23/8/13

Επιστροφή στο Κολυμπάρι

Το Κολυμπάρι Χανίων ήταν ο τόπος των θερινών μου διακοπών το μακρινό 1983. Βάδιζα τότε από τα 12 στα 13 – ήμουν δηλαδή για τα καλά μέσα σε εκείνην την ηλικία για την οποία κάποιοι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι αφήνει ανεξίτηλες αναμνήσεις και βιώματα, όσο καμία άλλη στη ζωή του ανθρώπου. Με τα χρόνια έχω βεβαιωθεί ότι αυτό ισχύει, αν όχι για όλους, σίγουρα όμως για πολύ κόσμο. Με εμένα ισχύει 100% … κι ακόμα παραπάνω, που λέει ο λόγος. Κάπως έτσι εκείνες οι διακοπές στο Κολυμπάρι χαράχτηκαν βαθιά κι επίμονα στη μνήμη. Άλλη εποχή στη ζωή μου, άλλη εποχή και για την Ελλάδα – και τον κόσμο. Μόλις είχα τελειώσει την πρώτη τάξη του Γυμνασίου, πολύ περισσότερο παιδί ακόμα παρά έφηβος – η πρώτη πασοκική τετραετία ήταν σε πλήρη εξέλιξη, ενώ στην επικαιρότητα κυριαρχούσαν οι συζητήσεις για τις βάσεις και ο Ρέτζιναλντ Μπαρτόλομιου, αλλά και το «άρθρο 4» ενός νόμου που είχε προκαλέσει ένα σοβαρό για τα μέτρα της εποχής κύμα αντιδράσεων και διαδηλώσεων. Το ελληνικό τραγούδι ζούσε μέρες μεγάλης δόξας με τον Λουκιανό να κάνει πάρτυ στη Βουλιαγμένη και τον Νιόνιο και τον Νταλάρα να ετοιμάζονται να γεμίσουν το Ολυμπιακό Στάδιο. Η αναβίωση του ρεμπέτικου ανθούσε ποικιλοτρόπως, ενώ τα Παιδιά από την Πάτρα έδιναν ώθηση στο νεολαϊκό ιδίωμα. Όσο για τον κόσμο, μεσουρανούσε ακόμα ο Ψυχρός Πόλεμος – κι αυτό κάνει περιττή κάθε άλλη περιγραφή. Το καλοκαίρι εκείνο, με παρότρυνση κάποιων συγγενικών προσώπων που συνδέονταν με τον τόπο εκείνο, αποφασίσαμε με τη μητέρα και την αδελφή μου να κατεβούμε στην Κρήτη. Θα ήταν το πρώτο μου ταξίδι σε μεγάλο νησί – αλλά και το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι με πλοίο, καθώς η μέχρι τότε εμπειρία μου περιοριζόταν στα πορθμεία του Ευβοϊκού Κόλπου. Πολύτιμοι αρωγοί και συμπαραστάτες στο ταξίδι μας ένα ζευγάρι στενών οικογενειακών φίλων, ώριμης ήδη ηλικίας, που θα μας παρείχαν και την ευκολία των μετακινήσεων με ένα ταπεινό μεν, αποτελεσματικό δε Simca Horizon. Το Κολυμπάρι, στο μεταξύ, ήταν από χρόνια η βάση μιας άλλης μεγάλης οικογένειας, με ποντιακές ρίζες, τέκνο της οποίας ήταν η σύζυγος του αδελφού της μητέρας μου - κάπως έτσι «έδεσε» η παρέα και βρεθήκαμε τέλη του Ιούλη του 1983 στο οικογενειακό ξενοδοχειάκι της κυρα-Ελένης, ακριβώς απέναντι από το σώπατο σπιτικό του κυρ-Θόδωρου και της κυρα-Βαρβάρας, το οποίο δονούσαν οι φωνούλες των μικρών σε ηλικία ξαδερφιών μου. Το Κολυμπάρι ήταν τότε ένα εξαιρετικά ήσυχο θαλασσοχώρι, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό εκτός Κρήτης εξαιτίας της Ορθόδοξης Ακαδημίας που λειτουργούσε λίγο έξω από το χωριό. Δε θυμάμαι πολλές άλλες επιλογές διαμονής πλην της κυρα-Ελένης, κι από φαγητό μόνο ένα λίαν συμπαθητικό ταβερνάκι στον μέσα δρόμο. Σπίτι και ξενοδοχείο βρίσκονταν στο αποκαλούμενο και «πάρκινγκ» του χωριού, μια πλατεία, επί της ουσίας, δίπλα σχεδόν στη θάλασσα, που εξυπηρετούσε και τη φιλοξενία των αυτοκινήτων. Η παραλία δεν απείχε παρά λίγα μόλις μέτρα. Το πρόγραμμα των ημερών δε διέφερε από τα συνήθη σχήματα οικογενειακών διακοπών εκείνα τα χρόνια: μπάνιο τακτικό στην αμμουδιά του χωριού, φαγητό στο ταβερνάκι, παιχνίδι με τα ξαδερφάκια – πού και πού και καμιά βόλτα στα Χανιά ή σε κάποιο άλλο μέρος σε βεληνεκές μονοήμερης, με αξέχαστη την εμπειρία της επίσκεψης στο Αρκάδι, όχι τόσο για το ίδιο το ιστορικό μέρος, όσο για τους απίστευτους κατσικόδρομους που διασχίσαμε (λόγω κάποιων έργων, νομίζω, που μας εξανάγκασαν σε παρακάμψεις) μέχρι να βρούμε το μοναστήρι. Πολύ συχνά, η παρέα διευρυνόταν, με τις οικογένειες των άλλων παιδιών του κυρ-Θόδωρου, που όλοι κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Κάποιο βράδυ, το χωριό είχε γιορτή, που έλαβε χώρα ακριβώς στη δική μας την πλατεία. Ένα συγκρότημα έπαιξε ρεμπέτικα, με τα οποία ελάχιστα εξοικειωμένος ήμουν τότε – πιθανότατα η βραδιά συνεχίστηκε σε πιο κρητικούς ρυθμούς, ωστόσο η μνήμη έχει διαγράψει τις λεπτομέρειες. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι κάποια στιγμή παρουσιάστηκε στο κοινό ένας ξένος που ζούσε από καιρό στην Κρήτη και ασχολιόταν με την παραδοσιακή μουσική – είναι πολύ πιθανό να ήταν ο πολύς Ρος Ντέιλι, που αργότερα θα γινόταν και ευρύτερα γνωστός με τις εμφανίσεις του στα εναλλακτικά στέκια των Αθηνών.
Τις μέρες εκείνες της ραστώνης, που στην ηλικία και στην εποχή εκείνη βιωνόταν στον απόλυτο βαθμό, μια μόνο σκέψη τάρασσε γλυκά το μυαλό μου. Όχι, δεν επρόκειτο για την προοπτική της επιστροφής στο σχολείο. Ούτε για κάποια μεγαλόπνοη ουτοπία σαν αυτές που συχνά έχουν στο μυαλό τους οι έφηβοι. Μυημένος για τα καλά από πιο μικρή ηλικία στα μυστικά του αθλητισμού κι έχοντας νωπές τις εμπειρίες των Ολυμπιακών της Μόσχας και των Πανευρωπαϊκών της Αθήνας, περίμενα με μανιακή σχεδόν ανυπομονησία τους αγώνες του πρώτου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος κλασικού αθλητισμού, που θα διεξάγονταν στο Ελσίνκι. Το γεγονός, μείζον από μόνο του σε μια εποχή που ο στίβος ακόμα διατηρούσε μεγάλο μέρος της αίγλης του, έπαιρνε στα μάτια μου ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς θα επρόκειτο για την πρώτη μετά από χρόνια ολοκληρωμένη αναμέτρηση Δυτικών και Ανατολικών, μετά το μποϊκοτάζ των Αμερικάνων στους Αγώνες της Μόσχας και πριν από τα επαπειλούμενα αντίποινα των Σοβιετικών για τους Αγώνες του Λος Άντζελες. Κάποια ονόματα, που ως τότε κινούνταν στη σφαίρα του μύθου για μένα, όπως ο Λιούις και ο Μόουζες, θα εμφανίζονταν για πρώτη φορά μπροστά μου στην οθόνη της TV. Θυμίζω ότι οι εποχές εκείνες απείχαν έτη φωτός από τη σημερινή – δεν υπήρχε διαδίκτυο να προσφέρει άμεση και συνεχή ενημέρωση για κάθε πιθανό και απίθανο θέμα, δεν υπήρχε καν δορυφορική τηλεόραση. Ο φίλαθλος στηριζόταν μόνο σε όσα μπορούσε να μάθει από τις εφημερίδες, τα λίγα εξειδικευμένα έντυπα, τα τρίλεπτα των αθλητικών ειδήσεων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Ενημέρωση με το σταγονόμετρο, που όμως μεγάλωνε τους εκάστοτε μύθους. Μέσα από αυτές τις λιγοστές πηγές συγκέντρωνα κι εγώ τις πληροφορίες μου, προσμένοντας την έναρξη των αγώνων. Από ένα ταπεινό τρανζιστοράκι είχε ακούσει μια εκπομπή-αφιέρωμα στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Και την ώρα που κολυμπούσα κι ερχόμουν αντιμέτωπος με τα ωραία κύματα που συχνά φέρνει ο βοριάς στο Κολυμπάρι φαντασιωνόμουν πως ήμουν ο Κινέζος πρωταθλητής της εποχής (άλλο αξιοπερίεργο κι αυτό, σε εποχές που η Κίνα μόνο υπερδύναμη δε λογιζόταν, ούτε γενικά ούτε σε αθλητικό επίπεδο), που υπερπηδούσε το νοητό πήχη του κύματος.
Κι ενώ η απόλαυση των διακοπών κορυφωνόταν παράλληλα με την προσμονή για το μεγάλο αθλητικό γεγονός, σαν τούβλο έπεσε στα αυτιά μου η πληροφορία ότι η ευρύτερη παρέα προετοίμαζε εκδρομή-γύρο της Κρήτης. Όχι φυσικά για την εκδρομή την ίδια, για την οποία πετούσα από τη χαρά μου, αλλά για τις ημερομηνίες της … που συνέπιπταν με τις πρώτες μέρες του Παγκοσμίου στο Ελσίνκι. Σιγά το δίλημμα, θα έλεγε σήμερα ο ενήλικος εαυτός μου. Για τα 12 χρόνια μου, όμως, μια ήταν η λέξη: Τόμπολα!... Τις μέρες εκείνες μπήκε για τα καλά στη ζωή μου ο κυρ-Αποστόλης. Γαμπρός του κυρ-Θόδωρου, έμενε με την ωραία οικογένειά του στο κοντινό χωριό των Βουκολιών. Σε ένδειξη αβροφροσύνης και λόγω εντοπιότητας, του είχαμε αναθέσει τον άτυπο ρόλο του αρχηγού της εκδρομής – παρότι ήταν σχετικά νέος οδηγός και η περιήγηση στα μήκη και στα πλάτη της Κρήτης θα ήταν και για τον ίδιο μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Οι μέρες εκείνες, της προετοιμασίας και της ίδιας της εκδρομής, εξασφάλισαν γι΄αυτόν μια παντοτινή θέση στην καρδιά μου. Απλός άνθρωπος, μειλίχιος και συγκαταβατικός, ήξερε να χαίρεται με τα πολύ βασικά της ζωής και να μοιράζεται αυτή τη χαρά με αγαπημένους του ανθρώπους. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα διαολόστελνε (τουλάχιστον) ένα σκατό σαν κι εμένα, που για το μόνο, σχεδόν, που καιγόταν στις πολυπλόκαμες συζητήσεις της προετοιμασίας ήταν το αν και πού θα είχε πρόσβαση σε τηλεόραση. Εκείνος, αντίθετα, με άκουγε προσεκτικά – και προσπαθούσε καλή τη πίστει να διαμορφώσει ένα πρόγραμμα κατά το δυνατόν ξεκούραστο και χαλαρό, ιδίως ως προς τις βραδινές αφίξεις.
Οι τρεις μέρες εκείνου του ταξιδιού έμελλε να χαραχτούν για πάντα στη ζωή μου. Η ομορφιά, η γοητεία, η πολυμορφία του κρητικού τοπίου γέμιζαν τα μάτια και τις υπόλοιπες αισθήσεις μου – παράλληλα, ένα κομμάτι του μυαλού μου ταξίδευε μακριά, στο Ελσίνκι – και ρουφούσε, εννοείται, με απληστία κάθε εικόνα ή πληροφορία που έβρισκε τη χαραμάδα να φτάσει ως εμένα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Οι εικόνες συμπλέκονται ακόμα στο μυαλό μου, τριάντα χρόνια μετά: Χανιά. Ηράκλειο – πολλή ζέστη. Κνωσσός - Θρόνος του Μίνωα. Βιαστικό πέρασμα κι από το Μουσείο. Οροπέδιο Λασιθίου. Φωτογραφίες σε έναν ανεμόμυλο. Στάση για καφέ στο Τζερμιάδο. Μια τηλεόραση ανοιχτή, βουβή. Μαραθώνιος γυναικών. Ακόμα θυμάμαι το όνομά της: Ρεγγίνε Τζόις, από την Ιρλανδία. Αργά το απόγευμα άφιξη στην Ελούντα. Που τότε έχτιζε το μύθο της. Ξενοδοχείο – Σελάνα, ή κάπως έτσι. Σελένα. Ανοίγω (εν έτει 2013) το google και το τσεκάρω. Υπάρχει ακόμα. Άδειο το μπαρ στη μία ώρα που έχω κενό μέχρι το φαγητό. Αλλά ο μπάρμαν (τύχη κι αυτή…) προτιμά να δει τη μοναδική (τότε) άλλη επιλογή – μια συναυλία του … (συμπαθούς κατά τα λοιπά) Δημήτρη Λάγιου από το Λυκαβηττό. Αν είναι δυνατόν… Θα ήταν από τα άγραφα κάτι τέτοιο, σήμερα. Στο σκοτάδι, λοιπόν, το Ελσίνκι για την πρώτη μέρα. Την άλλη μέρα το πρωί Άγιος Νικόλαος. Βόλτα στη λίμνη, φωτογραφίες, καφές. Περίπτερο. Αθλητική εφημερίδα. Το κενό πληροφόρησης για την πρώτη μέρα γεμίζει. Στο κάτω μέρος του νομού. Ιεράπετρα. Μπάνιο. Ξανά στο νομό Ηρακλείου. Πέρασμα από τη μαρτυρική Βιάννο. Γεύμα με κρεατικά. Απογευματινό πέρασμα από τα Μάταλα. Στη χάση του δικού τους μύθου. Το Ελσίνκι όλη την ημέρα πολύ μακριά. Ο γλυκός κυρ-Αποστόλης, άμαθος στα μεγάλα χιλιόμετρα, κάνει κάθε τόσο στάση για καφέ και ξεκούραση. Αλλά πώς μπορώ να του κρατήσω πίκρα; Ευκαιρία να γνωρίσουμε και περισσότερα χωριά... Λίγο πριν πέσει το βράδυ, καταλήγουμε και καταλύουμε στη γραφική Αγία Γαλήνη. Κι εκεί, το δικό μου θαύμα: δυο βήματα από το ξενοδοχείο ένα σπίτι έχει αφήσει ανοιχτό ένα παράθυρο. Από μέσα η τηλεόραση παίζει, βουβή. Καρφώνομαι απέξω. Η ιδιοκτήτρια με παρατηρεί – μου χαμογελά, ευγενέστατη, δε μου δημιουργεί κανένα πρόβλημα, δεν ανοίγει και τη φωνή. Κανένα πρόβλημα. Παρακολουθώ θαυμάσια τους τελικούς των 100 μέτρων, για πολλούς κορυφαία στιγμή των αγώνων, στις γυναίκες και στους άνδρες – η Άσφορντ εγκαταλείπει και χάνει από τις ανατολικογερμανίδες και ο Καρλ Λιούις ξεκινά το σερί του. Το επόμενο πρωί αναχώρηση προς Δυσμάς. Στάση στο Σπήλι με τις πολλές τις βρύσες. Γεμίζουμε τα παγούρια μας (εξεζητημένο είδος το εμφιαλωμένο νερό, τότε). Κάπου χάνουμε το δρόμο, παρά τους χάρτες που διαθέτουμε. Θρυλικό στιγμιότυπο απόπειρας συνεννόησης του κυρ-Αποστόλη με μια παρέα Γάλλων. Βρίσκουμε την άκρη. Φραγκοκάστελλο. Μπάνιο. Φαγητό – στη Χώρα Σφακίων ή στην Αγία Ρούμελη. Αρχίζει ο δρόμος της επιστροφής. Σε ένα ορεινό χωριό, που δε θυμάμαι το όνομά του, στάση για να αγοράσουμε παξιμάδια. Τα πιο ωραία, τα πιο σκληρά που δοκίμασα ποτέ. Λένε πως οι γευστικές εμπειρίες είναι αυτές που εξαφανίζονται πιο γρήγορα από τη μνήμη. Λάθος – τουλάχιστον σε ότι αφορά αυτά τα παξιμάδια. Ακόμα ανακαλώ τη γεύση τους. Στον ίδιο φούρνο κάποιος ψήνει κρέας. Η μυρουδιά σπάει τη μύτη της μητέρας μου. Τυχαία βλέπω μια τηλεόραση ανοιχτή. Το timing είναι τέλειο: Στα λεπτά που διαρκούν τα ψώνια προλαβαίνω να δω τον ανίκητο τότε Μόουζες να κερδίζει τα 400 μ. με εμπόδια. Εντελώς συμπτωματικά και όντας εν κινήσει είχα καταφέρει να παρακολουθήσω και τους δυο θρύλους εξ Αμερικής που δεν είχα δει ποτέ εν δράσει. Το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού προς τα Χανιά μακρύ. Στο Κολυμπάρι μας υποδέχονται με πλατύ χαμόγελο η κυρα-Βαρβάρα και το πιο μικρό από τα ξαδελφάκια μου που δεν είχε συμμετάσχει στην αυτοκινητάδα. Το μυαλό ήταν γεμάτο από αξέχαστες εικόνες: ήταν μια Κρήτη ελαφρώς πιο αθώα από ό,τι σήμερα – με πολλά rooms to let, ήδη, αλλά με λιγότερη χλιδή. Με ζεστούς και φιλόξενους ανθρώπους, παντού. Με το οδικό δίκτυο σε αρκετά σημεία προβληματικό, με πολλά προσκυνητάρια στα πλαϊνά των δρόμων. Αφού αποθέσαμε τα σακίδια, έτρεξα στην τιβί. Η τριήμερη περιπέτεια στους δρόμους της Κρήτης και στις ατραπούς της φίλαθλης μανίας μου είχε καλό τέλος: πρόλαβα από την έναρξή της την κούρσα των 10 χιλιομέτρων. Νομίζω ότι πολλοί στιβικοί θα συμφωνούσαν μαζί μου ότι επρόκειτο για το κορυφαίο δεκάρι των τελευταίων δεκαετιών. Όχι από πλευράς χρόνων, αλλά συναγωνισμού. Πολλά μεγάλα ονόματα, ισορροπημένη εκπροσώπηση φυλών και ηπείρων και ένας τελικός γύρος γεμάτος ένταση και αγωνία, με πέντε αθλητές στην τελική ευθεία με δυνατότητα να κερδίσουν. Ο Αλμπέρτο Κόβα, ο τελευταίος λευκός θρύλος των μεγάλων αποστάσεων, έκανε τη διαφορά με ένα ασύλληπτο φίνις στα τελευταία 70 μέτρα.
Έφυγα από την Κρήτη με το μεγαλόπρεπο «ΚΥΔΩΝ», γεμάτος εικόνες και εμπειρίες, δύο ακριβώς μέρες μετά την ολοκλήρωση του γύρου. Παρότι η λαχτάρα της επιστροφής ήταν πάντα μέσα μου, έκανα αρκετά χρόνια να ξανακατέβω στο νησί – τα επόμενα ταξίδια πραγματοποιήθηκαν το 1996, το 1999 και το 2002 και είχαν αλλιώτικη φυσιογνωμία και χωροταξία. Στο Ηράκλειο τα πρώτα δύο, στο νότο του νομού Ρεθύμνου το τελευταίο. Γνώρισα, στο μεταξύ, πολλούς ανθρώπους κι έκανα και φίλους που κατάγονταν ή σχετίζονταν στενά με το νησί. Ο μύθος έμενε πάντα ζωντανός, με πολλές μορφές και εκφάνσεις. Δεν είχα καταφέρει όμως να επιστρέψω στο Κολυμπάρι. Τα χρόνια πέρασαν με ρυθμούς τρελούς, ασύλληπτους. Η κυρα-Βαρβάρα με τις κοτούλες της κι ο κυρ-Θόδωρος με το μποστάνι του είναι χρόνια τώρα σχωρεμένοι. Πρόσφατα έφυγαν, πολύ κοντά ο ένας  με τον άλλο, και τα δυο μέλη του ζευγαριού που μας είχε ταξιδέψει με το SIMCA. Πολλά χρόνια νωρίτερα, άνοιξη του 1997 αν δεν απατώμαι, είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή και ο κυρ-Αποστόλης, νικημένος από τον καρκίνο. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ τον «αρχηγό» μετά από το ταξίδι του 1983 – και κατά βάθος ήθελα ακριβώς εκείνη την εικόνα του να κρατήσω. Μου είπανε ότι τις ημέρες του πόνου στον «Ευαγγελισμό» οι νοσοκόμες έλεγαν ότι δεν υπήρχε στην πτέρυγά τους ασθενής με μεγαλύτερο επισκεπτήριο και περισσότερες εκδηλώσεις αγάπης από τον κυρ-Αποστόλη. Τίποτα, τελικά, δεν ήταν τυχαίο. Τη γυναίκα του, την κυρα-Αντωνία, την ξαναείδα με απόσταση 29 σχεδόν ετών, στο γάμο ενός από τα ξαδέλφια μου που ήταν νήπιο το 1983. Ζήτησα ο ίδιος να τη δω και να τη χαιρετήσω. Με πλησίασε και κοιταχτήκαμε για 5 δευτερόλεπτα. Εκείνη πιθανότατα προσπαθούσε να θυμηθεί αν και πού με είχε ξαναδεί. Εγώ την κοίταζα αναζητώντας μάταια στη μορφή της τα σημάδια της νιότης με τα οποία τη θυμόμουν. Τα χρόνια, οι χαρές κι οι λύπες είχαν δώσει στο πρόσωπό της την όψη της σεβαστής δέσποινας, την ίδια που παρατηρεί κανείς και στη μορφή της χήρας του Νίκου Ξυλούρη. Δεν είπαμε πολλά. Δε χρειαζόταν. Δεν άργησε, άλλωστε, να έρθει κι η μέρα της μεγάλης επιστροφής στα Χανιά, στο τέλος του φετινού Ιούλη. Από την πρώτη στιγμή που οριστικοποιήθηκε το ταξίδι, το είχα αποφασίσει ότι θα έκανα οπωσδήποτε μια βόλτα στο Κολυμπάρι.  Κατέλυσα μεσημεράκι Πέμπτης λίγο έξω από τα Χανιά και το ίδιο κιόλας απόγευμα πήρα το δρόμο για το χωριό. Η Κρήτη είχε αλλάξει πολύ στα τριάντα χρόνια που είχα να δω αυτή τη διαδρομή. Τα πολλά αλλά μάλλον ταπεινά rooms to let είχαν δώσει τη θέση τους σε ατέλειωτα μεγα-συγκροτήματα, εστιατόρια και διασκεδαστήρια. Το θρυλικό «Κέντρο Ο Κερατάς – Ταβέρνα Ο Μύλος» που δέσποζε ημιαπομομωνένο κάπου στα μισά του δρόμου είχε γίνει τώρα «Ο Μύλος του Κερατά» και βρισκόταν στο κέντρο του οικιστικού ιστού ενός μείζονος τουριστικού οικισμού. Προειδοποιημένος από γνωστούς για την ανάπτυξη του Κολυμπαρίου, είχα μια ενδόμυχη αγωνία για το τι θα αντίκριζα και, κυρίως, τι θα αναγνώριζα. Δεν πέρασε πολλή ώρα και έφτασα στο χωριό. Σε μια πρώτη ματιά, πράγματι, έμοιαζε με βουτιά στο άγνωστο – αν με πέταγε κανείς ξαφνικά και απροειδοποίητα εκεί, το μόνο πράγμα που θα με έκανε να υποψιαστώ ότι είμαι στο Κολυμπάρι ήταν το Μοναστήρι και η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, αδιαμφισβήτητα σημάδια στο βάθος του ορίζοντα, λίγο έξω από το χωριό. Άρχισα να κατεβαίνω προς την παραλία, βέβαιος ότι εκεί θα έβρισκα κάτι που να μου θυμίζει το παλιό σκηνικό. Ένα μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα δεσπόζει πια στην είσοδο του χωριού, τόσο μεγάλο που έχει φτιάξει μέχρι και πεζογέφυρα για να συνδέει τις πτέρυγές του ένθεν και ένθεν του δρόμου. Μια προτομή του Τιμολέοντος Βάσσου θυμίζει τον κομβικό ρόλο που έπαιξε το Κολυμπάρι σε μια από τις φάσεις του Κρητικού Αγώνα. Προχώρησα παραπέρα, δύσπιστος και απορημένος. Κάποια στιγμή βρήκα την πλατεία που, δεν μπορούσα πια να λαθέψω, ήταν το παλιό πάρκινγκ. Κοντοστάθηκα και αναλογίστηκα λίγο τη γεωμετρία του χώρου. Το παλιό σώπατο της κυρα-Βαρβάρας είχε δώσει τη θέση του, όπως είχα προειδοποιηθεί, σε μια μεγαλύτερη κατασκευή. Ένα άλλο κτίσμα, πάνω ακριβώς στη στροφή για την παραλία, φαινόταν να είναι απαράλλαχτο στη θέση του 30 χρόνια μετά. Και στο δεξί μου χέρι, ένα κτίριο που σχεδόν σίγουρα ήταν το παλιό ξενοδοχείο της κυρα-Ελένης, εκτός λειτουργίας, πια. Πλησίασα και το περιεργάστηκα. Στο ισόγειό του στεγάζεται τώρα μια καφετέρια – που παρέχει και διαδικτυακά ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια μου γέννησε την τολμηρή σκέψη ότι μπορεί και να το έχει ο Σταύρος, ο γιος της κυρα-Ελένης – καλό και ήσυχο παιδί, σχεδόν στην ηλικία μου, που αγαπούσε ιδιαίτερα τα πρωτόλεια ηλεκτρονικά των 80’s. Δεν μπήκα να ρωτήσω. Προτίμησα να αφήσω ανέγγιχτο το μύθο – και την ερμηνεία μου. Προχώρησα προς την παραλία. Μια σειρά από ταβέρνες «συνοδεύουν» πλέον την πρόσβαση προς τη θάλασσα. Κάπου εκεί με περίμενε η μεγαλύτερη, ίσως, έκπληξη: Αυτό που θυμόμουν καλά ως αμμουδιά (με αδιάψευστο τεκμήριο τη φωτογραφία ενός από τα ξαδερφάκια με κουβαδάκι και φτυάρι) είχε γίνει πια παραλία με βότσαλο. Ή η μνήμη μου έπαιζε παράξενα παιχνίδια ή τα 30 χρόνια είναι όντως πάρα πολλά στη ζωή της φύσης και των ανθρώπων. Και το τελευταίο παράδοξο: μια ακτή κατεξοχήν εκτεθειμένη στο βοριά, σε ένα καλοκαίρι με ασταμάτητους αέρηδες σε όλα τα νησιά μας, εκείνο το απόγευμα ήταν απάνεμη. Βούτηξα για λίγο, με το μοναστήρι στο βάθος για σταθερή συντροφιά και τις θύμησες να χορεύουν ακατάσχετες στο δροσερό νερό. Το καινούργιο ταξίδι που μόλις άρχιζε θα διεκδικούσε γρήγορα το μερίδιο του λέοντος στη φροντίδα και τη σκέψη μου. Θα είχε κι αυτό το καλοκαίρι Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στίβου. Αλλά αμφιβάλλω πόσοι στην Ελλάδα το πήραν χαμπάρι. Βαριά πληγωμένος από τη μάστιγα του ντόπινγκ κι από τις συνήθειες των νέων καιρών, ο βασιλιάς των Ολυμπιάδων πασχίζει να ανακτήσει την παλιά του αίγλη – δεν το πολυκαταφέρνει, αλλά κι αυτή ακόμα η θαμπωμένη λάμψη του δεν περνά ποτέ απαρατήρητη. Βγήκα από το νερό, στέγνωσα. Δυο μαυροφορεμένες διέσχισαν με βήματα αργά την παραλία πορευόμενες προς το χωριό. Σα χορός αρχαίας τραγωδίας. Μου ήταν δύσκολο μετά από 30 χρόνια να πρέπει να ξαναφύγω. Διάλεξα τυχαία μια ταβέρνα δίπλα στο κύμα και παρήγγειλα μεζέ. Και ήπια και μια ρακή. Στην υγειά της Κρήτης και των ανθρώπων της. Και στην τρυφερή μνήμη του κυρ-Αποστόλη.




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Με είχες προειδοποιήσει ότι θα έγραφες κάτι για το Κολυμπάρι. Ε, λοιπόν, αυτό που έγραψες έτσι όπως το έγραψες, με μέγα ενδιαφέρον θα το διαβάσει ο κάθε Κολυμπαρι-ώτης, ας μην πω ο κάθε πατριώτης. Και φυσικά θα συγκινηθεί. Και δίχως άλλο θα καταλάβει ότι δεν γράφονται εδώ αναμνήσεις, αλλά γράφεται ο "χαρακτήρας" ενός ανθρώπου που γνωρίζει να τιμά το παρελθόν, τους απλούς ανθρώπους, την ύλη της ζωής που αποτελεί γι' αυτόν Ουσία. Ωραιότατος ο συνδυασμός ταξιδιού, τόπου και αθλήσεως, καθώς η άθληση είναι και ένα ταξίδι που δικαιώνεται πάντοτε εν τόπω. Λέει, δε, πολλά και η φωτογραφία των μαυροφορεμένων γυναικών: μαζί με αυτές η ίδια η ζωή βαδίζει, οι γενιές των χαμένων και των ηρώων, η συνέχεια των γενών. Τελικά, πιο πολύ από Βολιώτης και Παριανός, πιο πολύ από Ενετός και Κυπρι-ώτης, είσαι στην ψυχοσύνθεση Κρητικός. (Φιλόξενος, συναισθηματικός, οραματιστής.)
Διαβάζοντας το κείμενό σου με καταλαμβάνει ωστόσο και μια θλίψη για το ταχύ του βίου και του καλοκαιριού. Πού πάνε όλα αυτά τα κεφάλαια της πραγματικής ζωής μας; Τουλάχιστον, γράφοντάς τα κάτι σώζεις.
Γεια σου, Χρήστο.
Η Κρήτη μάς περιμένει...