15/3/11

Οι αντιθέσεις των λαών

15.3.2011

(Εμείς σε τσουνάμι; Θα είχαμε σβήσει από τον χάρτη...)

Αυτοί εκεί δεν στηθοκοπιούνται πάνω από τα ερείπια ούτε ολολύζουν με τρόπο παρατεταμένο ούτε ξεσχίζουν τα ουράνια με γόους ούτε καταριούνται καμιά κυβέρνηση με ύβρεις και μομφές.
Το κλάμα σιγανό, διακριτικό, ευγενικό, αξιοπρεπές, μάλλον πετυχαίνει εν μέσω σιγής να εντείνει το μέγεθος της τραγωδίας.
Ένα Αχ ήταν μόνο που σύρθηκε στον αέρα πάνω από το νερό.
Εκείνοι εκεί είναι μαθημένοι στα σκαμπίλια της Φύσης, αλλά κάτι σου λέει πως τη σέβονται υπερβολικά, υποκλίνονται μπροστά της και δέχονται όπως ο πιστός του Θεού του τις επιταγές και τις εκρήξεις της.
Εκείνοι εκεί ξαναρχίζουν από το 0 τη ζωή τους, και κάτι σου λέει πως σύντομα, συντομότατα θα τα βάλουν πάλι όλα σε τάξη. Θα χαϊδέψουν και τη θάλασσα όπως έναν ψυχασθενή που έκανε πάλι "τα δικά" του.
Εκείνοι εκεί σίγουρα πλέον δεν πατούν ούτε σε γη ούτε σε ουρανό, κείνται μεταξύ τους, είναι υπερβατικές οντότητες, τα γιγάντια πόδια τους ακουμπούν πάνω στα σμπαραλιασμένα οχήματα και στους κομμένους φανοστάτες.
Εκείνοι εκεί έχουν αμολήσει την ψυχή τους και με τέτοιες υπερρεαλιστικές εμπειρίες τη βλέπουν σαν πουλί, σαν κοράκι να τσιμπάει ανασυρμένα πτώματα. Μόνο ορισμένοι επηρεάστηκαν τόσο που έγινε τσουνάμι και μέσα τους. Ο στόμαχος βρέθηκε στην αρχή της τραχείας, τα πνευμόνια ξεκόλλησαν και κουλουριάστηκαν γύρω από το λεπτό έντερο. Το μυαλό, το μυαλό τους ακόμα στη θέση του, ευτυχώς, έχει γερά θεμέλια το μυαλό τους, νόηση, αντίληψη, προσοχή, μνήμη, συνταράχθηκαν είναι αλήθεια στο φονικό χτύπημα, αλλά ευτυχώς δεν κατέρρευσαν. Μόνο
μία φοβάται αυτή τη σκιά πάνω από το μυαλό της και είπε πως "θα ήταν καλύτερα να μην ζούσα". Τελικά εκείνοι εκεί είναι πολύ δυνατοί, ημίθεοι, παλεύουν στη Γιγαντομαχία και δέχονται βράχους πελώριους από τον ουρανό, αλλά στέκονται αξιοπρεπώς. Αξιοπρέπεια, αυτή είναι η κατάλληλη λέξη. Να ζεις και να πεθαίνεις με αξιοπρέπεια, να υποκύπτεις μόνο στην ανώτερη δύναμη, τύχη λέγεται αυτή, Θεός, Φύση, πεπρωμένο.

Αυτοί εδώ πάλι τσακώνονται για τα μικρά και τα ασήμαντα, μπρος σε κείνα τα ασύλληπτα και τα κοσμογονικά. Κλαίνε που τους κόψανε δυο πόντους από το σβέρκο, το ψευτοεπίδομά τους, που τους δείρανε κάτι Αλβανοί ψευτόμαγκες, που ο γιόκας τους θα πάει με το γαϊδούρι στο νέο σχολείο κι είναι ζήτημα, που κάθονται στην ουρά στο φαρμακείο. Όλα δε τα παχύδερμα του δημόσιου λόγου, οι κομπογιανίτες με τα κομπολόγια, οι υπάλληλοι των φρενοκομείων, οι πολιτικάντηδες με τις BMW, οι δάσκαλοι της πλάκας, οι συνδικαληστές με τα πλακάτ, οι
κωλογιατροί με τα φακελάκια, οι αλητοέμποροι που κέρδιζαν με 400%, οι αστοί με τις χοντροκοιλιές τους, οι κουλτουριάρηδες με το μισό μπόι, οι πανεπιστημιακοί με τις 5 ώρες τη βδομάδα, οι μαλάκες οι αριστεροί που κοιμούνται ακόμα με ένα πλευρό κάπου στο 194..., οι Κατίνες των σχολείων, τα αλητόπαιδα που καταλαμβάνουν τα σχολεία, οι δημοσιογράφοι με τα μίνι και τις γραβάτες, οι αναρχικοί του κώλου, οι νεκροτόμοι της φτωχής Ελλάδος, όλη αυτή η αγέλη των σκύλων, το κωλόσογο των Βαλκανίων, είναι να το πάρει το ποτάμι να το πάρει ο ποταμός.
Πώς τον λεν πώς τον λεν τον ποταμό; Ιλισό, Πηνειό ή Τσουναμωτό; Πάθανε σοκ οι ημέτεροι καθυστερημένοι με τις ιαπωνικές γιγαντοαφίσες. Είπαν μέσα τους να το βουλώσουν που ζητούνε τις τρίχες του κουρέα πίσω την ίδια στιγμή που χάνονται πολιτείες και κλείνουν τα στόματα του πέρα κόσμου. Αλλά μετά είναι σίγουρο ότι θα το ξεχάσουν - και θα αρπάξουν πάλι το πλακάτ και το πουλόφωνο να πουν τον πόνο τους. 11 εκατομμύρια μαλάκες που δεν μπορούν να συνεννοηθούν 150 χρόνια. Την ίδια στιγμή που οι άλλοι εκεί μέσα σε 3 λεπτά σήμαναν συναγερμό
και προειδοποίησαν για τα κακά μελλούμενα. Το μυαλό μας, το μυαλό μας έχει κάπου κολλήσει και πάμε σαν χελώνες, σε γλίτσα μάλλον κόλλησε, και δεν τρέχει, βούλωσαν οι αρτηρίες μας.

Να δεις που σε ένα 6μηνο αυτή η πόλη της κόλασης θα δέχεται τα πρώτα εκδρομικά γκρουπ. Κι εμείς εδώ ακόμη θα στέλνουμε επιστολές για τα Μάρμαρα και θα ψάχνουμε την τρύπα κάτω από τα μπούτια μας.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

14/3/11

Το μπακούρι (χιουμ. στιχ.)

14.3.2011

(...χθες το βράδυ στο μπαράκι / είδα ένα μπακουράκι...)

Το μπακούρι

Τα μπακούρια κάτι έχουν
κι εξ αυτού (δεν) τα προσέχουν.
Μόνα τους κυκλοφορούνε
και βαρύ βλέμμα φορούνε.
Αν βρεθούνε σε παρέα
στέκουν σα νεκρή κεραία
κάπου κάπου αφαιρούνται
μυστικά διανοούνται
με τα μέσα τους μιλάνε
κι άηχα παραμιλάνε.
Άλλα έχουνε κουσούρια
και στις τσέπες τους καβούρια.
Σαν κοιτιούνται στον καθρέφτη
η εκτίμησή τους πέφτει.
Με τη φάτσα τους παλεύουν
ψάχνονται, ανακατεύουν
δοκιμάζουνε το λουκ τους
αναλύονται στο μπουκ τους.
Άλλα απογοητευμένα
από έρωτες χαμένους
άλλα είν' απορριμμένα
σε αγώνες ξεχασμένους
αδελφές ψυχές δεν βρίσκουν
μια φωτίζονται μια θνήσκουν.
Στο ανέλπιστο επενδύουν
και στο θαύμα παραλύουν.
Νύχτες και φαντασιώνονται
έρωτες και ξεσηκώνονται.
Κάποιο ιδανικό ζητώντας
στο κενό παραπατώντας.
Με τον χρόνο να κυλάει
το μπακούρι βλαστημάει
την αλλόκοτή του τύχη
που όλο ύψωνε τον πήχη.
Θα'θελαν την ιστορία
πάλι να την ξαναγράψουν
μαχαιριές τα "αν", σωρεία,
που ματαίως παν να θάψουν.

Αν δεν ήμουν ντροπαλός
κι έπαυα να ζω δειλός
θα'χα πίστη πιο μεγάλη
και δεν θα'μουνα ρετάλι.
Κάθε μου επιτυχία
θα την έφερνα στα χείλη
κι αν δεν φύτρωνε τουλίπα
θα'χα πάντοτε τριφύλλι.

Άλλοτε τη μοναξιά
τη βαφτίζουν περηφάνια
αν δεν φτιάξανε κρασιά
φταίγαν πάντα τα καζάνια.
Φταίει η ανατροφή τους
των δυο φύλων οι αλχημείες
κάποιο τραύμα ή ενοχή τους
της αγάπης οι ατιμίες.
Άλλα μείνανε μπακούρια
μένοντας στα αζήτητα
άλλα είχαν άλλη... φούρια
και αισθάνονται αήττητα.
Άλλα επιλεκτικά
πώς να σπάσουνε αυγά;
άλλα αεί διστακτικά
με το Εγώ τους σε καβγά.
Άλλα όλο φλυαρούνε
και στην πράξη δεν βαστούνε
πάρλα όλο κι επανάληψη
και στα κρίσιμα διάλειψη.
Αχ, μονάχα μια ευκαιρία -
μην τη δούνε τα "θηρία" -
μια στιγμή να'ρχόταν μόνο
και ν' απόδιωχνε τον πόνο.
Μια ματιά και ένα χέρι
ένα σκίρτημα, ένα αγέρι
κάτι να τους ψιθυρίσει
πως ζωή νέα θ' αρχίσει.
Τίποτε, να τους φωνάξει,
πως δεν χάθηκε ακόμα,
δέστε γαλανό ουρανό
τα παλιά; πάρτε μια γόμα.
Ασανσέρ οι προσδοκίες
μια στα ύψη μια στα βάθη
μα, ας μη λέμε, μαλακίες
ό,τι πέρασε, αχ, εχάθη.
Γιατί όσο και να λες
η ηλικία είναι τοπίο
αν δεν σου'κατσε ο βαλές
πες στη νιότη σου "αντίο".
Αν απ' την απελπισία
το μπακούρι μας πιαστεί
μάταιη η ικεσία
θέλει να συμβιβαστεί.
Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες
τα ονείρατα και οι γλαδιόλες
αυτός είμαι και πια δεν αλλάζω
κι ας κοιτάζω όλο άδειο το βάζο.
Μολαταύτα ντυμένο ωραία
το μπακούρι αεί περιμένει
να προκύψει μια σχέση μοιραία
να προκόψει, όσο ακόμη ανασαίνει.
Dum spiro spero
μη με λέτε "γέρο"
ο πενηντάρης κατά Ζαμπέτα
παίζει CD κι όχι δισκέτα.

Χθες το βράδυ στο μπαράκι
είδα ένα μπακουράκι
μου άνοιξε τα σωθικά του
κι είπε τα προσωπικά του.
Η πρώτη ήτανε πρωτάρα
η δεύτερη πολύ αλανιάρα
η τρίτη ένα πιστό σκυλάκι
και σιγανό ως ποταμάκι.
Σ' εκείνη φάνηκα αγαθός -
κι αυτήν που ήθελα περιπαθώς
τη μάζεψαν από δυστύχημα
και χάθηκε κι αυτό το στοίχημα.
Ε, άμα βάλεις και τα ασύμπτωτα
ν' αγαπάς και να μην αγαπιέσαι
βγαίνουν τα χρόνια μας ασήκωτα
άσ'το, κάλλιο μόνος, δεν βαριέσαι.
Εξάλλου ήταν και οι γονέοι
που τους κρατούσα συντροφιά
έτσι πολλοί ξεμένουν νέοι -
με τη μαμά τους αγκαλιά.
Στα μεσοδιαστήματα
πίκρες και χτυπήματα
στις γιορτές και στις αργίες
είχε ο έρως απεργίες.
Στα τραπέζια συγγενών
όλα λέγανε το "νον"
σαν "κρεμάστηκαν" οι φίλοι
μου κουνήσανε μαντίλι.
Παραδέρνω ώρες ώρες
στης πόλης το μεγάλο κάστρο
στα δέντρα αραιές οπώρες
κι εγώ να ψάχνω για 'να άστρο.
Πήγα και σε ένα γραφείο
που ρυθμίζει συνοικέσια
πας σ' ένα τηλεφωνείο
με μια λίστα, ώρα απαίσια!
Μελετάς κάποιο "προφίλ"
την περίμετρο της μέσης
τη δουλειά, το σεξ απίλ,
κι αν πετύχεις, να με χέσεις.
Κρύο πράμα και στημένο
το της γνωριμιάς το πάρτι
γεύμα προτηγανισμένο
κι η μερίδα πάντα σκάρτη.
Πάντοτε αναρωτιέσαι
μα τι έφταιξε, στο διάλο,
καθώς θα αναμετριέσαι
τι μπακούρεψε τον άλλο;
Είναι σαν τα αυτοκίνητα
που ζητούν να σου πωλήσουν
από εμφάνιση είναι άριστα
μα όλο πάνε να σε "ψήσουν"
πάντα κάτι υποψιάζεσαι
κάποια βλάβη αποκρυμμένη
κι όταν πλέον το ψυλλιάζεσαι
στρίβεις - κείνοι απορημένοι.
Φύγαν τα καλά τα πράματα
που τα ζήλευε ο πας
κι έμειναν τα χτυπημένα
μα δειλιάζει ο παράς.
Έμενα αναποφάσιστος
σε όλα τα σικέ παιχνίδια
δίχως να φανώ αχάριστος
"δεν μαζεύω ροκανίδια".
Κι έτσι βλέπω τη σκιά μου
να σηκώνει τα σακιά μου
πάντα ελπίζω πως μια κόρη
θα με δει γλυκό αγόρι.
Κι εκ του φυσικού και μόνο
θα μου γιάτρευε τον πόνο
δίχως "ακτινοσκοπήσεις" -
"σ' αγαπώ, μα μη μ' αφήσεις".
Μόνο για αυτό που είμαι
να μ' αποζητεί μονάχα
μ' ό,τι δείχνω, όπως κείμαι -
κι όχι μ' ό,τι ίσως θα'χα.
Αλλά μέχρι να φανεί
το εξαίσιον πουλί
γω δεν μένω στο σκαμνί
και γυρίζω, αεί, πολύ.
Γιατί όποιος, δη, γυρίζει
όλους τους καρπούς μυρίζει
έχει αισθητήριο
που'ναι ελατήριο.
Το καλό τ' οσφραίνεται
το σικέ σιχαίνεται
άσ' τη φύση να μιλήσει
κι ίσως το καλό δωρίσει.
Ξέρει η φύση να διαλέγει
αλλά τι δεν το προλέγει
άσ' τον χρόνο σου να γράφει
να σε πιάσει από το ράφι.
Σίγουρα θα βάλεις χέρι
- όχι όλα ο Θεός -
κι άμα λάχει κάποιο ταίρι
δεν θα στέκεις ενεός.
Λέω σ' όλα τα μπακούρια
να κρεμάσουνε τα γούρια
και να βγαίνουν περαντζάδες
και να κάνουνε καντάδες
να κερδίζουν κάθε μέρα
κι ας τους κάνουν κάποιοι... πέρα.
Σε όποιον αρέσουμε
και θα μπορέσουμε,
τα κορμιά τ' αφίλητα
τα μ....ά τ' "αμίλητα"
τι κακό να ορφανεύουν
και του κάκου να γυρεύουν
να μη βρίσκουν τη φωλιά τους
τη σαγήνη, τη ''μιλιά'' τους
- να γερνούν παραδομένα -
να τα τρώνε τα καημένα
τα μοναχικά ντουβάρια
τ' άκαρδα του Χάρου φτυάρια.
Τριγυρνούν πολλά μπακούρια
σαν πιασμένα σε μασούρια
μ' άμα κάνουν, κάπως, γιούργια
πράματα θα βγουν καινούργια.

Κι έτσι αυτό το μπακουράκι
βγάζει συμπερασματάκι:

Κάποτε ο Οδυσσέας
θα γυρίσει στην Ιθάκη
θα κορώσει γλέντι ωραίο
να "ζεστάνει" το κονάκι. -

Π.Χ.

3/3/11

Πολιτισμός το απαλό χάδι

3.3.2011

Ο πολιτισμός περνάει πάντοτε σαν λεπτότατο νήμα από την τρυπίτσα της βελόνης. Είναι η εκεχειρία, η προσωρινή συνθήκη ειρήνης στην αδιάκοπη μάχη της ζωής. Στην παρέλαση των όντων, κι αφού τίγρεις και λέαινες έχουν επιδείξει το επιβλητικό ανάστημά τους, υπάρχει κι ένα μικρό περιθώριο κατά το οποίο λαλούν μια δράκα αηδόνια και περνούν ασύνταχτοι οι αμνοί. Ο πολιτισμός είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα στην πανταχού παρούσα βαρβαρότητα. Αν ήταν ποδοσφαιρικός αγώνας, ο πολιτισμός θα κατελάμβανε το χρονικό πλαίσιο της διακοπής ανάμεσα στα 2 ημίχρονα. Οι άνθρωποι του καιρού μας είναι τόσο βυθισμένοι στη θάλασσα των υποχρεώσεών τους, που κι αν τους δοθεί έστω και για λίγο η ευκαιρία να σηκώσουν τα κεφάλια τους πάνω από την επιφάνεια του νερού για να αγναντέψουν το πράσινο των απέναντι βουνών, ας πούμε, ταχύτατα ένας ορμητικός χείμαρρος τους καταβιβάζει και πάλι μέσα στο ασφυκτικό ενυδρείο τους. Η μουσική είναι ένα απαλό χάδι που γαργαλάει τα ωτία, ο κινηματογράφος μια παραίσθηση ή απάτη των αισθήσεων, το θέατρο μια ψευδαισθησιακή μεταφορά σε μιαν άλλη κοσμική πραγματικότητα. Μηνύματα, ιδέες, αντιλήψεις και αφορισμοί, λίγο κατρακυλούν από τα μάτια στην ψυχή και από τα ωτία στο πνεύμα, λίγο ταρακουνούν τον παχυδερμισμό και την ακινησία της βασικής στάσης μας μέσα στα ταραγμένα ρεύματα του κόσμου, και αμέσως μετά εξατμίζονται: επιστρέφουμε στο βάρβαρο και στο ζωώδες των υποχρεώσεων, στο χώρο όπου δεν βρίσκει κανείς καμία εκλέπτυνση, παρά μόνο την αιώνια πίεση του ζυγού του χρόνου και την αυτοδέσμευσή μας απέναντι στο βιοτικό καθήκον, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι άραγε ο πολιτισμός ως αμελητέα μειονότητα του χρόνου, ως μια προσωρινή και φευγαλέα επαφή, ως ένας φτερωτός θίασος ικανός να στήσει τον χάρτινο πύργο του πάνω στην άμμο που τη δέρνουν οι αστραπές και οι άνεμοι; Διάβασες ένα καλό βιβλίο. Απόλαυσες μια έξοχη θεατρική παράσταση. Παρακολούθησες ένα καλομονταρισμένο κινηματογραφικό έργο. Και λοιπόν; Τι στ' αλήθεια άλλαξε μέσα σου; Ποίος ο βαθμός της επίδρασής τους; Άφησαν κανένα ζωηρό αποτύπωμα που θα χάραζε μια κατεύθυνση ζωής; Έχω σοβαρές αμφιβολίες επ' αυτού. Βλέπω γύρω μου πρόσωπα και θεατές, ακροατές και φιλόμουσους που αισθάνομαι ότι αποδιδράσκουν για λίγο από τη βαρβαρότητα και επιστρέφουν καταπτοημένοι πάλι σε αυτήν. Εντωμεταξύ, κάποια μουσική συμφωνία ίσως σκούντηξε λιγάκι τον πέπλο των βασικών τους συνηθειών και έσπασε την εξωτερική κρούστα της ύπαρξής τους. Εάν ο πολιτισμός θέλαμε να έχει διαρκή επίδραση και παρουσία, θα έπρεπε να τον φανταστούμε σαν έναν επίμονο ιό που δεν σε αφήνει σε ησυχία, που ανεβάζει τον πυρετό της διανοητικής και πραξιακής σου ταυτότητας, που σε στέλνει κάθε λεπτό στο νοσοκομείο, άρρωστο από προβληματισμούς, διλήμματα και ενοχές. Η εργασία αποπλανεί από το αγνό φυτώριο του πολιτισμού, και η οικογένεια μετατρέπει το μέλος της σε έναν "πατάτα" (σικ) που αυνανίζεται αισθητικά μπροστά στην οθόνη και αφήνει αλάδωτα τα γρανάζια της πνευματικής του εγρήγορσης και της κοινωνικής του συνείδησης. Ο υλικός πολιτισμός εν πολλοίς από τη δική του πλευρά γεννά κάθε ώρα άπληστα γουρούνια, βρώμικους εξουσιαστές, φιλήδονους και αυτιστικούς διαχειριστές, μαφιόζους και πορνικά όντα. Ο πολιτισμός είναι το ουράνιο τόξο, ο μετεωρίτης, το άπιαστο φυσικό φαινόμενο που θα το κοιτάξεις με ειδικά γυαλιά κάποια μεταμεσονύχτια ώρα, ένα ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο που αν συμβεί (άπαξ) στ' αλήθεια μπορεί να επικαθορίσει τον ρυθμό και τον τρόπο της ζωής. Ώρες ώρες νομίζοντας ότι ασχολούμαι με τον πολιτισμό, νιώθω πως ποτίζω λουλούδια που δεν ζουν παρά μερικές μόνο ημέρες. Ο πληθωρισμός, δε, των πολιτιστικών δρωμένων τής σήμερον είναι ένα σκόρπισμα επιφάνειας, παρά μια επίγνωση βάθους, μια ζάλη και ένα τελάλισμα παρά η θεμελίωση μιας σταθερής μύησης και αναδόμησης. "Μας ακουμπάει" θα έλεγε κάποιος Δροσογιάννης για τον σύγχρονο πολιτισμό, όπως τυχαία και συμπτωματικά μας ακουμπάει ένας αγκώνας μέσα στο συρρέον πλήθος. Μας ακουμπάει, απλώς - γιατί αν είχε στερεωθεί μέσα μας, με τόσα κείμενα, με τόσες ακροάσεις και θεάματα, τότε ουδέν έγκλημα θα πράτταμε, όπως κάνουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε ή αντιθέτως σκόπιμα ενεργώντας αλλά ζητώντας την παράλυση της συναίσθησης της σκοπιμότητάς μας, εις βάρος των συνανθρώπων μας. Αμόλα καλούμπα. Άσε τον χαρταετό του πολιτισμού να πάει σε ξένες πολιτείες, εκεί που δεν είναι περιθώριο, αλλά βασική δομή του κοινωνικού συστήματος. Ας μην μεγαλοποιούμε λοιπόν τις πολιτιστικές μας συμμετοχές και εμπειρίες αλλά ας αναλογιζόμαστε αν υπάρχει κάποια απτή απόδειξη ή κάποια φανερή συνέπεια της επαφής μας με τα πολιτιστικά πράγματα, είτε εντός είτε γύρω μας.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

11/2/11

Κώστας Μαυρουδής, "Τέσσερις εποχές"

11.2.2011

(Είδα τον Κώστα Μαυρουδή σε μια βραδιά στον "Ιανό" αφιερωμένη στον Μ. Γκανά. Μου ψιθύρισε ότι εντός μίας εβδομάδος ΄΄βγαίνει΄΄ το νέο του βιβλίο. Το ρούφηξα δυο φορές και χθες το βράδυ κάθισα δυο ώρες στην καρέκλα...)  

Κώστας Μαυρουδής, "Τέσσερις εποχές"

Οι μέρες του πενήντα τρία
ή και του πενηνταεννιά
είναι πια μια παλιά ταινία
που δεν την παίζουν πουθενά.

Μπήκαν τα τανκς στη Βουδαπέστη
κι ο Τύπος σοκ μεγάλο υπέστη -
του Γκριμπωβάλ θαρρώ πως βλέπω
τα κανόνια
κείνα που αλλιώς πυροβολούν
και τον τιμούν αιώνια.

Το σπίτι μοιάζει καταφύγιο
- νύχτα παντού, στο μέσο ένα κηροπήγιο -
σ' ένα δωμάτιο η μητέρα αγκομαχάει
μια θεία δίπλα ευλαβικά παρακαλάει
μοιραίος χρόνος το πενηνταοχτώ
μεθώ τον πόνο μου με στίχους του Κοκτώ.

Ο χρόνος πίσω κι αν το θέλεις δεν γυρνάει
και μόνο μπρος ολοταχώς πάντα τραβάει
η "Αλεπού η Νεαρά" έχει γεράσει
μα απ' το σοκάκι της και πάλι θα περάσει
θα' ναι Χριστούγεννα στο μυθικό Ζαλτσβούργον
(δεν θα' χουν κάψει τον Ιούδα τον κακούργον)
κι ο γερο-Γιάνκης ξεναγός με το μπαστούνι
τον "Οδηγό" του κατατρώγει σαν μαμούνι
το χιόνι πέφτει και τα λόγια μας σκεπάζει
κι εγώ απ' το τζάμι έναν σκιέρ θα κάνω χάζι.

"Όλα'ναι εφήμερα ως την ανυπαρξία"
σκέψη στ' αλήθεια που σου φέρνει ασφυξία
τα εργαλεία του τσαγκάρη στα μουσεία
κι οι νιοι βλαστοί θροΐζουν σε αμεριμνησία.
Θέση στο μέλλον έχει η Φύση καπαρώσει
και τα δισέγγονά της λέει θα καμαρώσει.
Αλλά κι η Ποίηση θα απαθανατίζει
όσους ο Χρόνος σταθερά αδυνατίζει
άγαλμα στήνει ανθεκτικό σε "Αναπαυόμενο"
με φόντο στέρεο τον γιο του τον κοιμώμενο.

Αλλά εκτός απ' το Παρίσι και τη Ρώμη
την Μπανταλόνα, ή μια λουτρόπολη, ακόμη,
στέκει αθάνατο εδώ πέρα το Λουτράκι
φωτιά του θέρους, μ' εξαϋλωμένα ράκη.
Πώς να ξεχάσεις μία θεία καλλονή
μύθο, που ανέμενες με "θεία" προσμονή;
τον θείο Ζαν, μοναδικό και γόη
και τελευταίο επιζώντα μες στο σόι;
Κι αν βεβαιούται πως κανείς μας δεν θα μείνει
θα λάμπει, έστω, κόμη-τας η μπριγιαντίνη
και όλο μπρος θα εφορμάει η ζωή
με χτενισμένο... προς τα πίσω το μαλλί.

Σκέπτομαι και τους ηλικιωμένους
απ' τα θερμά λουτρά τους κάπως κρατημένους
πλοία να φεύγουν, κι άλλα να καταλαβαίνουν
μόλο που ανύποπτα την κλίμακα ανεβαίνουν.
Μα όταν τελειώνει μια εποχή αληθινά
αναλογίζονται τον κύκλο που αρχινά
κι αναρωτιούνται αν η ρόδα θα γυρίσει
στα ίδια μέρη αβλαβείς να τους αφήσει.

Υπάρχουν κι άλλα ξεχασμένα επεισόδια
γύρνα ανάστροφα και πέρνα... απ' τα διόδια
τότε που σμίγατε με μία Cumparsita
(τότε που ανέτελλε λαμπρή η "Σάντα Τσικίτα")
οι δίσκοι πέφτουν ζαλισμένοι απ' τις στροφές τους
τα χέρια κόβουν απ' τα φουστάνια τις ραφές τους.
Στα πλοία που'φευγαν για μακρινά ταξίδια
ψάχναν ταυτότητες, παράνομα πειστήρια
πέτρινες μέρες, γαρ, μετεμφυλιακές
ΕΡΕ, ΕΔΑ και ταραχές Κυπριακές.

Με άλλα ήθη τρέφονταν οι οικογένειες
με τρυφηλότητες οι αστοί και με ευγένειες
στο σπίτι ερχόταν ο γιατρός, μασκαρευόταν
με τη στολή του ξυλουργός σωστός ντυνόταν.

Της μόδας ήταν να μαθαίνεις αγγλικά
και να μιμείσαι τη ζωή απ' τις εικόνες
ν' ακούς τα λόγια του δασκάλου σου γλυκά
να σπέρνεις φράσεις που θα ζήσουν στους αιώνες.

Κι αν τα βιβλία φιγουράρουν μες στις σκόνες
οι ανιόντες κάτι έχουν σημειώσει
λέξεις που στέκονται στα χρόνια πίσω μόνες
και γνωμικά, ρήσεις που έχουνε στοιχειώσει.

Οι εποχές θ' αλλάζουν βέβαια ολοένα
χιλιάδες φιλμ θα λησμονούνται συντριμμένα
μα ευτυχώς της Γλώσσας το μακρύ ποτάμι
θα λέει πως τίποτε δεν πήγε, (χα!), χαράμι. -

Πέτρος Χριστοφιλίδης

8/2/11

Παρασυνδέσεις

Σαββάτο βράδυ ώρα οκτώ να πλησιάζει και τριάντα περίπου φιλοσοφικάριοι με μαύρα γυαλιά, πλερέζες και κράνη εφορμούν στην οδό Φρυνίχου και κατεβάζουν την τζαμαρία της προσόψεως ενός θεάτρου διαμαρτυρόμενοι για την άδικη διανομή μιας οικιακής πίτας από την οποία εκείνοι καταπώς λεν αποκλείστηκαν. Πίσω από τον συντετριμμένο υαλοπίνακα η πίτα σε στάσεις προκλητικές, προβαλλόμενη από ψηλά αλλά και από το πλάι, με τον φακό σε μια περίπτωση να έχει κολλήσει το γυαλί του πάνω στο ζαχαρένιο τοίχωμά της. Και δεν έφτανε αυτό, εισήλθαν από τον διάδρομο της εισόδου και αφού έκαναν τζάμι και φτερό το σοβαρό κυλικείο, έφτασαν ως την πλατεία και ωρυόμενοι κράυγαζαν "Φέρτε μας την πίτα καθάρματα, πού την έχετε κρυμμένη;". Η ξαφνική εφόρμησή τους ανάγκασε την μαγείρισσα του θεάτρου να καταφύγει στον εξώστη, ενώ τη μικρή της θυγατέρα στα κεραμίδια.
Την ίδια περίπου ώρα τριάντα ανύποπτοι ποδοσφαιρόφιλοι, παλαιοί οπαδοί του Θρύλου, σέρνονταν πάνω στον οδοντωτό πεζόδρομο του Αγίου Διονυσίου με κατεύθυνση το Μουσείο της Ακρόπολης. Οι δύο μπροστάρηδες της πομπής κουβαλούσαν ένα τεράστιο ταξιδιωτικό λεύκωμα κατάφορτο από παλαιές αλησμόνητες γηπεδικές εμπειρίες, εντός και εκτός Αττικής, εντός και εκτός επικρατείας, εντός και εκτός έδρας. "Ταξιδεύοντας με τον Θρύλο" επιγραφόταν η βίβλος, που ήταν από κείνες που έτσι κι έπεφταν πάνω σε ένα μάρμαρο ή σε μια πλάκα γραφείου, δεν ηδύνατο ουδείς να την αναστήσει. "Θρύλε στα χρόνια τα χαμένα, πάντα επιστρέφω κι έχω σένα", σιγοτραγουδούσαν νοσταλγικά, και το φως της Ακρόπολης αχνοφώτιζε λευκά μαλλάκια, γενάκια, δοντάκια. Ο ένας από τους τριάντα είχε ντυθεί αίμα κόκκινο, ο άλλος κόκκινος τερματοφύλακας, ο τρίτος κοκκινόδερμος. Στο Μουσείο οι επί της υποδοχής τούς οδήγησαν σεβαστικά στον ανελκυστήρα και τους συνόδευσαν ως τον δεύτερο όροφο. Σε λίγο τα πιάτα είχαν ντυθεί κοκκινογούλι και κοκκινόψαρο, ενώ το μεγάλο ταξιδιωτικό λεύκωμα εν είδει κηροπηγίου είχε σταθεί στο μέσο της τραπέζης και από κει έριχνε λοξές ματιές, ή και μπαλιές σε όσους προπονούσαν τις αναμνήσεις τους.
Κι ενώ οι τολμητίες του θεάτρου έφαγαν γρήγορα (σε περίπου 5΄) την ορμή τους, οι ποδοσφαιρόφιλοι ξεκοκκάλισαν ως το μεδούλι την ψαρομερίδα τους κάνοντας κατενάτσιο, δηλαδή τρώγοντας τις λέξεις τους με αργό βασανιστικό ρυθμό, σε σημείο που η γαλανομάτα γκαρσόνα που τους σέρβιρε τούς έπαιρνε τα πιάτα με βιαστικό εκνευρισμό κοιτάζοντας το μεγάλο στρογγυλό ρολόι της.
Κι όταν άδειασε πλέον ο χώρος του εστιατορίου, όλη η παρέα των συγκρατημένων φιλάθλων μπήκε στο σοκάκι του θεάτρου, όπου στα έκπληκτα μάτια όλων ζωγραφίστηκε η γυάλινη καταστροφή. "Θεέ μου", είπε ο ένας, "τι στο διάολο έγινε εδώ;". "Δεν καταλαβαίνεις;" του είπε με νόημα ο άλλος. "Τουρίστες από τη Σαλονίκη έπαιζαν μπάλα με τα παιδιά τους, αλλά, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι από αυτούς, ρίχνανε το τόπι στα περιστέρια...". "Ναι, ναι, έχεις δίκιο", είπε ένας από τους ουραγούς, και προτού προλάβει να αποσώσει τη φράση του άθελά του πάτησε ένα σφαγμένο πτηνό που έκειτο νεκρό σαν ματωμένη πετσέτα στο οδόστρωμα. "ΠαλιοΒούλγαροι", μούγκρισε ο προεξάρχων, "θα σας κόψουμε τον λαιμό με τενεκέδες", είπε και μάζεψε από κάτω ένα γυάλινο ορθογώνιο. Το κοίταξε υψώνοντάς το στο φως του φανοστάτη, φως με αίμα, είπε, και το έχωσε εν είδει σελιδοδείκτη μέσα στο λεύκωμα. Ξαφνικά ένα κόκκινο χύθηκε πάνω στο ασπρόμαυρο και το λαβωμένο γόνατο του πεσμένου τραυματία ύστερα από βίαιο τάκλιν έγινε πλέον πειστικό.

25/1/11

Οι επαγγελματικές ομάδες

Η αλληλεξάρτηση των κοινωνικών υποκειμένων και η ομολογία της αδυναμίας καθενός εκάστου αντί μιας αλαζονείας τύπου αυτάρκειας καθιστά το ζωικό φαινόμενο εξόχως δυναμικό και απρόβλεπτων εξελίξεων. Πώς μπορείς να αποστρέφεις το βλέμμα από τον πλησίον σου όταν ειλικρινώς δεν μπορείς να συλλάβεις σε ποια μεταγενέστερη στιγμή βίου θα βρεθείς απέναντί του, και μάλιστα αυτήν τη φορά όχι από θέση ισχύος, αλλά με το συγκρατημένο βλέμμα του αιτούντος; Έχει συμβεί πολλάκις προσωπικότητες που ανέτειλαν σε κάποια εποχή να ταπεινώνονται μπροστά στην περιφρόνηση ή την απόρριψη άλλων υποκειμένων, που στο παρελθόν οι πρώτες "κακομεταχειρίστηκαν" ή δεν ''περιποιήθηκαν'' με βάση τις αρχές της επιείκειας, της ανθρώπινης καλοσύνης, της ελεημοσύνης. Στη ζωή όλοι έχουν κάποιον ρόλο και σε αυτό το πελώριο θέατρο της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας ποτέ δεν γνωρίζεις πόσο ισχυρός μπορεί να αποβεί ακόμη και ένας κομπάρσος του κόσμου.
Περίπου αυτά μπορούν να ισχύουν και για το ελληνικό θέατρο, τη συφοριασμένη χώρα μας, που απαρφανίζεται συνεχώς από τους γηραιούς πρέσβεις της, αυτούς που την σήκωσαν στους αιθέρες της οικουμένης, και μεταβιβάζεται σε μειράκια άψητα και άβουλα. Η Ελλάδα λίγο απέχει από το να μοιάζει με ένα κωμικό βασίλειο ζώων όπου στο μεγάλο δάσος όπου συναντιόμαστε κάθε είδος κάνει τη δική του επέμβαση εν χώρω και χρόνω, παραγνωρίζοντας το πρόγραμμα των υπολοίπων. Θέλει ο γάιδαρος να βρει αφοδευτήριο και του είναι δύσκολο; Ε, αφήνει τις μεγαλοπρεπέστατες κουράδες του πάνω στο μονοπάτι. Θέλει ένας λύκος να βρει τρυφερή και αθώα τροφή εδώ και τώρα; Ε, με ένα γιουρούσι αιχμαλωτίζει ορισμένα πρόβατα. Έχουν τα πουλιά πρόβλημα με τους αδίστακτους κυνηγούς; Ε, κάνουν απεργία ψαλτικής και συσπειρώνονται αθόρυβα μέσα στις φωλιές των φυλλωμάτων. Το κάθε ζώο προχωρεί τυφλά, με την επιταγή του δικού του βιολογικού συστήματος, όπως ο άρρωστος που ορμά στο κρεβάτι του με βιάση χωρίς να δίδει λογαριασμό σε τίποτε από όσα συνταρακτικά συμβαίνουν γύρω του, από την καταπιεστική διαταγή της νόσου του. Μήπως όμως νομίζει κάθε ζώο ότι είναι ή ότι πρέπει να είναι στο επίκεντρο του κόσμου; Μήπως έχει υπερεκτιμήσει την προσωπικότητά του; Ή εκμεταλλεύεται την ανυπαρξία αντικαταστάτη σε ορισμένες περιστάσεις; Λογικά η ζωή προχωράει χωρίς να υπολογίζει τα δικά μας συμβιωτικά σύνδρομα, και χρήζει αντικαταστάτες και βρίσκει εναλλακτικές επιλογές και ρυθμίζει τα πάντα ή αυτορρυθμίζεται. Μπορεί, δηλαδή, να βρίσκω ένα φαρμακείο κλειστό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να δανειστώ ένα φάρμακο από ένα άλλο ζώο, ή δεν μπορώ να μεταβώ σε ένα νοσοκομείο, όπου υπάρχει αποθήκη φαρμάκων. Οι επαγγελματικές ομάδες στο δικό μας βασίλειο βγαίνουν ξαφνικά από τις φωλιές τους και προκαλούν προβλήματα. Δεν αντέχουν τη συνθήκη στο δάσος, έχουν αξιολογήσει το χρόνο της ζωής τους κάπως διαφορετικά και οι απολαβές τους τούς φαίνονται ανεπαρκείς. Κραυγές, υλοτομήσεις και καταστροφές, πυρπολήσεις των σπαρτών, επιθέσεις σε άλλα είδη, ξαφνικά η ισορροπία της συνύπαρξής μας απειλείται. Μα αν κάθε είδος εναντιωνόταν προς κάθε άλλο είδος, τότε δεν θα έμενε τίποτε όρθιο. Και τότε, ποίο το όφελος για τις επαγγελματικές ομάδες, ποίο το όφελος για το ζωικό βασίλειο; Μπορεί βέβαια οι λέοντες να ξενυχτούν τρώγοντας αιματοβαμμένες σάρκες την ίδια στιγμή που οι σκίουροι απολαμβάνουν έναν ήσυχο ύπνο, δηλαδή μπορεί μεν η διαφορά ισχύος να τοποθετεί τα είδη ή τις επαγγελματικές ομάδες σε διαφορετικές βαθμίδες της ίδιας ταξικής κλίμακας, το θέμα όμως, φίλοι μου/σκύλοι μου, είναι ότι χωρίς τα βουβάλια δεν έχεις τι να φας όταν σε πιάνει αυτή η άγρια λύσσα της πείνας κατά το σούρουπο.

Τουτέστιν, μπατίρηδες και εξαθλιωμένοι, μη άξιοι ούτε για ένα βλέμμα οι άστεγοι των πλατειών ή οι "καρβουνιάρηδες" της Ασίας, αλλά μη θεωρήσεις παράδοξο οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι να γίνουν το πρόβλημα ή η σωτηρία σου, με τους ίδιους αυτούς ανθρώπους να πρέπει να "συνεννοηθείς" εκεί που δεν διανοείσο ότι θα τους μιλούσες ποτέ.

Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι μπορεί να σου γαμήσουν τη μάνα σου άμα ενωθούν την ώρα που θα εξέρχεται από τη Λυρική Σκηνή παρφουμαρισμένη - ή να σου κάψουν τη Νομική, φλωρόπουλο δικηγοράκι της Φιλοθέης. Εδώ είμαστε ζώα, μην το ξεχνάς, κι άμα μας "πιάσει"...

Π. Χριστοφιλίδης

7/1/11

Βόλτα στην πόλη

7.1.2011

(Και τελικά, όπως γνωρίζετε, κατάντησε... εμπειρία το να κυκλοφορείς στην πόλη... Ήθελα κάτι να γράψω για αυτό με όχημα πάντοτε... την αυθεντική προσωπική εμπειρία. Αφιερωμένο στον φίλο Γιώργο Τράπαλη, στον φίλο-κουμπάρο-συμφοιτητή-συνάδελφο [ΦΚΣΣ] Χρήστο Αποστολόπουλο, στην Ιωάννα Σπηλιοπούλου και στον Γιάννη Ρισβά, γενικώς στους 45 Γιάννηδες και Αγιάννηδες της πλατείας Αγάμων [!]. 7.1.2011)

Να 'ναι νύχτα βροχερή
ημιφωτισμένοι οι δρόμοι
άνθρωποι μαυριδεροί,
που δεν πλάγιασαν ακόμη.

Να 'ναι μια δουλειά ο σκοπός
που σε φέρνει σε άλλα μέρη
να βαδίζεις σκυθρωπός,
να φοβάσαι το μαχαίρι.

Δεξιά κι αριστερά
σκερές μορφές ζυγώνουν
κι εσύ με κοντά φτερά
να μην ξέρεις τι σκαρώνουν.

Να 'ναι ο φόβος μια ιδέα
που όλα τα παραμορφώνει
άθλια, σκαιά, χυδαία
μ' ένα βλέμμα τα γραπώνει.

Βλοσυροί οι φανοστάτες
με σπασμένα ματογυάλια
επιβλέπουν τους διαβάτες,
τα σκληρόπετσα κεφάλια.

Σ' ένα ζαχαροπλαστείο
ομιλούν ελληνικά
και θα μοιάζει με αστείο
να πωλούν ξένα γλυκά.

Μ' ένα μάνταλο οι θύρες
σκιστό φως πίσω απ' τις γρίλιες
γειτονιές βωβές σαν χήρες -
στις γωνιές κρατούνε τσίλιες.

Ταχυκίνητες παρέες
πηγαδάκια εδώ κι εκεί
γλώσσες ξένες, 'βυσσαλέες,
τσίρκο απ' την Αφρική.

Στην οδό Κεφαλληνίας
Αφγανός καταληψίας
στο μπαλκόνι του φουμάρει
και στην κίνηση ζουμάρει.

Στην πλατεία Βικτωρίας
είναι δείγμα πια μωρίας
να βολτάρεις ψηλομύτης
κει που ουρεί ένας αλήτης.

Στην οδό Αγορακρίτου
φτάνει η άκρη κάποιου μίτου
ο καθένας στο σκοπό του
κι ας φυλάξει... τον ποπό του.

Σκύβεις στην οδό Φυλής
το κεφάλι, δεν μιλείς
σπίτια μ' αναμμένες λάμπες
με ιέρειες όλο στάμπες.

Είμαστε μια αποικία
ξένο μόσχευμα του τόπου
κάπου υπάρχει μια αδικία
που 'ναι εις βάρος του Ανθρώπου.

Πέσαμε στα χαμηλά
αγαθά πεζοδρομίου
μια ομήγυρη πουλά
σε πανί νεκροτομείου.

Λεωφόρος της Ινδίας,
αχαμνών η Αχαρνών
γεύση ούρων κι αηδίας
σε κοπάδια αλλογενών.

Ξενικές επιγραφές
μπλε ιδεογράμματα
ρούχα με φτηνοραφές,
Βούδες κάνουν θάματα.

Υπερφυσικός ελέφας
ο Παντελεήμονας
"συνταγές Ιράν της Βέφας"
διαλαλεί ο... ειδήμονας. 

Πατησίων - το "Αθήναιον"
μια σκηνή βομβαρδισμένη
κάγκελο με ψόφιο μίνιον
κι η μαρκίζα χαλασμένη
μας γελούν οι κωμικοί
κοινωνία-επιθεώρηση
δυο ζητιάνες παρακεί
ικετεύουν για συγχώρεση
πάνω στέκεται ο... Λεζές
κι ο καλός Καρακατσάνης
κάτω περσικός μεζές
με ουζάκι Τσαριτσάνης (!)
μια αφίσα ξεπλυμένη
μια πουτάνα ξεσκισμένη,
απ' την πύλη του θεάτρου
ξεγλιστρά ένα χαμίνι
ψάχνει για το φερμουάρ του
και τα "μαγαζιά" του κλείνει.

Ήρθε η ώρα πια κι εμείς
για να βάλουμε λουκέτο
στην "πλατεία... Αμερικής"
να ξηλώσουμε ένα πέτο -
δεν μας σήκωσε το κλίμα
έπεσε... σκότος πολύ
μας εχτύπησε ένα βλήμα
μας εχύθηκε η χολή. -

Πέτρος Χριστοφιλίδης