χρόνος, συνέχισα, εκεί και μόνο εκεί υφίστασαι, γιατί αυτός ο χρόνος είναι που έχει περισωθεί στον παρόντα και τον εμβολιάζει. ''Πυτιά" λένε οι βοσκοί σας εκείνο το ένζυμο, το ελάχιστο, από το στομάχι του νεογέννητου αρνιού, που μετατρέπει το γάλα σε τυρί, "προζύμι" οι αρτοποιοί ό,τι πολλαπλασιάζει, φουσκώνει και γεννά το ψωμί. Έτσι είναι ο καθαρός χρόνος. Μια μαγιά αιωνιότητας. Το διηνεκές περνάει μέσα μας, μας κάνει κι εμάς υπερχρονικούς, αθάνατους. Γινόμαστε και οι ίδιοι φορείς χρόνου. Χρόνος. Μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε στο παρόν. 
Δεν έχει επιβιώσει τίποτε τυχαία, εξηγούσα με ανεξέλεγκτη πια ζέση, ανίκανος να σταματήσω. Το άγγιγμα των ερειπίων μάς δίνει όλη την παλιά ενέργεια. Σαν το ηλεκτρικό ρεύμα. Μας μεταλλάσσει. 

Με παρατηρούσε, έντρομος από τον οίστρο μου.

- Τι με κοιτάς; τον αποπήρα. Μόνο άμα ζεις στον άλλο χρόνο μπορείς να βιώσεις τον παρόντα, κατάλαβέ το. Να τον νοηματοδοτήσεις. Ακόμα και να βγεις από την εξουσία του, από τον εαυτό σου επομένως. Να δραπετεύσεις. 

Ο Αριστείδης εξακολουθούσε να με παρατηρεί άφωνος.

- Τι μ' αντικρίζεις έτσι; Ήμουνα πλέον εκτός εαυτού. Δε συμφωνείς, ε; Δεν καταλαβαίνεις τίποτε εσύ από το παρελθόν, τίποτε από το χρόνο. Είσαι έξω από το χρόνο, εξόριστος. Άχρονος. Ανύπαρκτος. Ζεις τυχαία. 
Ένας άχρηστος είσαι. Αυτό είσαι. Και κουβαλάς ξένο χρόνο επάνω σου, δανεικό. Χρόνο που δε σου ανήκει.
Μάθε το. Τον παρακρατάς από κάποιον άλλο. Αυτό κάνεις.

[...]

Διά την αντιγραφήν: Πέτρος Χριστοφιλίδης

3/6/10

Λεμονοδάσος (1930)

3.6.2010




Το 1930 ο Πάρις Ταβελούδης-Κοσμάς Πολίτης έγραφε για ένα δάσος, όπου από τα άνθη της πορτοκαλιάς και της λεμονιάς... πνίγεσαι. Ο ζωγραφικός πίνακας της γραφής περιέχει ελαφρείς κυματισμούς, ιριδισμούς, διανοητικούς και συναισθηματικούς σπασμούς, πορτρέτα των νέων της εποχής, όπου η τιμή, η αξιοπρέπεια, ο κώδικας των χρηστών ηθών, οι εκφράσεις των αισθημάτων, το ζήτημα της παρθενίας, οι σκοπιμότητες γύρω από την επαγγελματική και προσωπική αποκατάσταση, οι αντιλήψεις στα σαλόνια των καλών οικογενειών, και τόσα άλλα στοιχεία της φύσης και κοινωνικά δεδομένα, σχηματίζουν στο σύνολό τους ένα ρομαντικό ως επί το πλείστον κάδρο. Όταν ο ήρωας Παύλος Αποστόλου ρωτάει τον πατέρα του στο Ζάππειο για τη φύση της αγάπης, εκείνος την περιγράφει "ιδανική, όνειρο της φαντασίας, ανύπαρκτη και ανεκπλήρωτη". Σαν να λέμε σήμερα πως η ιδανική αγάπη είναι εκείνη που μόνο ως γέννημα της ονειρικής πραγματικότητας μπορεί να φανερωθεί.

Το βιβλίο εγκαινιάζει σειρά γνωστού εκδοτικού οίκου της Εμμ. Μπενάκη που επιδιώκει να θυμίσει στους νεότερους λογοτεχνικά στολίδια του παρελθόντος. Ανάμεσα στους χθεσινούς ομιλητές η Αγγ. Καστρινάκη που έχει ρίξει πλέον άγκυρα στο Ρέθυμνο και η οποία βλέπει πίσω από την αισθηματική ιστορία του Παύλου και της Βίργκως σύμβολα, στοιχεία μυστικισμού, αποκρυφισμού, τεκτονισμού. Ο αειθαλής Μένης θυμήθηκε την επίσκεψη στο σπίτι του Κοσμά Πολίτη (Ψυχικό) στις τελευταίες στροφές της ζωής του συγγραφέα. '΄Με πήγε η Μιλιέξ. Είδα μάλιστα και τη Βιβλιοθήκη του. Αυτός ο όμορφος άντρας είχε καταντήσει σκιά του εαυτού του, ειδικά μετά θάνατον της συζύγου του. Λέγανε μάλιστα πως τα βράδια ανέβαινε τη σκάλα που ξεκινούσε από το σαλόνι του σπιτιού και έβγαζε κραυγές, ούρλιαζε σαν λύκος".

Το βιβλίο παρουσιάζει μιαν ιδιαιτερότητα, κάτι ασυνήθιστο: το Επίμετρό του σχεδόν ισοφαρίζει την έκταση του κειμένου (χονδρικά από 200 σελίδες και τα δύο!).

Παρουσιάστηκε και ένα 2ο βιβλίο της σειράς, της Γ. Καζαντζάκη, που έχει ως θέμα του τη λέπρα (βλ. Σπιναλόγκα, ταινία που γυρίζεται τώρα για τη Σπιναλόγκα, βιβλίο Άμποτ, Χίσλοπ κ.λπ.).



Γαλήνη στην πλατεία των Εξαρχείων. Οι νέοι με τα μαύρα και τα μπλε πίνουν ποτά και καφέδες. Το "Φλοράλ" κόβει τον κόσμο σε φέτες-επίπεδα. Το LA της Σώτης πουλιέται με 5 ευρώ (προσφορά). Οι δωρεάν εφημερίδες κοιμούνται στο πάτωμα. Σήμερα η δωρεάν "Ε" έχει τον Νόλλα των Σποράδων.



Η Σκόπελος έχει ακόμη ωραία δάση, από πεύκο και λεύκα, όπου πνίγεσαι στο άρωμα.



Π.Χ.

2/6/10

Ο αγαπημένος των μελισσών

2.6.2010

Έχω την υποψία ότι η σκηνή που περιγράφει ο Ανδρέας Μήτσου και έλαβε χώρα στο Γρίμποβο Αιτωλοακαρνανίας (επίθεση ηλικωμένου σε νεότερο ηλικιακά λουόμενο) είναι αληθινή, πράγματι συνέβη. Κι είναι αυτή που έδωσε ερέθισμα στον συγγραφέα να ερευνήσει και να αιτιολογήσει την επιθετική συμπεριφορά ενός προσώπου ηλικιακά μεγαλύτερου προς ένα πρόσωπο ηλικιακά νεότερο (που ομοιάζει με το προηγούμενο και απλώς απέχει από αυτό 20 χρόνια). Δικαιολογείται άραγε με βάση τις αρχές του ψυχολογικού ρεαλισμού η πρόθεση δολοφονίας του νεότερου από τον μεγαλύτερο; Ο Μήτσου προσπαθεί να ΄΄δέσει΄΄ την ιστορία του με ένα μείγμα αντιλήψεων και θεωριών, που ως επί το πλείστον τριγυρίζουν γύρω από την έννοια του Χρόνου. Ο μεγαλύτερος σκοτώνει, ΄΄κτίζει΄΄ κυριολεκτικά, τον νεότερο από ζήλια, φθόνο ή νοσταλγία της νιότης του, ευρισκόμενος σε πανικό, σε συνδυασμό με έναν σουηδικό θρύλο, κατά τον οποίο πρέπει να τρομάζεις άμα τυχόν αντικρίσεις τον ΄΄σωσία΄΄ σου. Δηλαδή, στους 2 όμοιους ή παρόμοιους, ο 1 περισσεύει. Οπότε σκοτώνω τον σωσία μου σημαίνει ουσιαστικά πως επιχειρώ να μπω στη δική του ηλικιακή θέση, κλέβοντας το χρόνο του. Όταν όμως οι υποψίες όλες δείξουν τον δολοφόνο, εκείνος δεν έχει άλλο παρά να ομολογήσει την ανοησία του. Ο Μήτσου γράφει μια παράδοξη και παράξενη ιστορία, που του δίδει την ευκαιρία να κάνει κατά τόπους ένα γραπτό μάθημα κατά τύπον δοκιμίου και να εκδιπλώσει έχοντας ήδη συλλέξει τις φιλοσοφικές του γνώσεις. Η γλώσσα της νουβέλας είναι χρησμώδης κατά τόπους, μυστηριακή, στριφνή, συγγενεύοντας με το παραφυσικό και το παράλογο. Ο Ντετερμινισμός ωστόσο ζητεί τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Κι έτσι όπως στην αρχαία τραγωδία, όλα πρέπει να έλθουν στο φως και να μπει μια τάξη στα πράγματα, η ύβρη να βρει την τιμωρία της. Τον γέρο καθηγητή Μπρούνο Γκούσταφσον τον τιμωρούν κατατρώγοντάς τον οι μέλισσες, αυτές που ταρίχευσαν το θύμα, Αριστείδη Μαργαρίτη, τον οποίο ο πρώτος ΄΄έκτισε΄΄ σε ένα πηγάδι στο Τρίστρατο της Φωκίδας (βλ. μύθο Οιδίποδα). Πιστεύω ότι ως νουβέλα και με δεδομένη την έκτασή της, η ιστορία ΄΄χάνει΄΄. Θα ήταν καλύτερα ο συγγραφέας να την έκανε την ιστορία του διήγημα, για να αποφύγει επαναλήψεις και θεωρητικές φλυαρίες και παρεκβάσεις. Η προσπάθεια να μεταγράψεις την ψυχολογία και τη φιλοσοφία στο πεδίο της μυθοπλασίας οδηγεί σε αμηχανία τον αναγνώστη, που διψάει μόνο για την εξέλιξη της πλοκής και επιθυμεί εκείνος μόνο να βρει την ερμηνεία του αινίγματος και όχι να του τη δώσει ως μασημένη τροφή ο ίδιος ο συγγραφέας.
Πέραν αυτού, το έργο δίδει στον Μήτσου μιαν ωραία ευκαιρία να κάνει ένα εμπεριστατωμένο μάθημα περί Χρόνου, Έρωτος και Θανάτου σε μικρό ή μεγάλο κοινό, μαθητικό ή άλλο.

Αρχίζω να φοβάμαι τους γέρους, με τα υπαρξιακά τους νοσήματα, τις ιδεοληψίες, τα ελλείμματα και τα βίτσια τους. Σκοτώνουν νεότερους; Είναι παιδόφιλοι; Μισούν τη νεότητα; Γίνονται πορνόγεροι; Εξαργυρώνουν με υλικά μέσα τη χαμένη τους ομορφιά και δροσιά;
Αλλά όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, "ο καθένας μόνος του μετράει μέσα του τον Χρόνο".

Πέτρος Χριστοφιλίδης

H κρίση στην αυτοκίνηση

Μικρό χρονικό για την προαναγγελθείσα πτώχευση της Τζένεραλ Μότορς (1η Ιουνίου 2009)
[Η κρίση στην αυτοκίνηση έναν χρόνο μετά]
«Το αυτοκίνητο έχει γίνει το όπιο του αμερικανικού λαού» (περ. Fortune, Σεπτέμβριος 1934 – η βιβλιογραφία παρατίθεται στο τέλος του κειμένου)


Ποιος θα το πίστευε πριν από 30 χρόνια ότι η εταιρία, η άρρηκτα συνδεδεμένη με το αμερικανικό όνειρο, η ενσάρκωσή του, θα έφτανε στο σημείο να υπαχθεί από την 1η Ιουνίου 2009 στο άρθρο 11 του αμερικανικού πτωχευτικού δικαίου, ώστε να απολαμβάνει κρατικής προστασίας έναντι των πιστωτών της και, με κρατική ενίσχυση ύψους για το 2009 30,1 δις δολαρίων, να επιχειρηθεί η ανασυγκρότησή της.
Και, όμως, τρία χρόνια αφότου το περιοδικό Forbes θριαμβολογούσε πως «το Ντιτρόιτ αντεπιτίθεται», το 1980 το 45% των αυτοκινήτων που πουλήθηκαν στις ΗΠΑ προέρχονταν από την General Motors, αλλά εννιά χρόνια αργότερα το ποσοστό είχε πέσει στο 35%, όταν πέντε χρόνια πριν, το 1994, το περιοδικό Fortune σημείωνε με έμφαση πως μια ανασυγκρότηση της τάξεως των 11 δις δολαρίων για τον αμερικανικό κολοσσό είναι προ των πυλών. Το 2000 το ποσοστό της εταιρίας στην αγορά των ΗΠΑ είχε πέσει στο 28% και το 2009, μέχρι τη χρεοκοπία, μόνον 19 αυτοκίνητα στα 100 από όλα όσα διατέθηκαν στην αμερικανική αγορά παρήχθησαν από τα εργοστάσια της General Motors. Έναν χρόνο πριν, το 2008, στο Fortune είχε δημοσιευθεί φωτογραφία τού μετά τη χρεοκοπία απολυθέντος Διευθύνοντος Συμβούλου Ρικ Βάγκονερ, ο οποίος κήρυσσε την «έναρξη της ανασυγκρότησης». Επομένως, η κρίση είχε προαναγγελθεί δεδομένης και της απαξίωσης των ενεργοβόρων αμερικανικών αυτοκινήτων από τους νεότερους καταναλωτές.


Μια εταιρία σε ρόλο «κράτους πρόνοιας»


Η General Motors αντιμετωπίστηκε από το 1908, οπότε ιδρύθηκε, ως βαρόμετρο της αμερικανικής οικονομίας – 77 χρόνια ήταν η πρώτη σε πωλήσεις αυτοκινητοβιομηχανία παγκοσμίως, την ξεπέρασε η Toyota το 2008. Ήδη, από τα τελευταία χρόνια της μεταπολεμικής οικονομικής ακμής, η General Motors ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στην Αμερική, με εξαίρεση το μονοπώλιο τηλεφωνίας. Οι εργάτες της εταιρίας πληρώνονταν καλά: το 1969, λόγου χάριν, οι εργάτες στη γραμμή παραγωγής κέρδιζαν κατά μέσον όρο 9.000 δολάρια τον χρόνο -40.000 με σημερινές τιμές. Είχαν επιπλέον στη διάθεσή τους πολύ καλά πακέτα κάλυψης, υγειονομικής περίθαλψης και συνταξιοδότησης, θεωρούνταν, δηλαδή, μέλη της μεσαίας τάξης. Έτσι, η General Motors διαδραμάτιζε ρόλο «κράτους προνοίας» και η πτώχευσή της αναδεικνύει και την κρίση του αμερικανικού κράτους προνοίας και στις δύο πτυχές του, την ιδιωτική και τη δημόσια. Η «Συνθήκη του Ντιτρόιτ», όπως είχε χαρακτηρίσει το περιοδικό Fortune την ιστορική συμφωνία το 1949 μεταξύ των Ηνωμένων Εργατών Αυτοκινητοβιομηχανίας (UAV) και της General Motors, έθεσε τα θεμέλια για το ρόλο της General Motors στον τομέα της πρόνοιας και η συμφωνία υπήρξε αντικείμενο μίμησης για την οικονομία τω ΗΠΑ. Τότε, όμως, η κυριαρχία των Τριών Μεγάλων του Ντιτρόιτ στην αγορά αυτοκινήτου των ΗΠΑ ήταν συντριπτική και αναμφισβήτητη. Το 95% των αυτοκινήτων που αγόραζαν οι Αμερικανοί έβγαιναν από τις γραμμές παραγωγής των εργοστασίων των τριών και το κόστος των προγραμμάτων προνοίας μπορούσε να μετακυλίεται στους καταναλωτές. Ωστόσο, η κουλτούρα των Αμερικανών για την αυτοκίνηση εδραιώθηκε σε συνάρτηση με τη γιγάντωση των αστικών δικτύων, κατά το πρότυπο του Λος Άντζελες, μέσω της επέκτασης των όλο και πιο αχανών προαστίων και την ανάπτυξη του αυτοκινήτου σε βάρος των μαζικών μέσων μεταφοράς. Παράλληλα, η εξάρτηση από το πετρέλαιο και άλλα ορυκτά καύσιμα –όταν το 2000 έσπασε ένας αγωγός πετρελαίου από το Τουσόν στο Τέξας, πολλοί κάτοικοι τηλεφώνησαν στις εφημερίδες, για να πληροφορηθούν πώς να ειδοποιήσουν τους οδηγούς των λεωφορείων να σταματούν στις στάσεις!-, η πληθώρα μοντέλων αυτοκινήτων -ήδη το 1950 οι Τρεις Μεγάλοι προσέφεραν στους πελάτες 243 διαφορετικά μοντέλα και οι τιμές είχαν ανέβει κατά 36% μέσα σε μια χρονιά, ενώ το 1970 οι υποψήφιοι αγοραστές μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ 370 διαφορετικών μοντέλων-, η όλο και συχνότερη αντικατάσταση των αυτοκινήτων –το 1935 το μέσο διάστημα κατοχής ήταν 5 χρόνια, το 1955 ήταν μόλις δύο και ο επικεφαλής του τμήματος σχεδίασης της General Motors Χάρλεϊ Ερλ δήλωνε πως «δουλειά μας είναι να επισπεύσουμε την αχρήστευση»-, η ίδια η έννοια της ελευθερίας made in USA, η φαντασίωση μιας χωρίς όρια μετακίνησης χάρη και στους αυτοκινητοδρόμους, όραμα του Προέδρου της GM, Άλφρεντ Σλόαν, και του Χένρι Φορντ Β’, όλα αυτά σε συνδυασμό προανήγγειλαν την κρίση των Τριών Μεγάλων και την εν προκειμένω πτώχευση της General Motors, εξαιτίας και των επιλογών διαχείρισης που προέκριναν τα υψηλόβαθμα στελέχη της.