8/4/11

Αυτό που τα λεξικά λένε ''χαμέρπεια''

8.4.2011

Εάν κάποιο λεξικό ήθελε δίπλα στο λήμμα ''χαμέρπεια'' να θέσει κάποια εξηγητική φωτογραφία, ίσως θα έβαζε την ακόλουθη. Η επαίτις σχεδόν φιλεί τη γη, κείμενη μεταξύ των δύο κόσμων, ζωής και θανάτου. Δεν θέλω να πιστέψω ότι παίζει θέατρο και ότι με ένα αστυνομικό παράγγελμα του τύπου "Λάζαρε, εγέρθητι" θα έβαζε φτερά στα πόδια. Σημειωτέον ότι ο παράς πέφτει σε πλαστικό λευκό ποτήρι. Η σκηνή εκτυλίσσεται στη συμβολή των οδών Βασ. Σοφίας και Πανεπιστημίου, μπροστά δηλαδή στο κτήριο του ΥΠΕΞ. (Τέτοια βλέπουν και οι κωλότουρκοι και ομιλούν για εθνική ζητιανιά.)

Πέτρος Χριστοφιλίδης

7/4/11

Στην οικία των Κατακουζηνών

7.4.2011

Από τον 5ο όροφο της πολυκατοικίας της οδού Αμαλίας 4 όλα έξω στην πόλη μοιάζουν διαφορετικά. Διαπιστώνεις ότι οι καλλονές της πόλης είναι οι γραμμές και οι σκιές των ορέων της (Υμηττός), ο Εθνικός-Βασιλικός Κήπος ως σταθερή αξία, το αρχιτεκτονικό μεγαλείο διαφόρων κτηρίων της (βλ. το κτήριο της Βουλής), σημεία του χώρου που τόσο έχουν βασανιστεί από την διοικητική, κοινωνικοπολιτική αναρχία και τις λαϊκές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Τι φταίει ένα βουνό, ένας κήπος ή ένα κτήριο εάν δεν ρυθμίζονται κατά το αίσθημα δικαίου οι κοινωνικές σχέσεις;

Κι αν όλα είναι τόσο θεαματικά έξω, άλλο τόσο είναι και ''μέσα'', σε αυτό το μεγάλο διαμέρισμα, που μας χωράει όλους, μικρούς και μεγάλους, ζώντες και τεθνεώτες, συγγραφείς και αναγνώστες, καλλιτέχνες και φιλότεχνους, σε αυτό το κατάστρωμα ενός αιώνιου πλοίου που ταξιδεύει και θα ταξιδεύει με τα πολύτιμα ναυτικά / καλλιτεχνικά του όργανα / εργαλεία, με τους ανεξίτηλους πίνακες ζωγραφικής, τα έπιπλα-αντίκες, αλλά και πάνω από όλα με την διαρκή ψυχική παρουσία των ιδιοκτητών και των αναδόχων του.



Ποιοι είναι οι ανάδοχοι αυτού του χώρου; Ποιοι άλλοι παρά όλοι εμείς που ίσως τον αγαπήσουμε και τον ''κάνουμε δικό μας''. Τελικά, τα πράγματα δεν ανήκουν σε κανέναν μας παρά μόνο στην εθνική μας παράδοση, στην ψυχή της εθνικής μας κοινότητας. Σε ποιον δηλαδή ανήκουν σε τελική ανάλυση τα περίφημα "Τέσσερα φιλιά'' του Γουναρόπουλου που στολίζουν τους τοίχους ενός δωματίου του ''σπιτιού-μουσείου''; Μπορεί να ήθελαν κατά την αρχική πρόθεση του καλλιτέχνη να δωρηθούν για τον έρωτα του ζεύγους Κατακουζηνών, αλλά τώρα πλέον μετά θάνατόν τους ανήκουν σε όλα τα ευγενή ανθρώπινα πλάσματα που δίνονται στα παθιασμένα - αφιερωμένα φιλιά της ερωτικής επαφής. Εν ολίγοις, η Τέχνη προσωρινά μόνο ανήκει στους ευκατάστατους αστούς, αλλά στο διάβα του χρόνου το πεδίο της ιδιοκτησίας κατ' ουσίαν χωράει όλον τον λαό, που συμπαθεί την Τέχνη.





Δύο νέοι άνθρωποι, η Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου και ο εξαίρετος χθεσινός ξεναγός μας Γιώργος Μαγγίνης έχουν σηκώσει σαν τους Άτλαντες το βάρος της συντήρησης και γενικά της ευπρεπούς επιβίωσης αυτού του χώρου, αντιλαμβανόμενοι την αξία των περιεχομένων του. Ο Γιώργος Μαγγίνης χθες έλαμψε με την παρουσία του και έδειξε άνθρωπος-ανοιχτή αγκάλη, πρόθυμος, καταδεκτικός, πλήρως εξηγητικός, ένα ρυάκι που κελαρύζει και αφηγείται. Προς το τέλος, τον εγκωμιάσαμε για όλες τις αρετές του (αλλά και η απούσα κατά την ξενάγηση Σοφία έχω τη βεβαιότητα ότι το ίδιο ''κατακουζηνικό'' πρόσωπο θα έδειχνε). Όσο υπάρχουν Άνθρωποι, για να θυμηθούμε και έναν τίτλο.

Δεν απομένει πλέον σε μας τίποτε άλλο παρά η ενίσχυση με διαφόρους τρόπους της προσπάθειας αυτών των δύο ''αγγέλων'', αυτών των νέων ''αγγέλων''. Και βέβαια, όπως πρώτος πρότεινε ο φίλος Μιλτιάδης Πούλος, ''ιδού το φιλολογικό μας σαλόνι για νέες βεγγέρες και θερμόαιμες συνεστιάσεις''. Πάμε για άλλα λοιπόν, πιο μεγάλα, και από πιο ψηλά, με την περιβάλλουσα προστασία του Κάλλους, της Τέχνης, της Αγάπης.

Νομίζω ότι χθες ''πιάσαμε σπουδαίο λαβράκι''. Αρκεί να μην ξεχάσουμε να το μαγειρέψουμε...

Πέτρος Χριστοφιλίδης

5/4/11

Πατήρ Θέμις εν Κερκύρα

5.4.2011

Δεν μπορώ να εξηγήσω ποιος εσωτερικός συναισθηματικός ή ψυχικός μηχανισμός λειτουργεί ώστε όταν ένας παλιός φίλος, συμφοιτητής, πρόσωπο ισχυρού δεσμού κ.λπ. προοδεύσει φανερά κατά την πορεία της ζωής και ανέβει ψηλά, να κατακλύζεσαι από μια δεσπόζουσα χαρά, αναμεμειγμένη με συγκίνηση, νοσταλγία, πόθο του ιδανικού, ''καθαρή φλόγα της ζωής'', πίστη στις αξίες, αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμό και ετεροσεβασμό, και όλα αυτά κουβαριασμένα μέσα σου με μια τρελή τάση ιδιοποίησης του κατορθώματος, του επιτεύγματος, της ''δόξας'' του άλλου. Χωρίς ειλικρινώς καμία διάθεση ζηλοτυπίας, μετέχεις στη χαρά της ανόδου του άλλου, σαν να είναι το Εσύ ο ίδιος ο εαυτός σου, σαν να είσαι εσύ που πέτυχες. Κατηγάγαμε νίκη περηφανή, θα πανηγύριζε μια φωνή από τα μέσα δωμάτια του Εγώ. Είμαι πολύ χαρούμενος όταν ''δικοί μας άνθρωποι'' συλλαμβάνονται με χαρμόσυνες ιδιότητες, τίτλους εξαίρετης τιμής. Πιο πολύ αισθάνομαι ότι επιβραβεύεται ένας πολυετής κόπος και ότι το αποτέλεσμα της αγαθής προσπάθειας αντιπροσωπεύει την επιβίωση του δικαίου επί γης. Πιο πολύ χαίρομαι όταν οι επιτυχόντες είναι μέλη ενός ιδεατού συνόλου, μιας καλής γενιάς νέων ανθρώπων, που ήλθαν στη ζωή για να υπηρετήσουν τα καλώς κείμενα και μετά θα αποχωρήσουν σεμνά και ταπεινά.
Αυτές οι σκέψεις με έβαλλαν και χθες στην εκδήλωση παρουσίασης του λευκώματος "Πάσχα στην Κέρκυρα" (εκδ. Τοπίο), όπου μεταξύ των ομιλητών μπορούσες εύκολα να ξεχωρίσεις τον γενειοφόρο ''πατέρα'', τον ρασοφόρο αγαθό άνδρα, με τη λεπτή κορμοστασιά, το μετρημένο χαμόγελο, τα όμορφα γαλανά μάτια, το αίσθημα της αιδημοσύνης ενώπιον του ετερόκλητου κοινού. Ήταν ο ''πατήρ Θεμιστοκλής Μουρτζανός", ο παλαιός συμφοιτητής, που καθόταν πάντα στην 2η σειρά των φοιτητικών εδράνων, περιστοιχισμένος από σοβαρές προσωπικότητες, που ομιλούσαν σιγανά, μειλίχια, σχεδόν κατανυκτικά, προβάλλοντας σκέψη και λόγο και πράξη με τη δέουσα κοσμιότητα. Πότε άραγε γεννιέται σε έναν άνθρωπο η επιθυμία προσανατολισμού του στον κόσμο με βάση τα εκκλησιαστικά ιδεώδη; Ποιες κοσμικές αντιφάσεις, ποια ανθρώπινα ελλείμματα, ποια τρικυμία δημόσιου βίου ωθεί μυστικά έναν νέο άνθρωπο στον κόλπο της Εκκλησίας, με την επίγνωση ενός υψηλού χρέους και, το σηματικότερον, με την ασφάλεια της εσωτερικής του ευδαιμονίας; Ό,τι κι αν εξηγεί αυτή την υψηλή απόφαση, να ακολουθήσεις έως το τέλος της ζωής σου το δρόμο της ηθικής τελείωσης, το δρόμο ενός ανθρώπου-προτύπου, το δρόμο του Θεού, η εντύπωση πάντα μένει, ότι ξεχωρίζεις ''σε μια στροφή'' από ένα πλήθος άλλων προσώπων που πολλά εξ αυτών τα νιώθεις να βουτάνε σαν αχόρταγοι ομηρικοί μνηστήρες στα υλικά εδέσματα του σύγχρονου βίου, την ίδια ώρα που ο ''φωτισμένος'' ακολουθώντας μιαν άλλη ''δίαιτα'' πορεύεται για αλλού, λαμβάνει ένα μοναχικό μονοπάτι, χωρίς να επιζητεί την ασκητική μόνωση, μιαν ατραπό τόσο κοντά στους κακοπαθημένους και πληγιασμένους ανθρώπους και ταυτόχρονα συντονιζόμενος με μια δέσμη ''ουράνιων επιταγών''.
Από τα έδρανα της Φιλοσοφικής Σχολής σε τριετή φροντιστηριακή διδασκαλία σε γνωστό ιδιωτικό φροντιστήριο της οδού Κωλέττη... αλλά η σκέψη να τρέπεται προς άλλους ορίζοντες... Κι έτσι Θεολογική Σχολή, αργότερα διδακτορικό στη Θεσσαλονίκη. Χειροτονημένος, πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή, υπό Χριστοδούλου (του αειμνήστου). Επιτυχών στον βασανιστικό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και ως φιλόλογος και ως θεολόγος (και ως Πατήρ και ως Υιός, θα λέγαμε), αποφάσισε να πάρει τον δεύτερο δρόμο και να μη χάσει την επαφή με το εκπαιδευόμενο κοινό της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Μάλιστα για έναν χρόνο βρέθηκε όπως μου είπε και στη Λακωνία (Γύθειο - η πόλη μού θυμίζει Ρίτσο αλλά και Αντώνη Κουτσούρη αλλά και... Χρήστο Σπανό, αν και ο τελευταίος βρέθηκε προ χρόνων στη Σκάλα, αλλά και... Τάκη Γιαχνή). Για επτά χρόνια στη Θεσσαλία (Μητρόπολη Βόλου). "Εκεί είχα αναλάβει το Τμήμα Νεότητας", θα μου πει στην ολιγόλεπτη καθιστική μας συνάντηση. "Κι έκανα πολλά, εκδηλώσεις, συνέδρια και άλλα", πάντοτε σε επαφή με τους νέους, το φρέσκο πλήρωμα του καραβιού της κοινωνίας. "Το ήθελα από παλιά, εξάλλου από παιδί είχα επαφή με τον χώρο της Εκκλησίας. Με ενδιέφερε να έχω επαφή με τους νέους". Πράγματι, την κουβέντα μας ''κόβουν'' τρεις νεαρές υπάρξεις, Κερκυραίες την καταγωγή, πρωτοετείς πού αλλού; Στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (κάπου ακούγεται και το επώνυμο "Μπενέτος"). Επτά περίπου χρόνια στη Θεσσαλία, ο Λαρισαίος Θέμις, αν κατάλαβα καλά ύστερα από πρόταση-πρόσκληση προς τον εκεί Μητροπολίτη, μεταβαίνει το έτος 2003 στην ανθοβολημένη Κέρκυρα, για να λουστεί το Ιόνιον Φως, όπως χαρακτηριστικά το ανέφερε ο φωτογράφος Δημήτρης Ταλιάνης. Από το 2003 λοιπόν στο νησί των Φαιάκων και ιδού ο τωρινός τίτλος του, Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, καθ' όσον είναι αποσπασμένος στην Ιερά των Κερκυραίων Μητρόπολη. "Πώς είναι το καθημερινό σου πρόγραμμα; Φαντάζομαι ασφυκτικό". "Από τις 7 το πρωί έως τις 1 τα ξημερώματα είμαι συνεχώς στο πόδι. Η επαφή με τους ανθρώπους ταυτόχρονα είναι υπερβολικά κουραστική αλλά και αναζωογονητική, λυτρωτική θα έλεγα, ευλογία ψυχής να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να τον βοηθείς στα προβλήματά του", περίπου θα μου πει. Πατέρας τεσσάρων κοριτσιών (θυμάστε τη "θεία από το Σικάγο") σε πείθει ότι αυτό που κάνει το κάνει καλά γιατί το ήθελε και το θέλει πραγματικά. Γιατί μπορεί να υπερβαίνει τις βιοτικές ''λεπτομέρειες'' μένοντας στην ουσία της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο λόγος του ένα ποίημα, για το τι σημαίνει Πάσχα στη νήσο, για το πώς μπορείς να ζήσεις (ας πούμε αληθινά, αποκαλυπτικά, μη φολκλορικά) το Πάσχα εκεί. "Μένοντας πιστός σε μια εκκλησία, ακολουθώντας τις εκδηλώσεις, τα δρώμενα, το εκκλησιαστικό τυπικό όπως εφαρμόζεται σε έναν μονάχα ναό και επιλέγοντας σε ελεύθερα διαστήματα και τη μετοχή σου σε άλλες παράλληλες και ταυτόχρονες εκδηλώσεις άλλων ναών". Ο δικός του ναός είναι οι Άγιοι Πάντες και μπορώ να τον φανταστώ να ρητορεύει (όχι από άμβωνος) για το αληθινό πασχαλινό βίωμα, για το νόημα τού να υπάρχεις για έναν σκοπό και για τους τρόπους με τους οποίους αυτόν πλησιάζεις. "Μένουμε σε μια παλιά κερκυραϊκή κατοικία", προσθέτει. Και το μυαλό καθενός πηγαίνει στις διασταυρώσεις των Φιλαρμονικών, στις λαϊκές εξέδρες των παλιών σπιτιών, στις ενετικές καμάρες, στα κατάλοιπα της Αγγλοκρατίας σαν μοσχοβλημένη σκόνη πάνω από τα καντούνια, τις πιάτσες και τα υπερήφανα λουλούδια. Πώς συμβαίνει κάποιοι άνθρωποι όπως και κάποιοι τόποι να σημαίνουν ταυτόχρονα και το παρελθόν και το παρόν τους, να δοξάζουν το κάλλος της ζωής με αυτό που κάθε φορά παρουσιάζουν;
Η συνάντηση κράτησε περίπου 10 λεπτά. "Αύριο το πρωί πετάω στις 5 και 20, οπότε θα μου επιτρέψεις...". Ήταν ένα άγγιγμα ζωηρό και βιαστικό, σαν να σου ανοίγουν τη φιάλη ενός αρώματος και σου επιτρέπουν να σκύψεις για μια στιγμή μέσα, να πάρεις μιαν ιδέα κι αν θες να επιστρέψεις. "Εάν δεν έλθεις στην Κέρκυρα, ό,τι και να σου πω είναι λίγο", θα ήταν το ''μότο'' όχι μόνο των λόγων του πατρός Θέμιδος, αλλά και της χθεσινής εκδήλωσης, όπου στο τραπέζι και οι Χυτήρης (δεν γνώριζα ότι ο πατέρας του ήταν σπουδαίος Κερκυραίος λαογράφος), Καραπιδάκης (με ανιαρό επιτονισμό και λεκτικό ηχόχρωμα, που σε έκανε να μην προσέχεις τα λεγόμενά του), Πάνος Θεοδωρίδης (η έκπληξη της βραδιάς, εκφώνησε ένα κείμενο ''σαββοπουλικό'', τρελό για τους παλαβούς τους Κερκυραίους, που έκανε τον Θέμη να χαμογελά γλυκά και συγκαταβατικά πλάθοντας τις αντίστοιχες εικόνες), Ταλιάνης (φωτογράφος της Κερκύρας που είπε ότι πρωτογνώρισε το νησί από την εποχή της αλλοτινής εκείνης Συνόδου Κορυφής - μέτραγα τα χρόνια και τελικά από τα διαβάσματα για τη Σχολή θυμήθηκα ότι πρέπει να έγινε το '94).

Εκεί στην Κέρκυρα υπάρχει ένας "δικός μας άνθρωπος", αλλά και ένας άνθρωπος όλων εκείνων που τον επισκέπτονται καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ένας άνθρωπος-πρέσβης του Αγαθού. Και δεν είναι τυχαία τα χειροφιλήματα με τη λήξη της εκδήλωσης, η προσέγγισή του από πρόσωπα νεαρά και προπάντων χαμογελαστά.

Η ευτυχία για ορισμένους είναι ο δρόμος της Εκκλησίας και του Θεού.

Η ευτυχία είναι γενικά ο τρόπος εκείνος της ζωής που εξασφαλίζει την εσωτερική αρμονία, το ευφρόσυνο αίσθημα, που χαρίζει έναν αέρα ελευθερίας και σε στήνει σίγουρο και αχειραγώγητο ενώπιον των άλλων, να ''φουμάρεις'' τον δικό σου καπνό και να ταξιδεύεις στα νώτα του.
Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις βρει τον δρόμο σου και να μην αμφιβάλλεις ποτέ για τις επιλογές σου.

Υ.Γ.: Μπορείτε να έλθετε σε επικοινωνία με τον παλαιό συμφοιτητή μας ακολουθώντας τα βήματα:
http://www.themistoklismourtzanos.blogspot.com/
thmpriest@hol.gr
info@imcorfu.gr

Ο πατήρ (γιατί δεν μπορούσα να τον προσφωνήσω έτσι κι όλο τον έλεγα "Θέμη'';) Θεμιστοκλής Μουρτζανός έχει εκδώσει και ένα βιβλίο: "Από έναν κόσμο σαν κι αυτόν τι να κρατήσω;". Εκδόσεις Αρχονταρίκι(;)
Στην ομώνυμη εκπομπή πάντως ("Αρχονταρίκι", ΕΤ1) τον είδα το καλοκαίρι (συνομιλία με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη) και τον βιντεοσκόπησα, όπως και χθες, αλλά από την τηλεόραση. Επίσης, έχω το βίντεο της χθεσινής του ωραίας ομιλίας για την φωτογραφική αυτή έκδοση.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

28/3/11

Σε ένα παλιό μπακάλικο στη Νέα Επίδαυρο

Στην πλατεία της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αντί 60 νομίμων παραστατών, καμιά δεκαριά μπόμπιρες, με ξενική προφορά, παίζουν ποδόσφαιρο, φωνάζουν ποδοσφαιρικά συνθήματα και κρεμιούνται από τα όργανα. Ένα-δυο ζευγάρια κουνάνε τα μωρά τους στις κούνιες, δίπλα στην μακρόστενη στήλη με τον αντρειωμένο αετό, που στάθηκε εκεί για να διαλαλεί τα του Α΄ Συντάγματος. Οι μπόμπιρες χαίρονται όταν τους στήνω μπροστά στην κάμερα και αρχίζουν ιλιγγιωδώς να απαγγέλλουν τον "Θούριο", μάλλον απομνημονεύοντας με βιάση παρά καταλαβαίνοντας το νόημα των στίχων.
"Αν πάρεις αυτό το στενάκι ανάμεσα στα δυο εκείνα σπίτια που ανηφορίζει, θα βρεθείς σε μια διχάλα, και το α΄ σπίτι που θα δεις στο αριστερό σου χέρι στη γωνία είναι εκείνο όπου συγκεντρώθηκαν οι αγωνιστές της Α΄ Εθνοσυνέλευσης", μου υποδεικνύει ο κύριος-μπαμπάς με το μωρό στην αγκαλιά του. Παίρνω το σοκάκι, που δεν θυμίζει σοκάκι, παρά ανάσα-χώρισμα μεταξύ δύο παλαιών σπιτιών. Σε 1-2΄ βρίσκομαι μπροστά στο πετρόχτιστο ιστορικό σπίτι. Μια ταμπέλα σκουριασμένη απέξω, σίγουρα δεν μπήκε για να θυμίσει το γεγονός, αλλά σβησμένη δεν σου επιτρέπει να μάθεις το όνομα του στενού που περνά απέξω από το οίκημα. Μια κυρία, η κυρα-Λένη, στέκεται στη σκάλα του σπιτιού, πάνω από τον κηπάκο, με τα κομμένα ξύλα για το τζάκι και το χαλασμένο πιθάρι. Τη ρωτάω για την Εθνοσυνέλευση, δεν ξέρει. "Του πατέρα μου είναι το σπίτι, αλλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο παλιό". Το στενό το λούζει ο ήλιος, το διαπερνά ένα ρεύμα ελαφρύ και σαν από όνειρο βλέπεις ξαφνικά δίπλα σου να περιπατεί ανεβαίνοντάς το καμιά γραία, με ήσυχο βλέμμα και ρυτιδωμένο πρόσωπο.
Στην άλλη γωνία, διαγωνίως, ένα παλιό μπακάλικο. Μοντέρνες οι φίρμες, αλλά η ατμόσφαιρα από άλλες εποχές. Τα προϊόντα σε dexion. Στο ταμείο ο ηλικιωμένος κύριος, με τα γυαλάκια του και ένα χαρτόνι γεμάτο από πρόχειρες αριθμητικές πράξεις. Εδώ υπολογίζουν χωρίς Πι-Σι ή λογιστική μηχανή, αλλά με την οξυδέρκεια του μυαλού. Σε μια καρέκλα η γυναίκα του, 82άρα, αρχίζει να λέει τα παράπονά της. "Τριάντα οκτώ χρόνια εδώ μέσα, δεν έχω δει τον ήλιο. 8 με 2 το πρωί, 5 με 10 το βράδυ. Και για πόσα λεφτά; Ζήτημα το 20άρικο τη μέρα. Έχει κανένα νόημα; Παρακαλάω να δώσω δωρεάν την επιχείρηση και δεν τη θέλει κανείς. Όλοι οι νέοι έχουν φύγει. Τραβήξαν για το Ναύπλιο ή για την Αθήνα. Πόσο θα ζήσω ακόμη; Κάθε χρόνο πάω και χειρότερα. Από πέρυσι, κουφάθηκα, κουλάθηκα, μωράθηκα. Πότε θα κάτσω κι εγώ στη βολή μου;". "Λέω να φέρω μια Ρουμάνα, αλλά μου κάνει ζήλειες", λέει αστειευόμενος ο ταμίας, και γελάει μαζί με έναν άλλο ηλικιωμένο κύριο που ως τρίτος παρακολουθεί την σκηνή. "Πάρε αυγουλάκια, είναι φρέσκα, δώσε στα παιδιά σου, μην τα φοβάσαι". Αγοράζω 8 αυγά. Ψευτοπαρηγορώ την παραπονεμένη με ορισμένες στερεότυπες κουβέντες και τους αποχαιρετώ κι εγώ με βιάση, "τραβώντας για τη μεγάλη και αισιόδοξη πολιτεία του Ναυπλίου", όπως και οι νέοι του χωριού.



Το Ναύπλιο είναι σαν παρέλαση νεανικών συγκροτημάτων, σαν άφιξη όλων των πενταήμερων εκδρομών. Εδώ δεν ακούς παράπονα, αλλά βλέπεις κοριτσάκια 18-22 ετών να δοκιμάζουν σκουλαρίκια-φράουλες. Η νιότη έκανε απόβαση στα κεντρικά και άφησε το γήρας στα ορεινά. Κέφι, ενθουσιασμός, οι ταβέρνες γεμάτες, αναγκαζόμαστε να τσιμπήσουμε από σουβλατζίδικο. Οι αντιθέσεις των ηλικιών και οι τύχες των τόπων άνισες.

Δεν φτάνει να ακούς τον καημό του άλλου, θέλει κότσια να ρίξεις άγκυρα δίπλα του και να τον γιάνεις αργά αργά.

Το μπακάλικο, αν δεν το καταλάβατε, είναι το 1821, ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς, ενώ η πιάτσα του Ναυπλίου οι ποπ σίνεμα εντ τελεβίζιον σταρ.

Άλλο η Μαυρογένους κι άλλο... η Μαντώ.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

24/3/11

24 Μαρτίου 2011

24.3.2011


Υπάρχουν οι άσημοι, αλλά και οι διάσημοι. Υπάρχουν και οι επίσημοι, άλλοι εκ των οποίων είναι νυν άσημοι κι άλλοι διάσημοι. Κι άλλοι εκ των οποίων ασήμων θα γίνουν κάποτε, εκ τυχαίας τινός ανακαλύψεως, διάσημοι, ενώ άλλοι εκ των οποίων διασήμων θα προσγειωθούν, ειδικώς μετά θάνατον, στο πεδίον των ασήμων. Το αυτό ισχύει διά τους στρατιώτας, τους ήρωας, τους ευεργέτας. Πάντως, οι ξύλινες καρέκλες της εξέδρας αντέχουν τα οπίσθια αμφοτέρων, άσημα και διάσημα, ασήμων και διασήμων. Μεταξύ δε των εν αφελεία παρελαυνόντων και ασήμων μαθητών, κρύβονται οι διάσημοι άνδρες/γυναίκες του μέλλοντος. Τους/τις φανταζόμαστε να κάθηνται επί βελούδινου θώκου, χρυσοκεντημένου θρόνου ή επί λεπτουργικά υφασμένης πολυθρόνας και να παρακολουθούν ελεγκτικά τα νέα μειράκια των μεθεπομένων γενεών. Αυτός δε που παρακολουθεί μια παρέλαση από θέση επισήμου μπορεί να στοχάζεται όλον τον βίον του, και ειδικώς πώς από άσημος έγινε επίσημος και πώς μίαν ωραία πρωία του κόσμου ίσως ξαναγυρίσει στο πεδίο των ασήμων.

Στοχασμός θαν-άσιμος.

Π.Χ.

21/3/11

Ο κύκλος - Το τέλος (ένα κείμενο για το οριστικό κλείσιμο του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου)

21.3.2011

(Στη χθεσινή στερνή παράσταση, πολύς ο κόσμος, φωτογράφος και καμεραμάν μες στο κοινό, εν αντιθέσει με την πλακοστρωμένη Αδριανού που δεν θύμιζε άλλες εποχές. Τα κοστούμια, κυρίως τα ιστορικά της Λήδας Τασοπούλου, θα μεταφερθούν στην οικία Ευαγγελάτου στην Κηφισιά. Από σήμερα ξεκινάει η εκκένωση. Με την κάμερα ανά χείρας βιντεοσκόπησα τη σκηνή, τις θέσεις του κοινού, ένα "κάτι" από τα παρασκήνια, τον χώρο έξω από τα καμαρίνια κ.λπ. 95 παραστάσεις δόθηκαν στην Αδριανού. Υπάρχει μπόλικο εκδοτικό υλικό [κυρίως προγράμματα παραστάσεων με όλο το κείμενο σε μετάφραση], που θα μεταφερθούν σε αποθήκη. Η μόνη λύση από δω και πέρα είναι η μετάπλαση χώρου παραχωρηθησομένου από το Υπουργείο Πολιτισμού ή τον Δήμο Αθηναίων, παρ' όλο που ο Υπουργός Πολιτισμού δεν δέχτηκε να συναντήσει ούτε απάντησε στο αίτημα του σκηνοθέτη [9 μήνες σιωπής, όπως μου έλεγε χαρακτηριστικά ο συνεργάτης του κου Σπύρου]. Σιωπής απέναντι στον μόνο σκηνοθέτη που είναι και πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός, με 200 σκηνοθεσίες στο ενεργητικό του. Αντιθέτως, ο Παπούλιας τον δέχτηκε μέσα σε μία εβδομάδα [δείτε εδώ αντιθέσεις ηθών και τρόπων]. Μπορεί να λείπουν η Λήδα και ο Αντίοχος, υπάρχουν όμως ο Σπύρος και η Κατερίνα. Και η ελπίδα ότι μπορεί κάποιος χώρος να βρεθεί στο μέλλον. Έχω την περιέργεια να δω οι ιδιοκτήτες του Αμφιθεάτρου σε τι θα τον μετατρέψουν τον χώρο. Ό,τι κι αν γίνει πάντως, θέατρο θα μυρίζει, και τα τρία "ντριν" θα πάλλονται μέσα μας σαν εφιάλτης.
Το κείμενο που ακολουθεί, που τοιχοκολλήθηκε εκτός του θεάτρου, γράφτηκε για εκείνους που σχολιάζοντας το γεγονός, παρασυρόμενοι, τους ξέφυγε και το "ε, μα αυτός πια έκανε τον κύκλο του".)




Ο κύκλος – Το τέλος




«Κι αν δεν υπήρχε ένας λόγος, θα έπρεπε να εφεύρουμε έναν λόγο». Απ’ ό,τι φαίνεται, το μεγάλο πρόβλημα που τυραννάει στις μέρες μας όλους τους δολιοφθορείς του δημόσιου βίου είναι η ηθική ένδυση των αποδοκιμαστέων πράξεών τους, ώστε να αμβλύνονται οι εντυπώσεις του εγκλήματος και να προβάλλεται το γεγονός της ανομίας ως κάτι λογικό και παραδεκτό, σχεδόν ως προϊόν μιας φυσικής τάξεως. Ο δολοφόνος έχει ήδη ολοκληρώσει την αποστολή του, μα βρίσκεται ενώπιον ενός σοβαρού προβλήματος: πώς θα το αιτιολογήσει; πώς θα ξεγελάσει τον εαυτό του ότι δεν επρόκειτο για έγκλημα, παρά για μια αναγκαία αιματηρή ‘’εγχείρηση’’; και πώς θα πείσει και την κοινή γνώμη ότι η πράξη του ευθυγραμμίζεται με τον ηθικό κοινωνικό κώδικα; Στην απέλπιδα προσπάθεια αυτή, πλάθονται τα πιο σαθρά επιχειρήματα, που σαν μιαρά ράκη ζητούν να καλύψουν τη γύμνια παντός λόγου.

Κι έτσι περίπου επιλέγεται ως στερεότυπο αιτιολογικό τέχνασμα το πιστεύω μιας γεωμετρικής οφθαλμαπάτης: ο θάνατος, λένε, ήλθε με το κλείσιμο του κύκλου. «Έκλεισε τον κύκλο του και καλόν θα είναι να ετοιμάζει τις αποσκευές του για το ‘’μεγάλο ταξίδι’’». Κάποια φωνή λέει μέσα μου πως εδώ ανευρίσκονται τα ίχνη μιας επί πολύν καιρό τρεφομένης χαιρεκακίας. Τα κοράκια ήταν κρυμμένα πίσω από την κορυφογραμμή των ορέων και μόλις αντιλήφθηκαν τα πρώτα σημάδια, έναν κάπως ασταθή βηματισμό, τις στιγμές δηλαδή που το υποκείμενο τρεκλίζει πριν από την πτώση του, αναδύθηκαν σε σχηματισμό αδίστακτης αγέλης, έτοιμα να τρυπήσουν το μελλούμενο κουφάρι.

Όσοι ασχολούνται με τη θεατρική τέχνη ως δρώσες δυνάμεις προπάντων ξεχωρίζουν για τη δύναμη της αυτοκριτικής τους. Το δοκιμασμένο αισθητήριό τους τούς βοηθά να ξεχωρίζουν τη χρυσίζουσα λάμψη ενός υποκριτικού επιτεύγματος από το θολό φως της μετριότητας. Ο άνθρωπος του θεάτρου δοκιμάζει αδιαλείπτως τον εαυτό του και δοκιμάζεται. Βρίσκει τα όρια των δεξιοτήτων του, τεστάρει τις εσωτερικές δυνάμεις του, κάθε ώρα και στιγμή αισθάνεται αν τήρησε ή υπερέβη το μέτρο της τέχνης του. Ο πνευματικός αγώνας είναι ατελεύτητος. Και μόνο αυτός θα κάνει την ακριβοδίκαιη διάγνωση της καλλιτεχνικής ποιότητας, αυτός μόνο ως θεράπων ιατρός της τέχνης του θα δει πρώτος τα πρώτα ρήγματα και την πρώτη σκουριά, τα «σημεία» μιας αρχομένης φθοράς. Αυτός μόνο με το οξυμμένο αισθητήριό του θα οσμιστεί την επέλευση του θανάτου. Και δεν θα επιτρέψει στην τέχνη του να συρθεί γερασμένη πάνω στο σανίδι. Στους πρώτους κραδασμούς των γηρατειών, στις πρώτες ‘’εκπτώσεις’’, θα αποσυρθεί αξιοπρεπώς στο ενδιαίτημά του. Αυτός θα νιώσει και θα δει πού και πότε ακριβώς «κλείνει ο προσωπικός του κύκλος». Ώστε η ετυμηγορία του, η όποια ομολογημένη αδυναμία του, εύρημα της ανελέητης ενδοσκόπησης, της αυτοκριτικής «ανασκαφής» του, να αντιπροσωπεύει την αλήθεια και τίποτε άλλο πέραν αυτής.

Ποιος λοιπόν στην περίπτωσή μας δίδει δικαίωμα στους άλλους να ομιλούν για το δικό μας «θάνατο»; Αλήθεια, ποιος γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του, το Εγώ ή οι άλλοι; Ο νεοελληνικός πολιτισμός, ανέκαθεν κρατικοδίαιτος, έχει μεταβληθεί σε μιαν αρένα διασταυρούμενων συμφερόντων. Φανερή είναι η προσπάθεια αμφισβήτησης των σοβαρών πολιτιστικών μεγεθών. Οι παρδαλές δυνάμεις του καινούριου, όσοι αυτοβαφτίζονται «νεωτεριστές», ψάχνουν να βρουν τη θέση τους μέσα στη συγχυσμένη πολιτιστική αγορά. Αλλά για να το επιτύχουν αυτό, πρέπει να εκτοπίσουν τους «ανταγωνιστές» τους. Να αρχίσουν να διαδίδουν τα περί φθοράς και θανάτου τους, ώστε να πείσουν πως οι δικές τους επιλογές είναι η αυτοκάθαρση του συστήματος. Το παλαιό, το ιστορικό, ό,τι φέρει μιαν παράδοση, απαξιώνεται ως φορέας της συντήρησης, οι εισαγόμενες καινοτομίες και τα αδοκίμαστα εργαστηριακά πειράματα γίνονται οι πρέσβεις των νέων τάσεων και μορφών, χωρίς ρίζες στο ψυχικό υπέδαφος του κοινού. Τραβώντας αυθαίρετα μια γραμμή στον μαυροπίνακα πάμε να διαγράψουμε την ύπαρξη και τη σημασία του ‘’κλασικού’’ επιχειρώντας να το αντικαταστήσουμε με ‘’διανοητικά μειράκια’’. Και πάντα να μένει στον ταπεινό παρατηρητή του πολιτιστικού θεάματος η αίσθηση/το αίσθημα πως το οικονομικό παίγνιον καθορίζει κυριαρχικά την τύχη της σοβαρής τέχνης – να πικρίζουν κάπως τα ‘’μέσα του’’ από τη διαμόρφωση ενός άναρχου πολιτιστικού τοπίου, με υποκινούμενη προπαγάνδα, με νεοφερμένα ξόανα, μυστικά χαλκεία, τεθλασμένες πομφόλυγες, κενολόγο ρητορεία, πλίνθους και λίθους ατάκτως ερριμμένους, μια μιαν αταξία σκέψεων και προθέσεων, μια βασανιστική σύγχυση αξιών, μια «δημοκρατική» πολυφωνία που πιο πολύ ταλαιπωρεί παρά ευφραίνει καρδίαν.

Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος. Εμείς και μόνο εμείς αποφασίζουμε για την οργάνωση του κοινωνικού μας βίου, τα δικά μας χέρια και ο δικός μας νους γκρέμισαν τα νεοκλασικά οικοδομήματα, εγκατέλειψαν τα ιστορικά μνημεία, ανέχτηκαν την εισβολή πολλών μορφών σύγχρονης βαρβαρότητας. Εμείς θα κρίνουμε πόσο βαθιά θα μπηχτεί το μαχαίρι. Το ότι αποσύρουμε ένα παλαιό όχημα όπως μια παλαιά αντίληψη δεν σημαίνει ότι αυτή «δεν δούλευε πια». Το ότι ρηγνύουμε μια προσωπική σχέση, έναν ανθρώπινο δεσμό ή μια φιλική συνεργασία δεν σημαίνει ότι αυτή «δεν θα μπορούσε άλλο να σωθεί». Το ότι καταργούμε έναν παλαιό κανόνα δικαίου, έναν θετό νόμο ή έναν πατροπαράδοτο θεσμό δεν σημαίνει ότι αυτός «δεν θα ηδύνατο έν τινι βαθμώ να προσαρμοσθή στας συγχρόνους ανάγκας». Κεντρισμένοι από τον ιό μιας δαιμονικής ματαιοδοξίας, μιας εμμονής να ξεθεμελιώνουμε τα επίπονα δημιουργήματα που μας κληροδοτήθηκαν προκειμένου να θέτουμε εμείς τη σφραγίδα μας στο «πολυπολιτισμικό» μόρφωμα του σύγχρονου κόσμου, για να καρπωθούμε δόξες και τιμές, δεν διστάζουμε να παρασύρουμε στη λήθη και στην ανυπαρξία ό,τι μας παραδόθηκε με πολλή αγάπη και αφοσίωση από τους ανώνυμους και επώνυμους εργάτες του πνεύματος, τους ανιδιοτελείς σκαπανείς του λαϊκού μας πολιτισμού.

Και αδυνατεί κανείς να κατανοήσει πώς ο θεατρικός αυτός χώρος, βαρύς από τα κοστούμια της κοινωνικής και άλλης μνήμης, εξισώνεται από τους ασπόνδυλους κονδυλοφόρους ή τους τυχάρπαστους ελευθερόστομους με τον πρωτεργάτη του ώστε η ‘’οριστική πλέον πτώση του’’ να βιώνεται ως προσωπικό και μόνο πλήγμα αυτού του τελευταίου. Και όχι ως πλήγμα τόσων πολλών συνεργατών που στεφανώνουν την παρουσίαση μιας παράστασης. Κι όχι ως πλήγμα τόσων πολλών θεατών που υποδέχονται τα μηνύματα μιας διδασκαλίας. Κι όχι ως πλήγμα τόσων πολλών κατοίκων αυτής της προικισμένης συνοικίας που ξαφνικά θα δουν τον δοξασμένο φάρο της να σβήνει. Κι όχι ως πλήγμα τόσων πολλών ξενοφερμένων επισκεπτών που μπήκαν ένα βράδυ κι αυτοί για να ακούσουν «φωνή ελληνική», σε ελληνικό ή ξένο μύθο. Κι όχι ως πλήγμα γενικά του θεάτρου ως μητρός της αρχαίας τέχνης που θρηνεί ένα από τα μεγάλα ηλικιακώς τέκνα της.

Αλλά η ευθύνη δεν ήταν μόνο μιας κωφεύουσας πολιτειακής αρχής, που παρ’ ότι θα αναγνωρίσει στο μέλλον, πάντα μετά θάνατον, τα ζωογόνα νάματα και την προσφορά του «Αμφιθεάτρου», δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να βασανισθεί για να βρει κάποια λύση, απασχολημένη με άλλες προτεραιότητες. Μια συνευθύνη ορίζεται για όλο το κοινωνικό σώμα, για όλους τους ‘’τηλεοπτικούς πολίτες’’, και ειδικά για εκείνους που τραγουδούν ανέμελα δίπλα από τον ανοιγμένο τάφο, που σφυρίζουν εύθυμα και περί άλλα τυρβάζουν. Για όλους αυτούς τα παρακάτω λόγια από μια πρόσφατη μυθιστορηματική καταγραφή*, λόγια γραμμένα για τα μεγάλα, τα πυρακτωμένα γεγονότα της εποχής μας, που θα μπορούσαν να ισχύσουν ωστόσο για ό,τι ο καθένας μας θα χαρακτήριζε «βαρύνον/σημαίνον γεγονός», όπως δηλαδή και για την περίπτωσή μας, θα υπενθυμίζουν και συνάμα θα απειλούν ότι τα κοράκια παραμονεύουν και ο οιοσδήποτε εξ ημών μπορεί να γίνει ο στόχος της ορμητικής καθόδου τους:

‘’…Πόσες χιλιάδες λιμοκτονούν στον πλανήτη; Πόσες φωτιές ανάβουν, πόσες πλημμύρες γίνονται, τυφώνες, καταστροφές βιβλικές; Και μας ήρθε η λέξη τσουνάμι.


Πόσο συγκλονιστήκαμε; Και τι σημαίνει συγκλονίζομαι; Αλλάζω μήπως ρότα, ζωή;


Ούτε καν χάνω τον ύπνο μου. Διότι, και αν τον χάσω, υπάρχουν τα χημικά σκευάσματα. Επομένως; Αν τα γεγονότα που συναρμολογούν την εποχή μας έρχονται και μας βρίσκουν ως τηλεοπτικές εικόνες μέσα στα σπίτια μας, απρόσκλητα μεν αλλ’ απολύτως ακίνδυνα… ποια θα μπορούσε να είναι η συμμετοχή μας σ’ αυτά και ποιο το στίγμα της εποχής;…΄΄

………………………………………………………………………………………………

*M. Δούκα, Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, σελ. 73-74

ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΙΔΗΣ

16/3/11

Ένας άνθρωπος

16.3.2011. Τον βλέπω συχνά τελευταία, να μην πω καθημερινά, που στήνεται απέναντι από τη Βουλή και αναρτά πλακάτ για τα κόμματα και τους διεφθαρμένους πολιτικούς. Ποιος ξέρει τι καημούς κουβαλά ο άνθρωπος, ποιες απορρίψεις, ποια διάψευση δικών του ονείρων. Για τους ''κανονικούς" που τον προσπερνούν, είναι ολίγον τι απεχθής, γραφικός, ελεεινός, ''καρούμπαλο'' στο μέτωπο της εξουσίας. Έλα όμως που επί της ουσίας δεν θα αρνούνταν τους βαρείς, είναι αλήθεια,  χαρακτηρισμούς. Απόδειξη ότι τώρα πλέον όλοι τον ανέχονται, και ο τροχονόμος της Βουλής και οι πολιτικοί με τους φακέλους παραμάσχαλα και οι διερχόμενοι οδηγοί, που όλο και κάτι του φωνάζουν κοροϊδευτικά-πειραχτικά.








Στη φωτογραφία που παρατίθεται, κάθεται να τον φωτογραφίσω. Τσίμπησα μάλιστα κι ένα "ευχαριστώ" (πώς κατάλαβε ότι θα τον βγάλω στη διαδικτυακή πίστα;)

Έχουνε μυαλό, ρε, οι γραφικοί, τι νομίζατε;


Πέτρος Χριστοφιλίδης