15/10/10

Σχέση μητρική

Καθώς βλέπω να φεύγουν άπρακτοι από τα μαρμαρένια αλώνια μας οι κάθε λογής διεκδικητές κάποιας θέσης εξασφάλισης στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, και μάλιστα με το παράπονο τού "πώς οι άλλοι και όχι εμείς;", σκέπτομαι τις γαλακτοφόρες τροφούς, τις μητρικές σχέσεις. Αφήνει ποτέ μια μάνα ένα εκ των τέκνων της ατάιστο; Κάνει το παν τι δυνατόν φυσικά για να θρέψει όλα τα παιδιά της. Ε, λοιπόν αυτό για το κράτος-μητέρα δεν ισχύει. Το κράτος-μαμά έχει χωρίσει τα παιδιά της, στα προκομμένα, στα ηλικιακώς ανώτερα, στα ευνοούμενα - δίπλα σε αυτά και τα υιοθετημένα, τα αποπαίδια, τα ορφανά. Ο άντρας έρχεται στο σπίτι και αφήνει το φαγί στο τραπέζι. Πάλι οι μερίδες είναι λιγότερες των προσώπων. Ε, τότε η μάνα, που πρέπει να "κόψει" από την μερίδα των τυχερών για να πολλαπλασιάσει τα ψάρια, κάνει το εξής πολύ σκληρό: προσκαλεί στο τραπέζι μόνο τα παιδιά των πρώτων κατηγοριών. Και τα άλλα μένουν νηστικά να βλέπουν και να σαλιώνουν τα χείλη. Γιατί ρε μάνα, θα της φώναζε κανένα από αυτά. Η ζωή δεν είναι για όλους, θα απαντούσε εκείνη και θα τα νέκρωνε. Υπογράφοντας μια σύμβαση, υπογράφεις ουσιαστικά και την αναμέτρησή σου με τον νόμο της κοινωνικής διαίρεσης. Αλλά, λένε, και ευτυχώς, πως έχει ο καιρός γυρίσματα. Κι έτσι αν όλοι πέσουμε στη φτώχεια, δεν θα είναι η καλύτερη απάντηση της κοινωνικής δικαιοσύνης; Στην ουρά όλοι για συσσίτιο. Πιο νόστιμο είναι αυτό. Εκτός κι αν και τα συσσίτια δεν φτάνουν για όλους.

8/10/10

Ένα ακόμη φευγιό

Έχει πάρει κατά καιρούς το αφτί μου πικρόχολα σχόλια για τον Ηλία Μαμαλάκη. Σχόλια που, σχεδόν στο σύνολό τους, εστιάζονται στην πολυπραγμοσύνη του, σε αυτό που ο λαός λέει «όποια πέτρα κι αν σηκώσεις» (ραδιόφωνο, τηλεόραση, περιοδικό, διαφήμιση) «θα τον βρεις». Τα αντιπαρέρχομαι. Ίσως επειδή στην περίπτωσή του πιστεύω ακράδαντα ότι η ποιότητα υπερισχύει της ποσότητας. Τον πρωτο-«συνάντησα» πριν από 10-12 χρόνια, συγγραφέα καλαίσθητων και μερακλίδικων βιβλίων για θέματα ελληνικής κουζίνας. Στη συνέχεια τον «βρήκα» στις ραδιοφωνικές συχνότητες, να στάζει μέλι για τα εδέσματα που περιέγραφε. Ύστερα, «εισέβαλε» ειρηνικά και στο δικό μου σπίτι, όπως και σε αυτά εκατομμυρίων άλλων ελλήνων, μέσα από το τηλεοπτικό «Μπουκιά και συχώριο» - σε ένα τηλε-τοπίο απεριόριστης βλακείας και ελαφρότητας, είναι να απορεί κανείς πώς βρήκε σπόρο και χώμα να ανθίσει ένα τέτοιο λέλουδο. Με το χαρακτηριστικό του κοντόχοντρο σουλούπι, με το μπαστουνάκι του συχνά ανά χείρας, ο Ηλίας μας ταξίδεψε στα τρίσβαθα της πατρίδας και της οικουμένης, συνδυάζοντας με αμίμητο τρόπο την ανακάλυψη των τόπων, των τοπίων και των πολιτισμών με εκείνην των γεύσεων. Ακόμα θυμάμαι με ποιο «μαγικό τρόπο» κάθε κάστρο στο οποίο ανέβαινε, κάθε εκθαμβωτική θέα, κάθε μνημείο που περιεργαζόταν (και που στο μεταξύ είχε συνεπάρει και εμάς τους παθητικούς θεατές) του άνοιγε την όρεξη για μαγείρεμα – στις γαλλικές εξοχές, στα κελάρια της Κεντρικής Ευρώπης, σε τροπικά τοπία της Ταϋλάνδης, στα απαράμιλλα ακρογιάλια του Αιγαίου. Κάθε επεισόδιο κι ένα παραμύθι, σαν αυτά που διηγούνται οι πολυταξιδεμένοι παππούδες στα εκστασιασμένα εγγόνια. Ακόμα κι αν δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για το τεχνικό σκέλος των τηλεοπτικών παραγωγών, υποπτεύομαι πόσες ατέλειωτες εργατοώρες έκρυβε κάθε φορά αυτό το σχεδόν τέλειο τηλεοπτικό αποτέλεσμα. Η αγάπη του κοινού (που πάντα αποτυπωνόταν και στις μετρήσεις) και τα πολλά βραβεία νομίζω ότι για τον ίδιο ήταν ικανοποίηση μεγαλύτερη και από την όποια συμφωνημένη αμοιβή για αυτά που προετοίμαζε.
Ο Ηλίας Μαμαλάκης, η ψυχή όλων των προηγουμένων, έχασε κι αυτός πριν από λίγο καιρό, όπως κι ο αγαπημένος μας Μένης, τη σύντροφο της ζωής του. Μόνο αυτός θα μπορούσε να την αποχαιρετήσει δημόσια με λίγα, αλλά τόσο σοφά λόγια, που δημοσίευσε λίγο μετά το φευγιό της στο διαδίκτυο (http://www.protagon.gr/Default.aspx?tabid=70&smid=382&ArticleID=3711&t=%CE%97-%CE%98%CF%81%CE%AD%CF%88%CE%B7), με τον τίτλο «Η θρέψη». Στον αγαπημένο ταξιδευτή και παραμυθά, τον μάστορα των γεύσεων και των αισθήσεων, η ταπεινότητά μου, αλλά κι όσοι άλλοι έχουν μάθει ή γνωρίζουν τώρα το μαντάτο, δεν έχουν παρά να ευχηθούν δύναμη και κουράγιο στη ρούγα αυτήν την πλέον κακοτράχαλη του ωραίου ταξιδιού του στον κόσμο.

''Τα οπωροφόρα'' ως ταινία

8.10.2010

"Τα οπωροφόρα" ως ταινία για όποιον δεν έχει διαβάσει το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, το οποίο βέβαια είναι εκπληκτικό, είναι προβληματική και δυσανάγνωστη.
Εκείνο που ο κινηματογράφος διαθέτει και μπορεί δι' αυτού να προσελκύσει τον θεατή είναι η δομή των σχέσεων στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ιστορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει καμία σχέση της οποίας η ροή και η εξέλιξη να κρατούν προσηλωμένο τον θεατή, εξαιρουμένης εκείνης της πολύ σύντομης του ήρωα-βαδιζομανή με την καλλίπυγη νεαρά, την οποία γνωρίζει τρώγοντας σύκα και η οποία κάνει πίσω στις ερωτικές βουλήσεις του όταν εκείνος αυθαιρέτως και αιφνιδιαστικώς τής πιάνει το βυζί μέσα στο ίδιο της το σπίτι στο οποίο τον προσκαλεί για να της πιάσει σύκα από τον κήπο κάτω από την βεράντα της.
Όλες οι άλλες σκηνές μέσα στην πόλη είναι ασύνδετες μεταξύ τους. Προφανώς, κάπως θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι συνδέονται, με την έννοια ότι πρωταγωνιστεί ο βασικός ήρωας, ή συνδέονται αν θεωρήσουμε ότι η σχέση συνδέει τον ήρωα με την πόλη γενικώς και τους συμπολίτες του, αλλά μεταξύ των προσώπων που αυτός συναντά ουδεμία σχέση δεν εκφράζεται ούτε εφευρέθηκε, ώστε να κυλάει η ταινία πιο ομαλά, χωρίς χάσματα.
Όταν στο πλάνο εμφανίζεται ο όμιλος του Ζαππείου, με κεντρικό πρόσωπο τον βλάχο-συντονιστή, κανένας θεατής, αν προηγουμένως δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, δεν καταλαβαίνει ότι πρόκειται για τους σταθερούς θαμώνες του Ζαππείου και μάλιστα, κατά το βιβλίο, πλησίον του ηλιακού ρολογιού. Οι σκηνές του ήρωα, κατά την άποψή μου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν μιαν ενότητα αρραγή, που θα κάλυπτε όλη την ταινία, από την αρχή ως το τέλος, και να ακούγεται ως εισαγωγή τους η φωνή ενός αθέατου αφηγητή, που δεν θα ήταν βέβαια ο συγγραφέας-Λευτέρης Βογιατζής. Δηλαδή, εγώ αν την σκηνοθετούσα θα πέταγα εκτός ταινίας όλες τις δοκιμιακές κρίσεις του Δημητρίου περί διηγήματος και διηγηματικού πυρήνα και λογοτεχνίας και όλα τα λοιπά (οι οποίες αν θυμάστε αποτελούν ποσοστό 85% του βιβλίου), τα οποία κατ' επιλογήν ακούγονται καθ'όσον τα λέει επιδεικτικά και συμπερασματικά, σαν εξ αποκαλύψεως λάμψεις, ο συγγραφέας (Βογιατζής) στην οικιακή βοηθό του, αλλοδαπή και ως εκ τούτου αδύναμη να τα καταλάβει και να αρθρώσει αντίρρηση. Η απόφαση του σκηνοθέτη να στήσει τον Βογιατζή σχεδόν καθ' όλη την ταινία πίσω από ένα γραφείο, με θέα μια κεκλιμένη τσιμεντένια ράμπα (σαν κι εκείνες των υπόγειων γκαράζ) που κατρακυλούσε ως έξω από το τζάμι του, και να τον βάζει διαρκώς να σκέφτεται και να προβληματίζεται γύρω από την τέχνη και την καθ' εξέλιξη ιστορία του, ήταν άστοχη και προκαλούσε στον θεατή ανία και αδιαφορία.
Συμπερασματικά, κατά την άποψή μου, η ταινία έπρεπε να ράψει και μόνο τις ασύνδετες "περιπέτειες" του ήρωα μέσα στην πόλη και να εξοβελίσει όλες τις αναγωγές του Δημητρίου από τη λογοτεχνία στη ζωή και τανάπαλιν, τις οποίες, σε κάποιον βαθμό, αναμάσησε με ένα βλέμμα σαν χαζής γίδας και με στόμα χάσκον ο Λευτέρης Βογιατζής. Το πόσο αδιάφορα είδε το χθεσινό (7.10.2010) κοινό την ταινία (στο ''Άστυ" και ώρες 8.30-10.15) το τεκμηριώνουν τα ακόλουθα: α) σπάνια γέλαγε με τις ατάκες, β) στο διάλειμμα είδαμε μια κυρία στην 2η γραμμή να κοιμάται!. Στο τέλος, δε, της ταινίας, το κοινό ήταν παγωμένο, και ούτε που σηκωνόταν από την θέση του στο αντίκρισμα των τίτλων και των γραμμάτων, σαν να έλεγε ο καθένας μέσα του: "Συγγνώμη, αυτό ήταν;".
Και ούτε ένα οπωροφόρο βρε παιδί μου κατά την έξοδο, κανένα περδικούλι, έτσι για να γλυκάνει τον πόνο του θεατή.
Εξερχόμενοι πρώτοι από την αίθουσα, με αυτό που λέμε "η φούρια της απαξίωσης", συναντήσαμε τον Λάκη Παπαστάθη. Μας είπε ότι το "Ταξίδι" του θα ξεκινήσει να προβάλλεται μόνο στον "Απόλλωνα" την 11.11.2010. Για άλλη μία φορά ενίσχυσα μέσα μου την άποψη ότι βιβλίο σε ταινία είναι συνήθως δέντρο άνευ οπώρας.
Διαβάστε το βιβλίο. Στο αρχείο μου συνήντησα την ημερομηνία 28.1.2006 (τότε είχε παρουσιαστεί στον "Ιανό" προεξαρχούσης της συμπαθούς Μαρίας Χούκλη). Άλλα έτη, άλλα φρούτα, άλλοι καρποί.

Π.Χ.

5/10/10

Τα εγκαίνια, ο ζωγράφος κι ο αποσυρμένος πολιτικός

5.10.2010

Ο Μπουζιάνης επιστρέφει σπίτι του, κραύγαζε ο τίτλος. Το σπίτι φωταγωγημένο, με τους πίνακες της παραμόρφωσης ριγμένους στους τοίχους. Οι επισκέπτες μια αγέλη, ένα σκυλολόι, μέσα και έξω από το σπίτι. Μια-δυο ροτόντες πάνω στο στενοσόκακο, με κανένα μισοδαγκωμένο τυροπιτάκι. Δίπλα το νέο κτήριο, το πολιτιστικό. Οι κοπέλες με τα βιολιά και την ομοιόμορφη μαύρη περιβολή έπαιζαν το Yesterday, στην αυλή πίσω από το σπίτι του ζωγράφου. Θα'χε γούστο έλεγε η φαντασία μου να εμφανιζόταν από το υπερπέραν ο μυστακοφόρος ζωγράφος και με κανένα υπερφυσικό πινέλο σαν σκουπόξυλο να τους έπαιρνε όλους αυτούς τους θιασώτες της υψηλής τέχνης στο κατόπι. Αλλά η έκπληξη της βραδιάς ήταν ο αποσυρμένος πλέον πολιτικός, που στεκόταν διακριτικά, σε απόσταση από την οικία, κοστουμαρισμένος και σαν σε θέση άμυνας. Γιατί άραγε δεν ορμούσε κι αυτός μέσα στο κέντρο της φωτοχυσίας, να αρπάξει κανένα χειροφίλημα ή κανέναν ψευδοέπαινο; Τι να φοβόταν άραγε; Την οργή των φιλότεχνων; Λες να τον... παραμόρφωναν και αυτόν, να του κάνανε τα προγούλια του σαν χυμένο κιμά; αυτή την απωθητική κροκοδειλίσια φάτσα να την χτυπούσαν κάτω σαν το χταπόδι; Μπα, δεν νομίζω ότι τα κάνουν αυτά οι Νεοέλληνες. Σέβονται την παλαιά ιδιότητα, ό,τι κι αν κρύβεται από πίσω της: εξουσιαστική παραφροσύνη, φασιστικοί αλαλαγμοί, χιτλερικοί απόηχοι. Εξάλλου, από την κοιλία τους βρήκε αυτό το εξάμβλωμα, που στην αρχή τούς κάθισε κάπως στον λαιμό και μετά το πήρε και το σήκωσε ο αέρας της αλλαγής. Πάντως, κι εγώ με άκρα υποκρισία τον πλησίασα, έτσι για να μαζέψω ρήσεις και κρίσεις. Με αυτή την δουλοπρέπεια που ταιριάζει στο πλησίασμα του ξεπερασμένου δασκάλου, του ντοπαρισμένου ολυμπιονίκη, του πολιτικού-καταστροφέα των λαϊκών ελπίδων. Στο πλησίασμα του φίλου και της φίλης, για τους οποίους πάγος μέσα μας λιώνει αντί για κάρβουνο ατμόπλοιου. Με ολίγα ψιμύθια πώς γίνονται όλα τόσο... παραμυθένια! Αλλά και η ζωγραφική τι κάνει κατ' ουσίαν; Ό,τι θέλει βλέπει από τον κόσμο, όπως θέλει το αποδίδει. Γούστο της καπέλο της. Σου φτιάχνει την πόζα και το πορτρέτο και άντε μετά εσύ να βγάλεις την ερμηνεία από τις γραμμές και τις μείξεις των χρωμάτων. Α, δεν σας είπα το πιο κωμικό όλων: Από την αυλή του σπιτιού ξεκινούσε μια κλίμακα σαν βαθύ πηγάδι. Έβλεπες τους άλλους να κατεβαίνουν τη στενή σκάλα, ε, έλεγες, κάπου πάνε αυτοί, ίσως σε κάτι καλό. Κάποιες κιτρινισμένες ταμπέλες έλεγαν "Προς αμφιθέατρο κ.λπ.". Κι αρχίζει η κατεβασιά, μία στροφή, δεύτερη στροφή, τρίτη στροφή και πάει λέγοντας. Αλλά οι ενδιάμεσες κλειστές θύρες παρέτειναν τη λαχτάρα και την αγωνία. Η οποία πού νομίζετε ότι κατέληγε ύστερα από καμιά 70αριά σκαλιά; Στο υπόγειο πάρκινγκ (!), άδειο, ολόαδειο, και με ένα φωτάκι να κυκλοφέρεται σαν τον φάρο των περιπολικών. Ωραία φάρσα. Ο πίνακας ήτανε άδειος ώστε η μουτσούνα του καθενός να αφήνει μια σκιά. Καημένε Μπουζιάνη. Ήρθαμε σπίτι σου και δεν προλάβαμε ούτε ένα κουλουράκι να μας σερβίρεις. Και οι γυναίκες στα κάδρα σαν χυμένες άτσαλα μπογιές με χοντροπίνελο. Αγαπούσες τις άσχημες, το ξέρω. Το ελάττωμα δίνει τη χάρη, που λέμε.

24/9/10

Σκύθος στο "Χρώμα"

24.9.2010

Ο Γιώργος Σκύθος συνεχίζει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα με την νέα έκθεσή του στην γκαλερί "Χρώμα" (Κ. Σερβίας και Λέκκα), με γενικό τίτλο "Οδηγίες για δρόμους". Η εν λόγω έκθεση θα διαρκέσει μέχρι και τον Ιανουάριο του νέου έτους.
Πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη καλλιτεχνική προσπάθεια, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Ο καλλιτέχνης επιχειρεί πρωτότυπες χρωματικές μείξεις τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια των συνθέσεων, ταυτόχρονα με την ανάμειξη ποικίλων επιμέρους θεματικών στοιχείων. Ο τίτλος των έργων, όπως προείπαμε, είναι "Οδηγίες για δρόμους": πράγματι, όλα τα θέματα των έργων συγκλίνουν στο σύγχρονο αστικό βιομηχανικό τεχνοκρατούμενο τοπίο, και ειδικώς στη μοναχική πορεία και σύγκρουση του ανθρώπινου υποκειμένου με τους απειλητικούς εξωτερικούς παράγοντες. Απρόσωπα κτήρια, πελώριοι οικοδομικοί όγκοι, δημόσια έργα εν εξελίξει, ταχείες διελεύσεις μοντέρνων μέσων μεταφοράς κ.λπ. βομβίζουν πάνω από το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο καδράρει με το βλέμμα του κάθε στιγμή και ταυτοχρόνως τον πανζουρλισμό των ετερόκλητων ήχων και θορύβων, την ποικιλία των στάσεων, δραστηριοτήτων και απαντήσεων του ανθρώπου στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, τις συμπλοκές σάρκας και ύλης, τις διάχυτες εικόνες της ανθρωπομάζας κ.λπ. Ο Χρόνος, και ειδικότερα κάθε χρονική στιγμή μοιάζει να κερματίζει όλα τα επιμέρους εν δημοσίω χώρω σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Η τεθλασμένη του τραμ περνάει ξυστά από δίπλα μας, την ίδια ώρα που ένα ιπτάμενο πατίνι είναι έτοιμο να σκάσει μπροστά μας, ένα τρόλεϊ να μας βελονίσει με τις κεραίες του, ένα αυτοκίνητο να κορνάρει πάνω από το τύμπανό μας κ.λπ.
Τα έργα θεωρώ ότι είναι κατάλληλα και για καλλιτεχνική επένδυση ιδιωτικών χώρων και για περιοδικές εκδόσεις (βλ. εξώφυλλα Άθενς Βόις). Ο Γιώργος Σκύθος κατά δήλωσή του ακολουθεί τις αρχές μιας δικής του γλώσσας, εξπρεσιονιστικού αφαιρετισμού, με τη χρήση ωστόσο γεωμετρικών στοιχείων που φανερά εξεικονίζουν τις εν στάσει και κινούμενες οντότητες της πολύβουης και νευρασθενικής πόλης.
Κατά την άποψή μας, η ενότητα των έργων, που μιλούν την ίδια πρωτότυπη γλώσσα και αποτελούν "μια άηχη πόλη μέσα στην πόλη", προκαλεί τις εντυπώσεις και το ενδιαφέρον των φιλοτέχνων και αξίζει αναντίρρητα την προσοχή μας.
Τα συγχαρητήριά μας στον καλλιτέχνη.

Π.Χ.

22/9/10

Ο θάνατος της εβδομάδος

22.9.2010

Η Βασιλική, ή κατά την λογοτεχνική αφιέρωση Λιλή, η τόσο αξιοπρεπής, διακριτική και σεμνή σύντροφος του αγαπητού συγγραφέα μας Μένη Κουμανταρέα, ΄΄εκοιμήθη΄΄. Χθες αποχαιρετίστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο, παρουσία οικογενειακών μελών (μεταξύ αυτών, οι 2 αδελφές της), συγγενών και φίλων-ομοτέχνων μεταξύ αυτών.
Έχουμε την τύχη να τη θυμόμαστε από μία και μόνο βραδιά που οργανώθηκε προς τιμήν του ζεύγους προ ολίγων ετών, στο Μετς ("Παλιά Ταβέρνα").
Τελευταία φορά που την είδαμε ήταν σε μιαν εκδήλωση-παρουσίαση (του τελευταίου βιβλίου του ΜΚ: ''σε ένα στρατόπεδο...'') στο βιβλιοπωλείο FNAC στο Μοναστηράκι, πέρυσι (2009) τον Οκτώβριο. Λίγους μήνες μετά, άρχισε τη δράση της η νόσος των κυττάρων.

Στη Λιλή.

Πόσα στ' αλήθεια άπειρα και άφατα κρύβουν αυτές οι 2 αφιερωματικές λέξεις, που συναντώνται στην 3η σελίδα κάθε βιβλίου! Πόσα αστέρια μιας σχέσης αγάπης δεν υπομιμνήσκουν καρφωμένα πάνω σε έναν σταχτογάλανο ουρανό!

Και η σελίδα υψώθηκε ως λευκή σινδών και την σκέπασε ιεροπρεπώς.

Πόθεν Λαμπέτη;

22.9.2010

Βρέθηκα τη Δευτέρα 20.9.2010 στο Ηρώδειο, στη Βραδιά του Ηθοποιού, η οποία ήταν αφιερωμένη σε Κατράκη, Λαμπέτη, Μερκούρη, Χορν.
Μπορούσες να ακούσεις πολλά για τον βίο και το έργο των 4 αυτών αλησμόνητων ηθοποιών και να δεις σε βίντεο ορισμένα αποσπάσματα από ταινίες ή συνεντεύξεις τους.
Πρόλαβα τα τρία από τα τέσσερα μέρη.
Ανάμεσα στα όσα άκουσα, συγκράτησα και κάτι για να σας το μεταφέρω (δεν πρέπει να το γνώριζα, γι' αυτό μου έμεινε):

Αν σας ρωτήσουν στον δρόμο ρεπόρτερ "γνωρίζετε το πραγματικό όνομα της Έλλης Λαμπέτη;", φυσικά θα απαντήσετε "Λούκου".
"Και το Λαμπέτη από πού βγαίνει;" θα (ξανα)ρωτήσουν εκείνοι.
"Από τον ΄΄Αστραπόγιαννο΄΄ του Βαλαωρίτη", θα τους πείτε και θα κερδίσετε τον θαυμασμό τους.