24.9.2010
Ο Γιώργος Σκύθος συνεχίζει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα με την νέα έκθεσή του στην γκαλερί "Χρώμα" (Κ. Σερβίας και Λέκκα), με γενικό τίτλο "Οδηγίες για δρόμους". Η εν λόγω έκθεση θα διαρκέσει μέχρι και τον Ιανουάριο του νέου έτους.
Πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη καλλιτεχνική προσπάθεια, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Ο καλλιτέχνης επιχειρεί πρωτότυπες χρωματικές μείξεις τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια των συνθέσεων, ταυτόχρονα με την ανάμειξη ποικίλων επιμέρους θεματικών στοιχείων. Ο τίτλος των έργων, όπως προείπαμε, είναι "Οδηγίες για δρόμους": πράγματι, όλα τα θέματα των έργων συγκλίνουν στο σύγχρονο αστικό βιομηχανικό τεχνοκρατούμενο τοπίο, και ειδικώς στη μοναχική πορεία και σύγκρουση του ανθρώπινου υποκειμένου με τους απειλητικούς εξωτερικούς παράγοντες. Απρόσωπα κτήρια, πελώριοι οικοδομικοί όγκοι, δημόσια έργα εν εξελίξει, ταχείες διελεύσεις μοντέρνων μέσων μεταφοράς κ.λπ. βομβίζουν πάνω από το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο καδράρει με το βλέμμα του κάθε στιγμή και ταυτοχρόνως τον πανζουρλισμό των ετερόκλητων ήχων και θορύβων, την ποικιλία των στάσεων, δραστηριοτήτων και απαντήσεων του ανθρώπου στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, τις συμπλοκές σάρκας και ύλης, τις διάχυτες εικόνες της ανθρωπομάζας κ.λπ. Ο Χρόνος, και ειδικότερα κάθε χρονική στιγμή μοιάζει να κερματίζει όλα τα επιμέρους εν δημοσίω χώρω σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Η τεθλασμένη του τραμ περνάει ξυστά από δίπλα μας, την ίδια ώρα που ένα ιπτάμενο πατίνι είναι έτοιμο να σκάσει μπροστά μας, ένα τρόλεϊ να μας βελονίσει με τις κεραίες του, ένα αυτοκίνητο να κορνάρει πάνω από το τύμπανό μας κ.λπ.
Τα έργα θεωρώ ότι είναι κατάλληλα και για καλλιτεχνική επένδυση ιδιωτικών χώρων και για περιοδικές εκδόσεις (βλ. εξώφυλλα Άθενς Βόις). Ο Γιώργος Σκύθος κατά δήλωσή του ακολουθεί τις αρχές μιας δικής του γλώσσας, εξπρεσιονιστικού αφαιρετισμού, με τη χρήση ωστόσο γεωμετρικών στοιχείων που φανερά εξεικονίζουν τις εν στάσει και κινούμενες οντότητες της πολύβουης και νευρασθενικής πόλης.
Κατά την άποψή μας, η ενότητα των έργων, που μιλούν την ίδια πρωτότυπη γλώσσα και αποτελούν "μια άηχη πόλη μέσα στην πόλη", προκαλεί τις εντυπώσεις και το ενδιαφέρον των φιλοτέχνων και αξίζει αναντίρρητα την προσοχή μας.
Τα συγχαρητήριά μας στον καλλιτέχνη.
Π.Χ.
24/9/10
22/9/10
Ο θάνατος της εβδομάδος
22.9.2010
Η Βασιλική, ή κατά την λογοτεχνική αφιέρωση Λιλή, η τόσο αξιοπρεπής, διακριτική και σεμνή σύντροφος του αγαπητού συγγραφέα μας Μένη Κουμανταρέα, ΄΄εκοιμήθη΄΄. Χθες αποχαιρετίστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο, παρουσία οικογενειακών μελών (μεταξύ αυτών, οι 2 αδελφές της), συγγενών και φίλων-ομοτέχνων μεταξύ αυτών.
Έχουμε την τύχη να τη θυμόμαστε από μία και μόνο βραδιά που οργανώθηκε προς τιμήν του ζεύγους προ ολίγων ετών, στο Μετς ("Παλιά Ταβέρνα").
Τελευταία φορά που την είδαμε ήταν σε μιαν εκδήλωση-παρουσίαση (του τελευταίου βιβλίου του ΜΚ: ''σε ένα στρατόπεδο...'') στο βιβλιοπωλείο FNAC στο Μοναστηράκι, πέρυσι (2009) τον Οκτώβριο. Λίγους μήνες μετά, άρχισε τη δράση της η νόσος των κυττάρων.
Στη Λιλή.
Πόσα στ' αλήθεια άπειρα και άφατα κρύβουν αυτές οι 2 αφιερωματικές λέξεις, που συναντώνται στην 3η σελίδα κάθε βιβλίου! Πόσα αστέρια μιας σχέσης αγάπης δεν υπομιμνήσκουν καρφωμένα πάνω σε έναν σταχτογάλανο ουρανό!
Και η σελίδα υψώθηκε ως λευκή σινδών και την σκέπασε ιεροπρεπώς.
Η Βασιλική, ή κατά την λογοτεχνική αφιέρωση Λιλή, η τόσο αξιοπρεπής, διακριτική και σεμνή σύντροφος του αγαπητού συγγραφέα μας Μένη Κουμανταρέα, ΄΄εκοιμήθη΄΄. Χθες αποχαιρετίστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο, παρουσία οικογενειακών μελών (μεταξύ αυτών, οι 2 αδελφές της), συγγενών και φίλων-ομοτέχνων μεταξύ αυτών.
Έχουμε την τύχη να τη θυμόμαστε από μία και μόνο βραδιά που οργανώθηκε προς τιμήν του ζεύγους προ ολίγων ετών, στο Μετς ("Παλιά Ταβέρνα").
Τελευταία φορά που την είδαμε ήταν σε μιαν εκδήλωση-παρουσίαση (του τελευταίου βιβλίου του ΜΚ: ''σε ένα στρατόπεδο...'') στο βιβλιοπωλείο FNAC στο Μοναστηράκι, πέρυσι (2009) τον Οκτώβριο. Λίγους μήνες μετά, άρχισε τη δράση της η νόσος των κυττάρων.
Στη Λιλή.
Πόσα στ' αλήθεια άπειρα και άφατα κρύβουν αυτές οι 2 αφιερωματικές λέξεις, που συναντώνται στην 3η σελίδα κάθε βιβλίου! Πόσα αστέρια μιας σχέσης αγάπης δεν υπομιμνήσκουν καρφωμένα πάνω σε έναν σταχτογάλανο ουρανό!
Και η σελίδα υψώθηκε ως λευκή σινδών και την σκέπασε ιεροπρεπώς.
Πόθεν Λαμπέτη;
22.9.2010
Βρέθηκα τη Δευτέρα 20.9.2010 στο Ηρώδειο, στη Βραδιά του Ηθοποιού, η οποία ήταν αφιερωμένη σε Κατράκη, Λαμπέτη, Μερκούρη, Χορν.
Μπορούσες να ακούσεις πολλά για τον βίο και το έργο των 4 αυτών αλησμόνητων ηθοποιών και να δεις σε βίντεο ορισμένα αποσπάσματα από ταινίες ή συνεντεύξεις τους.
Πρόλαβα τα τρία από τα τέσσερα μέρη.
Ανάμεσα στα όσα άκουσα, συγκράτησα και κάτι για να σας το μεταφέρω (δεν πρέπει να το γνώριζα, γι' αυτό μου έμεινε):
Αν σας ρωτήσουν στον δρόμο ρεπόρτερ "γνωρίζετε το πραγματικό όνομα της Έλλης Λαμπέτη;", φυσικά θα απαντήσετε "Λούκου".
"Και το Λαμπέτη από πού βγαίνει;" θα (ξανα)ρωτήσουν εκείνοι.
"Από τον ΄΄Αστραπόγιαννο΄΄ του Βαλαωρίτη", θα τους πείτε και θα κερδίσετε τον θαυμασμό τους.
Βρέθηκα τη Δευτέρα 20.9.2010 στο Ηρώδειο, στη Βραδιά του Ηθοποιού, η οποία ήταν αφιερωμένη σε Κατράκη, Λαμπέτη, Μερκούρη, Χορν.
Μπορούσες να ακούσεις πολλά για τον βίο και το έργο των 4 αυτών αλησμόνητων ηθοποιών και να δεις σε βίντεο ορισμένα αποσπάσματα από ταινίες ή συνεντεύξεις τους.
Πρόλαβα τα τρία από τα τέσσερα μέρη.
Ανάμεσα στα όσα άκουσα, συγκράτησα και κάτι για να σας το μεταφέρω (δεν πρέπει να το γνώριζα, γι' αυτό μου έμεινε):
Αν σας ρωτήσουν στον δρόμο ρεπόρτερ "γνωρίζετε το πραγματικό όνομα της Έλλης Λαμπέτη;", φυσικά θα απαντήσετε "Λούκου".
"Και το Λαμπέτη από πού βγαίνει;" θα (ξανα)ρωτήσουν εκείνοι.
"Από τον ΄΄Αστραπόγιαννο΄΄ του Βαλαωρίτη", θα τους πείτε και θα κερδίσετε τον θαυμασμό τους.
20/9/10
Πέτρες, πέτρες, πέτρες
20.9.2010
Ο Γιάννης Ρίτσος είχε εκδώσει τη συλλογή ΜΟΝΟΒΑΣΙΑ, όπου ανάμεσα στα άλλα και οι αναφορές στο πέτρινο τοπίο (π.χ.):
Ο βράχος. Τίποτ' άλλο. -
...ανεβοκατεβαίνοντας σκαλιά και σκαλιά σκαλισμένα στην πέτρα. -
Βράχος στο βράχο. -
Σε ποιο βάθος του βράχου κρατιέται η ρίζα της συκιάς; -
Τους βρήκαμε ξανά κάτω απ' το βράχο, μέσα στο βράχο. Η σιωπή τους όχι θυμός που τους ξεχάσαμε· όχι διόλου μα διόλου θυμός που μας έχουν ξεχάσει κι εκείνοι. Η σιωπή τους τώρα είναι η φωνή τους· κ.λπ.
Συναιρώντας τις εντυπώσεις του πέτρινου τοπίου και τις αναμνήσεις από τη συνάντηση αυτή, χτίστηκαν οι παρακάτω στίχοι:
Η πέτρα στερεώνει κάστρα
η πέτρα σκαρφαλώνει στ' άστρα
η πέτρα λάμπει στο γιαλό
η πέτρα ξέει το πέταλο
η πέτρα κοιμάται στο βουνό
η πέτρα ασπρίζει στον κρουνό
την πέτρα πελεκάνε οι χτίστες
την πέτρα σείουν οι μασίστες
η πέτρα ζώνει τον κορμό
η πέτρα πέφτει στον γκρεμό
πέτρες ράβουνε τους φράχτες
πέτρα η φωνή στους κράχτες
η πέτρα τρυπάει το γυαλί
η πέτρα κρατάει το σκαλί
η πέτρα ορίζει το πεζούλι
η πέτρα ισιώνει το ζουμπούλι
η πέτρα στο παλιό το σπίτι
η πέτρα μες στην άδεια σκήτη
η πέτρα σύνορο στο κτήμα
η πέτρα μέτωπο και ντύμα
οι πέτρες οι τραχείς οι σκάμνοι
η πέτρα που πηδάει και λάμνει
πάνω στης θάλασσας την κρούστα
πάνω απ' των όρεων τη φούστα
η πέτρα αιώνιο σημάδι
η πέτρα που μας πάει στον Άδη
η πέτρα ακλόνητη ριζώνει
η πέτρα ακίνητη πεισμώνει
η πέτρα βάλλει τα αθώα
πέτρα τα χώματα πατρώα
οι πέτρες συνάζονται σωρός
πέτρες κι αντρίκειος χορός
πέτρα ο πόνος στην καρδιά
πέτρα του έρωτα η κοψιά
η πέτρα σκεπάζει τη φωλιά
πέτρες κυνόδοντες, σκυλιά
πέτρες οι ακοίμητοι φύλακες
πέτρα ματώνει τερματοφύλακες
πέτρα σηκώνει ο εξόριστος
πέτρα καημός πρωτοδιόριστος
πέτρα γλιστρά στα καλντερίμια
πέτρες και νύχτες σαν αγρίμια
πέτρες και κάμα του ηλίου
πέτρες και λάμα του Ιουλίου
πέτρες και γέρικα πατήματα
πέτρες λευκοντυμένα μνήματα
πέτρα και ασήμι φεγγαριού
πέτρα και αγκάλη ζευγαριού
πέτρα και φυσικό εμπόδιο
πέτρα και αύρας υποπόδιο
πέτρα και ξεραμένα χείλη
πέτρα κι αφάγωτο σταφύλι
πέτρα κι αθάνατη ελιά
πέτρα και χρώματα μελιά
πέτρα και άγουρη συκιά
πέτρα αχνιστή κι ονειροσκιά
πέτρα η ασπίδα της πατρίδας
πέτρα γροθιά της καταιγίδας
πέτρα κι απάτητες κορφές
πέτρα και θεϊκές μορφές
πέτρα κι απόμερος ναϊσκος
πέτρα σταχτιά, χλωρός ο μίσχος
πέτρα το δάκρυ που επάγωσε
πέτρα η νιότη που μαράζωσε
πέτρα η ηχώ χίλιων αιώνων
πέτρα και στάχτη των δαιμόνων
πέτρα, σιωπή και υποζύγιο
πέτρα και βάσανο επίγειο
η πέτρα τρίβεται στο χώμα
πέτρα και σφραγισμένο στόμα
πέτρα κι εγκάρσια ρυτίδα
κόκκινη πέτρα και πυξίδα
πέτρα τον λόφο ξεδοντιάζει
πέτρα και αίσθημα κομπιάζει
πέτρα, άρβυλα και πορεία
πέτρα και άγρια θηρία
πέτρα να σέρνονται οι σαύρες
πέτρες και σκέψεις, ώρες μαύρες
πέτρες κι η πάλη των σωμάτων
πέτρες και σκάμμα των τραυμάτων
πέτρες και φλέβες μες στα δάση
πέτρες και σκιάχτρα στο λιοστάσι
πέτρες και ίλιγγος και βίγλες
πέτρες κι απώλειες και νίλες
πέτρες κι υφάλμυρα νομίσματα
πέτρες κι ανηλεή τσακίσματα
πέτρες σχήματα λατόμοι
πέτρες και κυρτωμένοι ώμοι
πέτρες ζωές κύκλοι ψυχές
πέτρες χαλάσματα εποχές
πέτρες και συμπαγές βασίλειο
πέτρες κι αντίκρισμα ευήλιο
πέτρες και μέτωπο γραμμένο
πέτρες και χέρι σκαλισμένο
πέτρες κύματα μες στα σπλάχνα
πέτρες κι ακρογιάλια λάγνα
πέτρα κι ανθισμένη πλάση
πέτρα κι άνοιξη γιορτάσι
πέτρα κι ένα ποίημα χαραγμένο
πέτρα κι ένα γράμμα κρατημένο. -
Πέτρος Χ.
Ο Γιάννης Ρίτσος είχε εκδώσει τη συλλογή ΜΟΝΟΒΑΣΙΑ, όπου ανάμεσα στα άλλα και οι αναφορές στο πέτρινο τοπίο (π.χ.):
Ο βράχος. Τίποτ' άλλο. -
...ανεβοκατεβαίνοντας σκαλιά και σκαλιά σκαλισμένα στην πέτρα. -
Βράχος στο βράχο. -
Σε ποιο βάθος του βράχου κρατιέται η ρίζα της συκιάς; -
Τους βρήκαμε ξανά κάτω απ' το βράχο, μέσα στο βράχο. Η σιωπή τους όχι θυμός που τους ξεχάσαμε· όχι διόλου μα διόλου θυμός που μας έχουν ξεχάσει κι εκείνοι. Η σιωπή τους τώρα είναι η φωνή τους· κ.λπ.
Συναιρώντας τις εντυπώσεις του πέτρινου τοπίου και τις αναμνήσεις από τη συνάντηση αυτή, χτίστηκαν οι παρακάτω στίχοι:
Η πέτρα στερεώνει κάστρα
η πέτρα σκαρφαλώνει στ' άστρα
η πέτρα λάμπει στο γιαλό
η πέτρα ξέει το πέταλο
η πέτρα κοιμάται στο βουνό
η πέτρα ασπρίζει στον κρουνό
την πέτρα πελεκάνε οι χτίστες
την πέτρα σείουν οι μασίστες
η πέτρα ζώνει τον κορμό
η πέτρα πέφτει στον γκρεμό
πέτρες ράβουνε τους φράχτες
πέτρα η φωνή στους κράχτες
η πέτρα τρυπάει το γυαλί
η πέτρα κρατάει το σκαλί
η πέτρα ορίζει το πεζούλι
η πέτρα ισιώνει το ζουμπούλι
η πέτρα στο παλιό το σπίτι
η πέτρα μες στην άδεια σκήτη
η πέτρα σύνορο στο κτήμα
η πέτρα μέτωπο και ντύμα
οι πέτρες οι τραχείς οι σκάμνοι
η πέτρα που πηδάει και λάμνει
πάνω στης θάλασσας την κρούστα
πάνω απ' των όρεων τη φούστα
η πέτρα αιώνιο σημάδι
η πέτρα που μας πάει στον Άδη
η πέτρα ακλόνητη ριζώνει
η πέτρα ακίνητη πεισμώνει
η πέτρα βάλλει τα αθώα
πέτρα τα χώματα πατρώα
οι πέτρες συνάζονται σωρός
πέτρες κι αντρίκειος χορός
πέτρα ο πόνος στην καρδιά
πέτρα του έρωτα η κοψιά
η πέτρα σκεπάζει τη φωλιά
πέτρες κυνόδοντες, σκυλιά
πέτρες οι ακοίμητοι φύλακες
πέτρα ματώνει τερματοφύλακες
πέτρα σηκώνει ο εξόριστος
πέτρα καημός πρωτοδιόριστος
πέτρα γλιστρά στα καλντερίμια
πέτρες και νύχτες σαν αγρίμια
πέτρες και κάμα του ηλίου
πέτρες και λάμα του Ιουλίου
πέτρες και γέρικα πατήματα
πέτρες λευκοντυμένα μνήματα
πέτρα και ασήμι φεγγαριού
πέτρα και αγκάλη ζευγαριού
πέτρα και φυσικό εμπόδιο
πέτρα και αύρας υποπόδιο
πέτρα και ξεραμένα χείλη
πέτρα κι αφάγωτο σταφύλι
πέτρα κι αθάνατη ελιά
πέτρα και χρώματα μελιά
πέτρα και άγουρη συκιά
πέτρα αχνιστή κι ονειροσκιά
πέτρα η ασπίδα της πατρίδας
πέτρα γροθιά της καταιγίδας
πέτρα κι απάτητες κορφές
πέτρα και θεϊκές μορφές
πέτρα κι απόμερος ναϊσκος
πέτρα σταχτιά, χλωρός ο μίσχος
πέτρα το δάκρυ που επάγωσε
πέτρα η νιότη που μαράζωσε
πέτρα η ηχώ χίλιων αιώνων
πέτρα και στάχτη των δαιμόνων
πέτρα, σιωπή και υποζύγιο
πέτρα και βάσανο επίγειο
η πέτρα τρίβεται στο χώμα
πέτρα και σφραγισμένο στόμα
πέτρα κι εγκάρσια ρυτίδα
κόκκινη πέτρα και πυξίδα
πέτρα τον λόφο ξεδοντιάζει
πέτρα και αίσθημα κομπιάζει
πέτρα, άρβυλα και πορεία
πέτρα και άγρια θηρία
πέτρα να σέρνονται οι σαύρες
πέτρες και σκέψεις, ώρες μαύρες
πέτρες κι η πάλη των σωμάτων
πέτρες και σκάμμα των τραυμάτων
πέτρες και φλέβες μες στα δάση
πέτρες και σκιάχτρα στο λιοστάσι
πέτρες και ίλιγγος και βίγλες
πέτρες κι απώλειες και νίλες
πέτρες κι υφάλμυρα νομίσματα
πέτρες κι ανηλεή τσακίσματα
πέτρες σχήματα λατόμοι
πέτρες και κυρτωμένοι ώμοι
πέτρες ζωές κύκλοι ψυχές
πέτρες χαλάσματα εποχές
πέτρες και συμπαγές βασίλειο
πέτρες κι αντίκρισμα ευήλιο
πέτρες και μέτωπο γραμμένο
πέτρες και χέρι σκαλισμένο
πέτρες κύματα μες στα σπλάχνα
πέτρες κι ακρογιάλια λάγνα
πέτρα κι ανθισμένη πλάση
πέτρα κι άνοιξη γιορτάσι
πέτρα κι ένα ποίημα χαραγμένο
πέτρα κι ένα γράμμα κρατημένο. -
Πέτρος Χ.
Μια περικοπή
20.9.2010
Κύριε Διευθυντά (που δεν υπάρχεις αλλά από κάπου αόρατος μάς παρατηρείς),
Η Έλλη Παππά ήλθε στην α΄ γραμμή της επικαιρότητος με την (μεταθανάτια) έκδοση της πολιτικής διαθήκης της, λίγο διάστημα πριν από το κλείσιμο ενός χρόνου από τον θάνατό της (27.10.2009). Σε ένα παλαιότερο βιβλίο της, όπου σπουδάζει την έννοια της ελευθερίας, και σπουδάζοντάς την υπενθυμίζει τις θεωρίες του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Πλάτωνα κ.ά., με κέντρισε, πάνω από όλα ως πολίτη, η ιδέα του σοφιστή Αντιφώντα, που αναφέρεται στην ακόλουθη παράγραφο και την οποία βρίσκω εξόχως επίκαιρη:
"...όσα είναι από τη φύση είναι τα ΄΄αληθή΄΄, όσα είναι από τους νόμους τα χαρακτηρίζει δοξασίες, ΄΄δόξαν΄΄. Απόδειξη πως, όποιος παραβεί το νόμο χωρίς να τον δει κανείς, μένει ατιμώρητος. Αντίθετα, αν παραβεί κανείς τη φύση, το κακό που θα πάθει είναι το ίδιο είτε τον αντιληφθούνε οι άλλοι είτε όχι. Γιατί, όταν παραβεί κανείς τη φύση, παθαίνει κακό όχι επειδή έτσι το νομίζουν οι άνθρωποι, όχι επειδή παρέβη τους ανθρώπινους νόμους, αλλά επειδή παρέβη την αλήθεια...". (Έλλη Παππά, Σπουδή στο θέμα της ελευθερίας – Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985, σελ. 43.)
Η Φύση λοιπόν δεν έχει οφθαλμούς για να αντικρίζει τις ανομίες μας. Όταν όμως είναι αναπτυγμένο το αίσθημα της πολιτικοκοινωνικής μας συνείδησης, τότε το ''εσωτερικό φρένο της'' μάς αποτρέπει από το κακό των πολλών, που συνεπάγεται η ιδιοτελής πράξη του ενός. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να "δούμε" τις όποιες νομοθετικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες της εποχής μας.
Μετά τιμής
Π.Χριστοφιλίδης
Κύριε Διευθυντά (που δεν υπάρχεις αλλά από κάπου αόρατος μάς παρατηρείς),
Η Έλλη Παππά ήλθε στην α΄ γραμμή της επικαιρότητος με την (μεταθανάτια) έκδοση της πολιτικής διαθήκης της, λίγο διάστημα πριν από το κλείσιμο ενός χρόνου από τον θάνατό της (27.10.2009). Σε ένα παλαιότερο βιβλίο της, όπου σπουδάζει την έννοια της ελευθερίας, και σπουδάζοντάς την υπενθυμίζει τις θεωρίες του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Πλάτωνα κ.ά., με κέντρισε, πάνω από όλα ως πολίτη, η ιδέα του σοφιστή Αντιφώντα, που αναφέρεται στην ακόλουθη παράγραφο και την οποία βρίσκω εξόχως επίκαιρη:
"...όσα είναι από τη φύση είναι τα ΄΄αληθή΄΄, όσα είναι από τους νόμους τα χαρακτηρίζει δοξασίες, ΄΄δόξαν΄΄. Απόδειξη πως, όποιος παραβεί το νόμο χωρίς να τον δει κανείς, μένει ατιμώρητος. Αντίθετα, αν παραβεί κανείς τη φύση, το κακό που θα πάθει είναι το ίδιο είτε τον αντιληφθούνε οι άλλοι είτε όχι. Γιατί, όταν παραβεί κανείς τη φύση, παθαίνει κακό όχι επειδή έτσι το νομίζουν οι άνθρωποι, όχι επειδή παρέβη τους ανθρώπινους νόμους, αλλά επειδή παρέβη την αλήθεια...". (Έλλη Παππά, Σπουδή στο θέμα της ελευθερίας – Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985, σελ. 43.)
Η Φύση λοιπόν δεν έχει οφθαλμούς για να αντικρίζει τις ανομίες μας. Όταν όμως είναι αναπτυγμένο το αίσθημα της πολιτικοκοινωνικής μας συνείδησης, τότε το ''εσωτερικό φρένο της'' μάς αποτρέπει από το κακό των πολλών, που συνεπάγεται η ιδιοτελής πράξη του ενός. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να "δούμε" τις όποιες νομοθετικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες της εποχής μας.
Μετά τιμής
Π.Χριστοφιλίδης
17/9/10
Ένα σχόλιο σε μια νεότερη επιφυλλίδα του Θ. Νιάρχου
Ο εκλεκτός Θ. Νιάρχος έγραψε σήμερα (17-9-2010) στα ΝΕΑ την εξής επιφυλλίδα:
Τίτλος: Πάλι και πάντα ο Τσαρούχης
Πρόκειται για δυο αποφάνσεις του Γιάννη Τσαρούχη σε σχέση µε το τσιγάρο, που ακριβώς επειδή δεν έχουν καταγραφεί και είναι ελάχιστα γνωστές, θα ήταν δυνατόν να σταθούν αιτία για την αναθεώρηση της σχέσης τόσο µε το ίδιο το τσιγάρο όσο και µε την απαγόρευση του καπνίσµατος. Οταν είχε ρωτήσει ο αλησµόνητος ζωγράφος έναν φίλο του γιατί καπνίζει και του είχε απαντήσει ο φίλος αυτός: «Μα, Γιάννη, το τσιγάρο είναι πάθος», ο Τσαρούχης ανταπάντησε αµέσως: «Μα τι πάθος είναι αυτό που το αγοράζει κανείς στο περίπτερο;». Ενώ στον σπουδαίο ζωγράφο Νίκο Στεφάνου που, τότε τουλάχιστον, κάπνιζε αρειµανίως του είπε µε τον γνωστό ευθύβολο αλλά και ταυτόχρονα απλό του τρόπο: «Νίκο πρόσεξε, γιατί µε το τσιγάρο αναβάλλεις».
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός για να καταλάβει σε σχέση µε την πρώτη απόφανση δύο τουλάχιστον πράγµατα (η δεύτερη αναλύεται αυτόµατα σχεδόν από µόνη της µέσα στον καθένα όσο επιπόλαιος και αν είναι): ότι κάτι που µπορεί να λέγεται, να επαναλαµβάνεται και να θεωρείται ακαταµάχητο, σε µιαν αµερόληπτη θεώρησή του µπορεί να αποδειχθεί ένα καλά οργανωµένο και εγκατεστηµένο ψέµα. Και ότι για να ανατρέψεις οτιδήποτε, ακόµη κι ένα πολιτικό καθεστώς, χρειάζεται να ξεπεζέψεις από τον καθιερωµένο συρµό που θέλει την αµφισβήτηση, την ανατροπή και την επανάσταση, να µπορούν να υπάρξουν µέσα από κοινόχρηστα κλισέ, που κυκλοφορούν ως σωτήριες. Δεν υπάρχει καµιά αµφιβολία ότι ο φίλος που του χαρακτήρισε το τσιγάρο ως πάθος, µε την ίδια ευκολία θα µπορούσε να προµηθευτεί ιδέες και αισθήµατα ετοιµοπαράδοτα χάρις σε οποιοδήποτε µαγαζί ή κόµµα θα πουλούσε τη σχετική πραµάτεια.
Γινόταν βέβαια ακόµη πιο αποτελεσµατική η κουβέντα αυτή του Γιάννη Τσαρούχη, γιατί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης µε µεγάλα πάθη ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να ναρκοθετήσει ή και να γελοιοποιήσει κάτι που εντελώς ψευδεπίγραφα χαρακτηρίζεται ως πάθος. Η έµµεση µοµφή που περιείχε η απάντηση του φίλου του ότι το τσιγάρο είναι πάθος και, εποµένως, ο Τσαρούχης δεν θα µπορούσε να το καταλάβει, µεταβαλλόταν αυτόµατα στην αποτελεσµατικότερη καταδίκη του τσιγάρου καθώς ο Τσαρούχης δοξολόγησε τα πάθη ως σύµφυτη µε το ανθρώπινο σώµα υπόθεση, κάτι δηλαδή που δεν αγοράζεται.
Τα σκεπτόµουν όλα αυτά διαβάζοντας σε µπαρ των Εξαρχείων µια αφισούλα που γράφει, εννοώντας σαφέστατα ως τροµακτική απειλή για το µέλλον την απαγόρευση του καπνίσµατος: «Σήµερα οι καπνιστές, αύριο οι παχύσαρκοι, ποιος έχει σειρά µεθαύριο;». Κατ αρχάς είναι εξοντωτικά άδικο να εξισώνεται η απαγόρευση του καπνίσµατος µε το κυνηγητό των εβραίων και τον οµοφυλόφιλων καθώς σε οξείες πολιτικά εποχές, αν δεν κάνω λάθος, χρησιµοποιούνταν µια αντίστοιχη φρασεολογία. Επειτα η προσθήκη της λέξης «παχύσαρκοι» µε την έννοια θα απαγορευθεί κάποια στιγµή η παραµονή σε µπαρ υπέρβαρων ανθρώπων, δείχνει ακριβώς πώς η µερική απαγόρευση µιας απόλαυσης που τη διαφεντεύουµε ως προσβολή κατακτηµένου δηµοκρατικού δικαιώµατος, µπορεί να µας κάνει να παραλογιζόµαστε.
Τι κέρδος αλήθεια αν όλοι αυτοί που κραυγάζουν, συναρτηµένα ή ασυνάρτητα, κατά του καπνίσµατος, παγκοσµίως, ξεσηκώνονταν ώστε να γίνει ανθρωπινότερη η µεταχείριση των αλλοδαπών καθώς εκεί κι αν δεν προσβάλλονται τα δηµοκρατικά δικαιώµατα. Αλλά όσο θεωρούµε επικίνδυνη και φασιστική την απαγόρευση γιατί θίγει την προσωπική µας απόλαυση, τόσο οι απαγορεύσεις θα γίνονται όλο και περισσότερο οδυνηρές σε χώρους που έχουν πια να κάνουν µε την ίδια τη ζωή ανθρώπων ανίσχυρων και καταδιωκόµενων. Πώς να γίνει κανείς πιστευτός ότι η έννοια της απαγόρευσης τον προσβάλλει όταν αφορά την προσωπική του απόλαυση, ενώ τον αφήνει αδιάφορο όταν έχει σχέση µε τη ζωή των άλλων;
Επ' αυτής ένα σύντομο σχόλιο:
Κατά Τσαρούχη λοιπόν και αρθρογράφο τα πραγματικά πάθη δεν αγοράζονται, αλλά προφανώς κατακτώνται. Μόνο που ο άνθρωπος ως προσωπικότητα, που κατακτά δωρεάν τα αληθινά πάθη, δυστυχώς δεν διαθέτει κατά μήκος όλης της ζωής του τόση αμείωτη αλκή ώστε αυτά να του ''παραδίδονται'' εις το διηνεκές, χωρίς να γίνονται αντικείμενο κάποιας μορφής "αγοραπωλησίας". Και βέβαια το ρήμα "αγοράζω" λαμβάνει εδώ και μεταφορική σημασία. Και επειδή η λέξη "Πάθος" μάς μεταφέρει αυτομάτως στο ερωτικό πεδίο, ας σκεφτεί ο καθένας μας "πόσα κατά καιρούς έχει πωλήσει ή πόσα δυστυχώς πρόκειται να πωλήσει στο μέλλον για να απολαύσει τη χαρά της ερωτικής μέθεξης". Ένα, δε, πρόσφατο άρθρο του Γιάννη Δεβετζόγλου στα "ΝΕΑ" δείχνει πόσο μεγάλη, πραγματική ερωτική, είναι η εξάρτηση του καπνιστή από το "αγοραστό αυτό πάθος" του.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα: είναι προφανές ότι η απόλαυση του ενός δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των άλλων, που σημαίνει ότι η χρήση του εν λόγω δικαιώματος γίνεται με παραβίαση της ελευθερίας των υπολοίπων - και προφανώς καλόν να σκεπτόμαστε, εκτός από την δική μας απόλαυση, και τη στέρηση της απόλαυσης των άλλων (κοινωνικών ομάδων που έχουν περιθωριοποιηθεί).
Οπότε ούτε το τσιγάρο είναι πραγματικό πάθος, κατά το κείμενο, αλλά και ούτε θα έπρεπε να βαφτίζεται "πάθος", καθώς γίνεται εμπορικό αντικείμενο. Αλλά μισό λεπτό: όποιος αγοράζει τσιγάρα από το περίπτερο είναι με μαθηματική ακρίβεια βέβαιο ότι θα αγοράζει και από κάπου αλλού, από ένα άλλο μαγαζί, ιδέες και αισθήματα; Και μισό λεπτό επίσης: όταν απολαμβάνω το τσιγαράκι μου, υποχρεούμαι βρε παιδί μου σώνει και καλά να σκέπτομαι με αίσθημα αλληλεγγύης, τη στιγμή ακριβώς αυτής της "ακριβής απόλαυσης", όλους τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου; Ρομά, Εβραίους κ.λπ.; Που σημαίνει ότι μπορεί να συνυπάρχει σε ένα πρόσωπο ο αλτρουϊσμός και η κοινωνική αλληλεγγύη και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των άλλων με την ανάγκη απόλαυσης ενός πληρωμένου τσιγάρου. Το ένα δεν αναιρεί προφανώς το άλλο. Και βέβαια δεν πρέπει να υποτιμούμε όλους εκείνους που αναγκάζονται να πληρώσουν για να αγοράσουν την απόλαυσή τους, ή το πάθος τους, γιατί οι εξαρτήσεις στη ζωή είναι ποικίλες και σχεδόν οι περισσότεροι εξ ημών βρισκόμαστε στην ανάγκη ή θα βρεθούμε στην ανάγκη να τις καλοπληρώσουμε. Κι αν το κάνουμε βέβαια, αυτό δεν σημαίνει τίποτε για την ιδεολογική μας συνέπεια (δεν είναι δηλαδή πράξη ''έκπτωσης'').
Ωραίο ηθικό μάθημα (από τον εκλεκτό Θανάση Νιάρχο) και πάλι και πάντα.
Π.Χ.
Τίτλος: Πάλι και πάντα ο Τσαρούχης
Πρόκειται για δυο αποφάνσεις του Γιάννη Τσαρούχη σε σχέση µε το τσιγάρο, που ακριβώς επειδή δεν έχουν καταγραφεί και είναι ελάχιστα γνωστές, θα ήταν δυνατόν να σταθούν αιτία για την αναθεώρηση της σχέσης τόσο µε το ίδιο το τσιγάρο όσο και µε την απαγόρευση του καπνίσµατος. Οταν είχε ρωτήσει ο αλησµόνητος ζωγράφος έναν φίλο του γιατί καπνίζει και του είχε απαντήσει ο φίλος αυτός: «Μα, Γιάννη, το τσιγάρο είναι πάθος», ο Τσαρούχης ανταπάντησε αµέσως: «Μα τι πάθος είναι αυτό που το αγοράζει κανείς στο περίπτερο;». Ενώ στον σπουδαίο ζωγράφο Νίκο Στεφάνου που, τότε τουλάχιστον, κάπνιζε αρειµανίως του είπε µε τον γνωστό ευθύβολο αλλά και ταυτόχρονα απλό του τρόπο: «Νίκο πρόσεξε, γιατί µε το τσιγάρο αναβάλλεις».
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός για να καταλάβει σε σχέση µε την πρώτη απόφανση δύο τουλάχιστον πράγµατα (η δεύτερη αναλύεται αυτόµατα σχεδόν από µόνη της µέσα στον καθένα όσο επιπόλαιος και αν είναι): ότι κάτι που µπορεί να λέγεται, να επαναλαµβάνεται και να θεωρείται ακαταµάχητο, σε µιαν αµερόληπτη θεώρησή του µπορεί να αποδειχθεί ένα καλά οργανωµένο και εγκατεστηµένο ψέµα. Και ότι για να ανατρέψεις οτιδήποτε, ακόµη κι ένα πολιτικό καθεστώς, χρειάζεται να ξεπεζέψεις από τον καθιερωµένο συρµό που θέλει την αµφισβήτηση, την ανατροπή και την επανάσταση, να µπορούν να υπάρξουν µέσα από κοινόχρηστα κλισέ, που κυκλοφορούν ως σωτήριες. Δεν υπάρχει καµιά αµφιβολία ότι ο φίλος που του χαρακτήρισε το τσιγάρο ως πάθος, µε την ίδια ευκολία θα µπορούσε να προµηθευτεί ιδέες και αισθήµατα ετοιµοπαράδοτα χάρις σε οποιοδήποτε µαγαζί ή κόµµα θα πουλούσε τη σχετική πραµάτεια.
Γινόταν βέβαια ακόµη πιο αποτελεσµατική η κουβέντα αυτή του Γιάννη Τσαρούχη, γιατί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης µε µεγάλα πάθη ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να ναρκοθετήσει ή και να γελοιοποιήσει κάτι που εντελώς ψευδεπίγραφα χαρακτηρίζεται ως πάθος. Η έµµεση µοµφή που περιείχε η απάντηση του φίλου του ότι το τσιγάρο είναι πάθος και, εποµένως, ο Τσαρούχης δεν θα µπορούσε να το καταλάβει, µεταβαλλόταν αυτόµατα στην αποτελεσµατικότερη καταδίκη του τσιγάρου καθώς ο Τσαρούχης δοξολόγησε τα πάθη ως σύµφυτη µε το ανθρώπινο σώµα υπόθεση, κάτι δηλαδή που δεν αγοράζεται.
Τα σκεπτόµουν όλα αυτά διαβάζοντας σε µπαρ των Εξαρχείων µια αφισούλα που γράφει, εννοώντας σαφέστατα ως τροµακτική απειλή για το µέλλον την απαγόρευση του καπνίσµατος: «Σήµερα οι καπνιστές, αύριο οι παχύσαρκοι, ποιος έχει σειρά µεθαύριο;». Κατ αρχάς είναι εξοντωτικά άδικο να εξισώνεται η απαγόρευση του καπνίσµατος µε το κυνηγητό των εβραίων και τον οµοφυλόφιλων καθώς σε οξείες πολιτικά εποχές, αν δεν κάνω λάθος, χρησιµοποιούνταν µια αντίστοιχη φρασεολογία. Επειτα η προσθήκη της λέξης «παχύσαρκοι» µε την έννοια θα απαγορευθεί κάποια στιγµή η παραµονή σε µπαρ υπέρβαρων ανθρώπων, δείχνει ακριβώς πώς η µερική απαγόρευση µιας απόλαυσης που τη διαφεντεύουµε ως προσβολή κατακτηµένου δηµοκρατικού δικαιώµατος, µπορεί να µας κάνει να παραλογιζόµαστε.
Τι κέρδος αλήθεια αν όλοι αυτοί που κραυγάζουν, συναρτηµένα ή ασυνάρτητα, κατά του καπνίσµατος, παγκοσµίως, ξεσηκώνονταν ώστε να γίνει ανθρωπινότερη η µεταχείριση των αλλοδαπών καθώς εκεί κι αν δεν προσβάλλονται τα δηµοκρατικά δικαιώµατα. Αλλά όσο θεωρούµε επικίνδυνη και φασιστική την απαγόρευση γιατί θίγει την προσωπική µας απόλαυση, τόσο οι απαγορεύσεις θα γίνονται όλο και περισσότερο οδυνηρές σε χώρους που έχουν πια να κάνουν µε την ίδια τη ζωή ανθρώπων ανίσχυρων και καταδιωκόµενων. Πώς να γίνει κανείς πιστευτός ότι η έννοια της απαγόρευσης τον προσβάλλει όταν αφορά την προσωπική του απόλαυση, ενώ τον αφήνει αδιάφορο όταν έχει σχέση µε τη ζωή των άλλων;
Επ' αυτής ένα σύντομο σχόλιο:
Κατά Τσαρούχη λοιπόν και αρθρογράφο τα πραγματικά πάθη δεν αγοράζονται, αλλά προφανώς κατακτώνται. Μόνο που ο άνθρωπος ως προσωπικότητα, που κατακτά δωρεάν τα αληθινά πάθη, δυστυχώς δεν διαθέτει κατά μήκος όλης της ζωής του τόση αμείωτη αλκή ώστε αυτά να του ''παραδίδονται'' εις το διηνεκές, χωρίς να γίνονται αντικείμενο κάποιας μορφής "αγοραπωλησίας". Και βέβαια το ρήμα "αγοράζω" λαμβάνει εδώ και μεταφορική σημασία. Και επειδή η λέξη "Πάθος" μάς μεταφέρει αυτομάτως στο ερωτικό πεδίο, ας σκεφτεί ο καθένας μας "πόσα κατά καιρούς έχει πωλήσει ή πόσα δυστυχώς πρόκειται να πωλήσει στο μέλλον για να απολαύσει τη χαρά της ερωτικής μέθεξης". Ένα, δε, πρόσφατο άρθρο του Γιάννη Δεβετζόγλου στα "ΝΕΑ" δείχνει πόσο μεγάλη, πραγματική ερωτική, είναι η εξάρτηση του καπνιστή από το "αγοραστό αυτό πάθος" του.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα: είναι προφανές ότι η απόλαυση του ενός δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των άλλων, που σημαίνει ότι η χρήση του εν λόγω δικαιώματος γίνεται με παραβίαση της ελευθερίας των υπολοίπων - και προφανώς καλόν να σκεπτόμαστε, εκτός από την δική μας απόλαυση, και τη στέρηση της απόλαυσης των άλλων (κοινωνικών ομάδων που έχουν περιθωριοποιηθεί).
Οπότε ούτε το τσιγάρο είναι πραγματικό πάθος, κατά το κείμενο, αλλά και ούτε θα έπρεπε να βαφτίζεται "πάθος", καθώς γίνεται εμπορικό αντικείμενο. Αλλά μισό λεπτό: όποιος αγοράζει τσιγάρα από το περίπτερο είναι με μαθηματική ακρίβεια βέβαιο ότι θα αγοράζει και από κάπου αλλού, από ένα άλλο μαγαζί, ιδέες και αισθήματα; Και μισό λεπτό επίσης: όταν απολαμβάνω το τσιγαράκι μου, υποχρεούμαι βρε παιδί μου σώνει και καλά να σκέπτομαι με αίσθημα αλληλεγγύης, τη στιγμή ακριβώς αυτής της "ακριβής απόλαυσης", όλους τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου; Ρομά, Εβραίους κ.λπ.; Που σημαίνει ότι μπορεί να συνυπάρχει σε ένα πρόσωπο ο αλτρουϊσμός και η κοινωνική αλληλεγγύη και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των άλλων με την ανάγκη απόλαυσης ενός πληρωμένου τσιγάρου. Το ένα δεν αναιρεί προφανώς το άλλο. Και βέβαια δεν πρέπει να υποτιμούμε όλους εκείνους που αναγκάζονται να πληρώσουν για να αγοράσουν την απόλαυσή τους, ή το πάθος τους, γιατί οι εξαρτήσεις στη ζωή είναι ποικίλες και σχεδόν οι περισσότεροι εξ ημών βρισκόμαστε στην ανάγκη ή θα βρεθούμε στην ανάγκη να τις καλοπληρώσουμε. Κι αν το κάνουμε βέβαια, αυτό δεν σημαίνει τίποτε για την ιδεολογική μας συνέπεια (δεν είναι δηλαδή πράξη ''έκπτωσης'').
Ωραίο ηθικό μάθημα (από τον εκλεκτό Θανάση Νιάρχο) και πάλι και πάντα.
Π.Χ.
8/9/10
Τα κατά Ευαγόραν και Ευγενίαν ή οι αγώνες του κερατά
8.9.2010
Ο Γιάννης Κατσούρης (+ 2010) συνέγραψε ένα ευθυμογραφικού πνεύματος μεγάλο διήγημα (δεν θα το χαρακτήριζα μυθιστόρημα) όπου ο "κερατάς" Ευαγόρας αντισταθμίζει την "προσωπική ήττα" του με ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, και μάλιστα έχοντας στο πλευρό του την "'άπιστη" Ευγενία. Κορύφωσή τους το "Μέλαθρον Ευγηρίας", που τους καθιστά μεγάλους ευεργέτες της πόλης / τοπικής κοινωνίας. Ο αναγνώστης χαμογελά όταν συναντά εκφράσεις της σεξουαλικής γλώσσας ή της γλώσσας των διαφυλικών σχέσεων, π.χ.:
"σου ρίχνω έναν κρύο" (για τη συνουσία)
"σφυριχτρούλα" (για το μικρό πέος)
"σεισοπυγίδα" (για γυναίκα που κουνά προκλητικά τον πισινό της)
"μινιφορούσα" (για γυναίκα που φορά προκαλώντας φόρεμα τύπου ''μίνι'')
"μυροβλύτης" (το πρόσωπο που αρωματίζεται έντονα και προκαλεί δι' αυτού κυκλοφορώντας στον δημόσιο χώρο) κ.λπ.
Και με ποιον παρακαλώ τον κερατώνει η Ευγενία; Με τον μητροπολίτη Ιάκωβο, που όταν γερνά ξεχνά το σεξ και το ρίχνει στην... πτηνολογία! Αλλά κι ο Ευαγόρας βρίσκει μιαν μικρή όαση ηδονής στην ερωμένη του Αρετούλα, την οποία όμως "χρησιμοποιεί" και ο στενός συνεργάτης του Θεόφιλος.
Έχει πλάκα να μιλάς για την ατελείωτη αλυσίδα των σχέσεων, νόμιμων και υπόγειων.
Π.Χ.
Ο Γιάννης Κατσούρης (+ 2010) συνέγραψε ένα ευθυμογραφικού πνεύματος μεγάλο διήγημα (δεν θα το χαρακτήριζα μυθιστόρημα) όπου ο "κερατάς" Ευαγόρας αντισταθμίζει την "προσωπική ήττα" του με ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, και μάλιστα έχοντας στο πλευρό του την "'άπιστη" Ευγενία. Κορύφωσή τους το "Μέλαθρον Ευγηρίας", που τους καθιστά μεγάλους ευεργέτες της πόλης / τοπικής κοινωνίας. Ο αναγνώστης χαμογελά όταν συναντά εκφράσεις της σεξουαλικής γλώσσας ή της γλώσσας των διαφυλικών σχέσεων, π.χ.:
"σου ρίχνω έναν κρύο" (για τη συνουσία)
"σφυριχτρούλα" (για το μικρό πέος)
"σεισοπυγίδα" (για γυναίκα που κουνά προκλητικά τον πισινό της)
"μινιφορούσα" (για γυναίκα που φορά προκαλώντας φόρεμα τύπου ''μίνι'')
"μυροβλύτης" (το πρόσωπο που αρωματίζεται έντονα και προκαλεί δι' αυτού κυκλοφορώντας στον δημόσιο χώρο) κ.λπ.
Και με ποιον παρακαλώ τον κερατώνει η Ευγενία; Με τον μητροπολίτη Ιάκωβο, που όταν γερνά ξεχνά το σεξ και το ρίχνει στην... πτηνολογία! Αλλά κι ο Ευαγόρας βρίσκει μιαν μικρή όαση ηδονής στην ερωμένη του Αρετούλα, την οποία όμως "χρησιμοποιεί" και ο στενός συνεργάτης του Θεόφιλος.
Έχει πλάκα να μιλάς για την ατελείωτη αλυσίδα των σχέσεων, νόμιμων και υπόγειων.
Π.Χ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)