15/9/09

Χειμερινός κολυμβητής

(Χαιρετισμούς από την προκυμαία...)
 
Καθώς η πόρτα της θαλάσσης
είναι μονίμως ανοιχτή
πάνω απ' του χρόνου τις συμβάσεις
στην αγκαλιά της θα ριχτεί.
 
Τις εποχές τις μεταφράζει
σε θέρος αλυτρωτικό
το σώμα του δεν λογαριάζει
κανένα βαρομετρικό.
 
 
 
 
Σαν έφιππος πάντα καλπάζει
μ' ένα μαγιό βαθέως μπλε
η συννεφιά δεν τον σκεπάζει
έρημη ακτή κι αυτός κομπλέ.
 
Περνούν αμάξια κουμπωμένα
άντρες παιδιά συναχωμένα
μ' αυτός μες στ' αλμυρό νερό
έχει μεθύσει τον καιρό.
 
Σφυρίζει ανέμελα στην μπόρα
νίβεται μέσα στη βροχή
κόβει απ' το δέντρο μιαν οπώρα
βουτά κι αλλάζει εποχή.
 
Το κύμα τον παρηγοράει
χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά
γαλάζιο πέπλο όλο φοράει
ξεχνώντας τραύματα παλιά.
 
Αναδυόμενος προβάλλει
σαν όνειρο εκστατικό
στου λιμανιού την παραζάλη
έχοντας βρει το γιατρικό.
 
Στο θώρακα λευκό δασάκι
στον ώμο ένα καρό δισάκι
νερό, σανδάλια και πετσέτα
με μια γοργόνα αλα-μπρατσέτα.
 
Με μια ματιά διεστραμμένη
στην καταχνιά βλέπει λουλούδι
κόντρα στον άνεμο διαβαίνει
δένοντας στη φωνή τραγούδι.
 
Του λένε για τον Ξενοφώντα*
όμοια να μακρ(ο)ημερέψει
κι αυτός μειδιά σαν την Τζοκόντα
με βλέμμα που' χει γαληνέψει.
 
Κι όταν η πόρτα της ζωής του
μοιραία κάποτε θα κλείσει
με άρια** απ' το βάθος της ψυχής του
στάχτη στο κύμα θα σκορπίσει.
 
(*Ξ.Ζ.: Διαπρεπής οικονομολόγος, που, ειρήσθω εν παρόδω, στις 23 Νοεμβρίου του 1989 ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας έως τις 11 Απριλίου του 1990 ως πρόεδρος της Οικουμενικής κυβέρνησης που στήριζαν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός της Αριστεράς, βοήθειά μας Αϊ-Νικόλα.
** Αddio...) 
 

14/9/09

Σταυρώστε τους... (μέρα που 'ναι!)

Οι εγκλίσεις
Θωρακίζουμε τους θεσμούς
Θεμελιώναμε μακρόπνοα έργα
Εργαστήκαμε μ' ακρίβεια
Ακριβαίνετε τα καύσιμα
Κάψατε τους μισθωτούς
Μικραίνατε τους φόρους των εχόντων
Έχουμε πρόγραμμα
Να προστατέψετε τα δάση
Δαμάστε τον πληθωρισμό
Πλήθυναν οι παρανομούντες
Να παραγράψετε τα χρέη
Χρυσώστε το χάπι
Χαρίζουμε το φόρο
Να φωτίσετε την αλήθεια
Αλυσοδέστε τα τρωκτικά
Τρώγατε με χρυσά κουτάλια
Να κουμαντάρετε επιτέλους το σκάφος
Σκαρφιστείτε λύσεις
Λυμαίνεσθε τα ταμεία
Να ταρακουνήσετε τους αργόμισθους
Αρπάξτε την ψήφο
Ψηφίζουμε κατά συνείδηση
Να συλλογιστείτε τις ζημίες
Ζητωκραυγάστε για τη νίκη
Νενικήκαμεν λαέ
Λάθος Μέγα
Μέγα Πλήθος
Πληβείοι και Πατρίκιοι
Πατριώτες και Κάπηλοι
Καπέλο στη βενζίνη
Βεντέτες στην ΚΟ και μαχαιρώματα
Μαζέψτε τους παρακρατικούς
Παράσιτα και κοριοί
Κουμπάροι και Γαμπροί
ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΑΠΑΝΤΕΣ
(Υ.Γ.: Τελικά νίκησε χολωμένη προστακτική.)

11/9/09

Δραπετεύοντας από τον... Χότζα

Στο ταξίδι προς την Αλβανία έπιασα κουβέντα και με Αλβανούς και με Έλληνες. Ένας Έλληνας ομογενής, που με χαρά μικρού παιδιού επεδείκνυε την ελληνική ταυτότητά του στο αλβανικό τελωνείο, μου μίλησε για τα βάσανα των Ελλήνων επί Χότζα. Μου είπε για τα όσα γίνονταν στην περιοχή των Εξαμιλίων (αλβανιστί Ξαμίλ). Στο σημείο εκείνο πράγματι η απόσταση της Αλβανίας από την Κέρκυρα είναι 6 μίλια. Όσοι πήραν τη μεγάλη απόφαση να δραπετεύσουν προς την ελευθερία το πλήρωσαν πολύ ακριβά. Ή μάλλον όχι αυτοί, αλλά οι συγγενείς τους. Δεκεπανταετής φυλάκιση προβλεπόταν για όλους τους συγγενείς πρώτου βαθμού του... δραπέτη, επειδή στρεφόταν εναντίον του καθεστώτος.
Το να διαφύγει κάποιος ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Απαγορευόταν η πρόσβαση όλων των πολιτών σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων πλησίον της συνοριακής γραμμής. Τεράστιοι προβολείς φώτιζαν τον θαλάσσιο δίαυλο καθόλο το 24ωρο, ενώ τα περιπολικά της αλβανικής ακτοφυλακής δεν άφηναν ούτε πόντο αφύλακτο. Από δύο πηγές μού μίλησαν για ένα κόλπο που σκαρφίστηκαν όσοι ήθελαν να διαφύγουν από τη χώρα, ειδικά το καλοκαίρι. Έπαιρναν ένα καρπούζι, το έκοβαν στα δύο, αφαιρούσαν το περιεχόμενο και έπειτα το... φορούσαν σαν καπέλο, κάτι το οποίο θα φαινόταν σαν επιπλέουσα καρποζόφλουδα.
Σημειώνεται ότι στο αλβανικό στρατόπεδο που βρίσκεται στα σύνορα με την Ελλάδα και δεσπόζει στο βουνό των Εξαμιλίων, επί Χότζα υπηρετούσαν οι πιο φανατικοί ανθέλληνες, αλλά και οι... βυσματούχοι του καθεστώτος. Περιγράφονται από όλους σαν αιμοδιψή τέρατα.
Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Τα χιλιάδες αλβανικά πολυβολεία όχι απλώς δεν επανδρώνονται, όχι απλώς χορτάριασαν, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στην παραλία της Χειμάρρας για παράδειγμα) χρησιμοποποιούνται πλέον ως τουριστικά καταλύματα. Η εκδίκηση της ιστορίας:
Στη φωτό, πυροβολείο στην περιοχή των Εξαμιλίων.

Βασίλης Μαλισιόβας

Τύφλα να 'χει η Copacabana!


Η πόλη των Αγίων Σαράντα βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Κέρκυρα. Με το υδροπτέρυγο (ελληνιστί... flying dolphin ή και σκέτο flying!), μόνο δύο τσιγάρα (μακριά από εμάς!) δρόμος, θάλασσα για να ακριβολογούμε.
Ακόμη κι όταν διαπλέει κανείς αυτό το θαλάσσιο στενό (π.χ. κατευθυνόμενος προς Ιταλία ή Διαπόντια Νησιά), εντυπωσιάζεται (αλλά και μελαγχολεί) με τις άχαρες νεόδμητες πολυκατοικίες, τη χαρά της αντιπαροχής, τη δόξα του καπιταλισμού (ακριβέστερα, του μπουσουλήματος προς αυτόν) και την ενσάρκωση του δυτικού ονείρου.
Με το που πατάει κάποιος Αλβανία, έπειτα από μισή ώρα ταξιδιού, νιώθει οικεία καταρχάς λόγω της γλώσσας. Εκεί κατάλαβα την ψυχολογία των Άγγλων που όπου και να πάνε μιλάνε τη γλώσσα τους. Και στους Αγ. Σαράντα λοιπόν, οι περισσότεροι ομιλούν την Ελληνική. Από τον φούρναρη μέχρι τους υπαλλήλους του τελωνείου, τους αστυνομικούς και τους λιμενοφύλακες.
Τίποτε δεν θυμίζει το κομμουνιστικό παρελθόν. Τίποτε; Όχι ακριβώς. Ένα τεράστιο κτίριο, καταφανώς παλαιότερο από τα υπόλοιπα σύγχρονα, είναι αυτό όπου στεγάζονταν οι κρατικοί αλευρόμυλοι και οι φούρνοι που μοίραζαν ψωμί επί καθεστώτος του αιμοσταγούς Εμβέρ Χότζα.
Οι πολυκατοικίες πάρα πολλές, έχεις την εντύπωση ότι εδώ μένουν τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι. Όπως μου είπαν όμως ορισμένοι ντόπιοι, αλλά και όπως ο ίδιος διαπίστωσα, πολλά διαμερίσματα παραμένουν άδεια. Τα υπερσύγχρονα κτίρια μπορούν να στεγάσουν 60.000 ανθρώπους, όμως μένουν γύρω στους 27.000. Τα υπόλοιπα είναι ακατοίκητα εδώ και χρόνια.
Αντιφατικές εικόνες και μέσα στην πόλη. Γυναίκες με τσεμπέρια που παραπέμπουν σε Ήπειρο, νεόπλουτοι με θηριώδη τζιπ και Mercedes - πάρα πολλά τα οχήματα από το Κοσσυφοπέδιο, τμήμα της Μεγάλης Αλβανίας κατά τους εκεί εθνικιστές. Είδα τόσα Καγιέν που δεν τα βλέπεις ούτε στην Κηφισιά. Κωμικοτραγικό το γεγονός ότι αυτά τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα κινούνται, πολύ συχνά, σε δρόμο που ούτε άρμα μάχης δεν μπορεί να προσεγγίσει. Από τα πιο ευτράπελα: Οι σχολές οδήγησης χρησιμοποιούν για τους εκπαιδευόμενους κάτι τεράστιες (αλλά κάπως παλαιές) Mercedes από το πρώτο κιόλας μάθημα!
Μέσα στην πόλη τα πάντα παραπέμπουν σε Ελλάδα: Ελληνικές τράπεζες, ελληνικά προϊόντα σε σούπερ μάρκετ και περίπτερα, ελληνικές ψαλμωδίες.
Στην παραλία, οι λουόμενοι απολαμβάνουν στη διαπασών τη μουσική της Βανδή, ενώ υπάρχουν και οι πιο παραδοσιακοί. Σε ένα μικρό λούνα παρκ όπου υπήρχε ένα παμπάλαιο καρουσέλ, τα παιδάκια στροβιλίζονταν υπό τους ήχους παραδοσιακής μουσικής, με το κλαρίνο σε μεγάλα κέφια!

Βασίλης Μαλισιόβας

10/9/09

Μαμά, πεινάμε!


Στη φωλιά που έχουν χτίσει έξω από το σπίτι μου στο χωριό, τα "αμάλλιαγα" αυτά χελιδονάκια εκλιπαρούσαν για φαγητό ένα απόγευμα, που προφανώς η μητέρα τους είχε αργήσει πολύ στο ραντεβού τροφοδοσίας, οπότε βρήκα την ευκαιρία για να δράσω. Τα συνέλαβα με το στόμα ορθάνοιχτο λίγο πριν έρθει το γεύμα. Τα πουλάκια αυτά όχι μόνο μεγάλωσαν, αλλά είναι πλέον έτοιμα για το μεγάλο ταξίδι προς τις χώρες της Β. Αφρικής.
Εντελώς πληροφοριακά, να υπενθυμίσω-γνωστοποιήσω τα εξής:
  • Η εικόνα της πτερωτής τροφού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε λαϊκούς μύθους. Πασίγνωστη η ιστορία της κουκουβάγιας που συνάντησε την πέρδικα, η οποία δεν μπορούσε να πάει στο σχολείο για να μεταφέρει το φαγητό στο περδικόπουλο. Είπε λοιπόν στην κουκουβάγια να το μεταφέρει αυτή. Στην ερώτηση της κουκουβάγιας για το πώς θα γνωρίσει το παιδί της πέρδικας, η δεύτερη, με εύλογη φιλαρέσκεια, απάντησε: "Είναι το ομορφότερο παιδί σε όλο το σχολείο". Έπειτα από δύο ώρες, η κουκουβάγια επέστρεψε στην πέρδικα το φαγητό, λέγοντας με φυσικότητα: "Δεν είδα κανένα παιδί πιο όμορφο από το δικό μου"!
  • Οι κόρακες, παρά το κακό όνομά τους και τη σύνδεση με κακοτυχία ή/και θάνατο, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα πουλιά. Μάλιστα, όταν ένας κόρακας γεράσει (σημ. οι κόρακες ζουν πολλά χρόνια, πβ. το επίθετο κορακοζώητος) και δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει από μόνος του τροφή, οι νεότεροι φέρνουν γι' αυτόν φαγητό.
  • Στην Ήπειρο, είναι διαδεδομένη η παροιμία "Το έφερε σαν η κίσσα το βελάνι" (όπως η κίσσα το βελανίδι), προκειμένου περί πραγμάτων ασήμαντων μεν για ορισμένους, σημαντικών όμως για άλλους. Αυτή τη συγκινητική παροιμία μού την είπε μια γερόντισσα σε χωριό των Τζουμέρκων: "Εκειά τα χρόνια, άμα ηύρισκα κάνα απίδι στου χουράφι, όταν προυτουγένουνταν (πρωτοωρίμαζαν), το 'βανα στ'ν πουδιά μ' κι του πάναιγα (πήγαινα) στα πιδιά μ', σαν η κίσσα του βιλάνι, για να καλωσκαιρίσουν (να γευθούν για πρώτη φορά στη διάρκεια του χρόνου)".
  • Τέλος, αλλά σημαντικότερο, κορυφαίος είναι ο παραλληλισμός της σταυρικής θυσίας του Ιησού με τον πελεκάνο, που όταν δεν έχει τι να ταΐσει τα παιδιά του, τσιμπάει το σώμα του μέχρι να τρέξει αίμα, για να θρέψει τα παιδιά του, πβ. τον ύμνο της Μ. Παρασκευής "Ώσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευράν Σου, Λόγε"...

Βασίλης Μαλισιόβας

9/9/09

Στη ρόδινη καμπίνα


(Φτάσαμε στο λιμάνι. Το πλοίο άδειασε. Αυτή τη σκηνή δεν την προσέχει κανείς.)

Μιας νύχτας μόνο τ' αποφάγια
του έρωτα τα μυστικά
τα κουβαριάζει ο καμαρότος
μες σε σεντόνια παστρικά.

Το άρωμα των δυο σωμάτων
καθώς πηδά απ' το φινιστρίνι
βρίσκει την αύρα των κυμάτων
οίνο απ' τη θάλασσα να πίνει.

Καράβια θα' ρθουν και θα φύγουν
λιμάνια θα' βρουν και θα σμίγουν
κι εκείνη η νύχτα μες στη ρόδινη καμπίνα
σαμπάνια που' σπασε με γδούπο στην καρίνα.

4/9/09

Γηράσκω ... συνταξιοδοτούμενος (;)


7.30 με 8.00 π.μ. Ηλικιωμένοι στήνουν ουρά έξω από τις τράπεζες. Σύνταξη είναι; Ανάληψη θα κάνουν; Αμίλητοι είναι και όλοι μοιάζουν να είναι ίδια γενιά. Με τη σιωπή κάνουν τα σχόλιά τους, όπως το περιβόητο ΄΄εδώ πού καταντήσαμε΄΄. Θα ήθελαν να είναι νεότεροι και να επαναστατούν όπως οι νέοι του ΄68.
Τελικά μόνο ορισμένοι κρεμούν σαν ποδιά κουζίνας ένα πλακάτ απ' το λαιμό και με άρρωστη βραχνιασμένη φωνή μπαίνουν μια φορά το χρόνο σε μιαν αναιμική πορεία.
Στην ουρά της. Που περνά ξυστά μπροστά απ' τις τράπεζες, τους γιάπηδες των τραπεζών και γυναίκες-φυτά με γυαλιά, ταγέρ και κότσο.
Δεν φορούν γραβάτα, έχουν ένα πολυτσακισμένο παντελόνι υφασμάτινο, τα γυαλιά και το εισιτήριο λεωφορείου να φαίνονται στη βιτρίνα της τσέπης της καρδιάς, κι οι γυναίκες με χαλασμένη βαφή, σανδάλια, προτεταμένα νύχια και τρίχες στο πηγούνι.
Οι άνδρες αυτοί πολέμησαν κάποτε στα βουνά, κι οι γυναίκες μεγάλωσαν μες στη νύχτα ήρωες κι επιστήμονες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, από τη συλλογή (Η Υποτείνουσα..., 2002)

Η γήρανση του πληθυσμού
σε σχέση με τη συνταξιοδότηση
Τι ανηφόρες που έχει η ζωή.
Μετά κάτι σαν τέρμα ή στάση
και μετά κενό. Πολλοί θέλουν
να πετάξουν, αλλά μένουν βιδωμένοι στη γη.
Κάνουν διάφορα επαγγέλματα
με ομοιόμορφες κινήσεις. Κάνουν παιδιά
και σπίτια. Πολλοί λίγοι - ελάχιστοι -
παραμένουν παιδιά. Κρύβουν
τα παιχνίδια τους στην ντουλάπα.
Τα βράδια τα δείχνουν στον δαίμονα
που τους ακολουθεί. Γελά αυτός
με αγαθότητα, αποκαλύπτοντας μια σειρά
άσπρα δόντια. Καθώς περνούν τα χρόνια,
σπέρνουν μουσικές στο χωράφι τους
κρυφοκοιτώντας τη μαρκίζα του
ουρανού, όπου ο Θεός δημιουργούσε
κρεμαστούς κήπους, ανάλογα το κέφι του.
Χωρίς αιδώ κλείνουν οι πόρτες
των ασφαλιστικών ταμείων
-γιατί ο χρόνος δεν μετριέται με τίποτα- .
Ένα μαύρο σύννεφο σκεπάζει την πόλη.
Τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές πυκνώνουν.
Τα ρολόγια μετράνε λάθος.
Και το μυαλό μου είναι σκαλωμένο
σε σένα, σχηματίζοντας ορθή γωνία
με το παρελθόν.