΄΄Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΛΟΥΡΣΙΝ΄΄ - ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΄΄ΠΟΡΕΙΑ΄΄
(ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΝ 10.4.2010)
Η υπόθεση της οδού Λουρσίν. Ο Γάλλος αστός του 19ου αιώνα χαίρεται τη ζωή και απολαμβάνει τα υλικά αγαθά. Καπνίζει το πούρο του, ντύνεται με ωραία φορέματα, διασκεδάζει στα κοσμικά κέντρα. Το Παρίσι γίνεται σύμβολο της ευζωίας. Του το φυλάει όμως ο Λαμπίς. Και όπως χαρακτηριστικά έλεγε στο πρόγραμμα της παράστασης του 1996 ο συγχωρεμένος Τάσος Μπαντής, του βάζει μια τρικλοποδιά, να δει πώς θα αντιδράσει, πώς θα χωνέψει την απορία και την αμηχανία του. Εκεί που ο καλοζωισμένος αστός είχε την επίγνωση και τη σιγουριά της αθωότητάς του, πραγματικής ή πλασματικής, ξαφνικά του φορτώνεται μια ενοχή και μάλιστα η κορυφαία: ότι έχει αφαιρέσει το υπέρτατο των αγαθών, τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Μάλιστα δεν είναι μόνο που γαντζώνεται πάνω του το στίγμα, η ιδέα της ενοχής, αλλά του κολλούν σαν τσιμπούρια και διάφορα πειστήρια που ωραιότατα συνδέονται με την κολάσιμη πράξη. Από τον Παράδεισο στην Κόλαση. Πρέπει οπωσδήποτε να πλύνει τα βρώμικα χέρια του και αν μπορεί, να εξαφανίσει τα ίχνη, ή και τους διαδότες της ενοχής του. Ας επιστρατεύσει τελοσπάντων την οικονομική του ισχύ και ας τα παίξει όλα για όλα προκειμένου να σωθεί. Αλλά η ζωή επιτρέπει τέτοιες εσφαλμένες θεωρήσεις, τέτοιες παρεξηγήσεις.
12/4/10
Ένα ναυτικό διήγημα για τη Σίφνο (του Γιώργου Πεταλιανού)
(Το διήγημα που ακολουθεί μού το έστειλε ο ειδήμων γύρω από τα θέματα της ναυτοσύνης φίλος Αντώνης Λαζαρής, τιτλοφορείται ΄΄Ο Μπουλής΄΄ και είναι γραμμένο από τον Γιώργο Πεταλιανό, μας μεταφέρει, δε, στην προπολεμική Σίφνο, όπου έχει ρίζες ο... σύγχρονος ευρετής και ΄΄προωθητής΄΄ του. Πλάστε τις εικόνες με τη φαντασία σας. Και ειδικώς μιας νησιωτικής κοινωνίας, με τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και δεσμούς συνοχής. Ακούμε καθαρά την ντοπιολαλιά της εποχής.)
O Μπουλής
— Τo πα - πόόό – ριιι!!! To πα - πόόό - ριιι !!!
Ήταν ο Νικολός ο Μπουλής που με τις φωνάρες του ξεσήκωνε τις Καμάρες στο ποδάρι, όταν απ' τον Κάβο του Κοκχαλά εξεπρόβαλε η σιλουέττα της «Μοσχάνθης». Ηλιοκαμμένος, γεμάτος αλάτσια, με τα σουννιά γυρισμένα πάνω απ' τα γόνατα, κτυπούσε χάμω τις γκαζοντενεκέδες με τη θάλασσα, που την κουβαλούσε σαν Κωνσταντινοπολίτης νερουλάς για τα ζεστά του μπάνια, σαν έφτανε στ' αφτιά του η στρίγκλα σφυριά του Μπονοβόγια. Έπαιρνε τράτθο απ' τον καφφενέ του και ξεγουγιάζοντας ησάρτενε στην πεντζούλα του Μώλου κι ανεμίζοντας δεξιά κι αριστερά το ναυτικό του κούκχο στο χέρι, ξεφώνιζε σαν δαιμονισμένος.
—Καλώς ορίίίσετεεε !! Καλώς ήηηηρχετεεεε !!
Ο τηλεχαιρετισμός του απευθυνόντανε στον καθένα χωριστά και σ’ όλους μαζί τους Σιφνιούς, που ηρχούντανε απ' την ξενητειά. Δεν τον έγνοιαζε και πολύ ποιοι θάταν. Τον αρκούσε που ήξερε πώς κάποιοι παλαβοσιφνιοί πάλι που θ’ αγαπούν τη Σίφνο όσο κι αυτός, θάρχουνται και μ' αυτό το παπόρι να περάσουν λίγες μέρες ανάμεσα στις ωμορφιές της, κοντά στους δικούς τους.
Πριν νάρχη ακόμα γυαλό το παπόρι για να φουντάρη ο Μπουλής βρισκόντανε στο κατάστρωμα. Καλωσώριζε με το γλυκό του τρόπο, κι από κοντά, τους ταξειδιώτες κι ανάμεσα στις ευχές του και τα χωρατά του, ηκουούντανε πάλι η φωνάρα του.
O Μπουλής
— Τo πα - πόόό – ριιι!!! To πα - πόόό - ριιι !!!
Ήταν ο Νικολός ο Μπουλής που με τις φωνάρες του ξεσήκωνε τις Καμάρες στο ποδάρι, όταν απ' τον Κάβο του Κοκχαλά εξεπρόβαλε η σιλουέττα της «Μοσχάνθης». Ηλιοκαμμένος, γεμάτος αλάτσια, με τα σουννιά γυρισμένα πάνω απ' τα γόνατα, κτυπούσε χάμω τις γκαζοντενεκέδες με τη θάλασσα, που την κουβαλούσε σαν Κωνσταντινοπολίτης νερουλάς για τα ζεστά του μπάνια, σαν έφτανε στ' αφτιά του η στρίγκλα σφυριά του Μπονοβόγια. Έπαιρνε τράτθο απ' τον καφφενέ του και ξεγουγιάζοντας ησάρτενε στην πεντζούλα του Μώλου κι ανεμίζοντας δεξιά κι αριστερά το ναυτικό του κούκχο στο χέρι, ξεφώνιζε σαν δαιμονισμένος.
—Καλώς ορίίίσετεεε !! Καλώς ήηηηρχετεεεε !!
Ο τηλεχαιρετισμός του απευθυνόντανε στον καθένα χωριστά και σ’ όλους μαζί τους Σιφνιούς, που ηρχούντανε απ' την ξενητειά. Δεν τον έγνοιαζε και πολύ ποιοι θάταν. Τον αρκούσε που ήξερε πώς κάποιοι παλαβοσιφνιοί πάλι που θ’ αγαπούν τη Σίφνο όσο κι αυτός, θάρχουνται και μ' αυτό το παπόρι να περάσουν λίγες μέρες ανάμεσα στις ωμορφιές της, κοντά στους δικούς τους.
Πριν νάρχη ακόμα γυαλό το παπόρι για να φουντάρη ο Μπουλής βρισκόντανε στο κατάστρωμα. Καλωσώριζε με το γλυκό του τρόπο, κι από κοντά, τους ταξειδιώτες κι ανάμεσα στις ευχές του και τα χωρατά του, ηκουούντανε πάλι η φωνάρα του.
9/4/10
H kalimera, η φέτα και… το κονσομέ
H kalimera, η φέτα και… το κονσομέ
του ΗΛΙΑ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ
13 χρόνια πριν, στα 1997, ο ΕΟΤ μάς προειδοποιούσε ότι «το χαμόγελο κάνει καλό στην υγεία και στην οικονομία μας». Το χαμόγελο, λοιπόν, αποδίδει. Γι’ αυτό και οι περί τον τουρισμό υπεύθυνοι χρησιμοποίησαν το ρήμα ΄΄χαμογελώ΄΄ στην προστακτική.
5 χρόνια πριν, καλούσαμε τους τουρίστες να ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα ξεχνώντας προφανώς ότι οι μύθοι δεν έχουν δική τους ζωή, πάντοτε περιμένουν να τους ενσαρκώσουμε.
Από το 1947, καραβάκια υπόσχονται να ταξιδέψουν τους επισκέπτες στη χώρα μας διά χειρός Σπύρου Βασιλείου, το 1956 ο Απόλλωνας διαφημίζει την Ολυμπία και ο Παναγιώτης Τέτσης ζωγραφίζει την Ύδρα και, 4 χρόνια αργότερα, η Μελίνα Μερκούρη μαγνητίζει και ξεσηκώνει με τα ''Παιδιά του Πειραιά" του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ την ίδια εποχή η Κρήτη καταγράφεται ως διεθνής τουριστικός προορισμός χάρη στον Ζορμπά.
του ΗΛΙΑ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ
13 χρόνια πριν, στα 1997, ο ΕΟΤ μάς προειδοποιούσε ότι «το χαμόγελο κάνει καλό στην υγεία και στην οικονομία μας». Το χαμόγελο, λοιπόν, αποδίδει. Γι’ αυτό και οι περί τον τουρισμό υπεύθυνοι χρησιμοποίησαν το ρήμα ΄΄χαμογελώ΄΄ στην προστακτική.
5 χρόνια πριν, καλούσαμε τους τουρίστες να ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα ξεχνώντας προφανώς ότι οι μύθοι δεν έχουν δική τους ζωή, πάντοτε περιμένουν να τους ενσαρκώσουμε.
Από το 1947, καραβάκια υπόσχονται να ταξιδέψουν τους επισκέπτες στη χώρα μας διά χειρός Σπύρου Βασιλείου, το 1956 ο Απόλλωνας διαφημίζει την Ολυμπία και ο Παναγιώτης Τέτσης ζωγραφίζει την Ύδρα και, 4 χρόνια αργότερα, η Μελίνα Μερκούρη μαγνητίζει και ξεσηκώνει με τα ''Παιδιά του Πειραιά" του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ την ίδια εποχή η Κρήτη καταγράφεται ως διεθνής τουριστικός προορισμός χάρη στον Ζορμπά.
Κάποτε στη Ραφήνα
9.4.2010
(O Aντώνης Λαζαρής, κάτοικος Ραφήνας, ανέσυρε από κάποια βιβλιοθήκη ένα άκοπο και άοσμο πλέον βιβλίο που μιλά για τη Ραφήνα τού άλλοτε... και τις παραθαλάσσιες μυρωδιές της, που ένωναν στεριά και θάλασσα.)
Αναζητώντας την Αττική
Τάσου Ζάππα
Όλες οι ακρογιαλιές, από τη Βραώνα, την αρχαία Βραυρώνα, ως τη σημερινή Μάκρη —μ' ελάχιστα διάκενα— ήταν ένα πυκνό πευκοδάσος που το τραγάνιζες με τα μάτια και ρούφαγες το βάλσαμο που κατηφόριζε ως το γιαλό.
Μου περνάει απ' το μυαλό πως το άρωμα των αττικών πεύκων είναι ζωηρότερο απ' όλα τα πεύκα που γνώρισα ως τα σήμερα. Μοσχοβολιά μεθυστική. Όταν τα παλιότερα χρόνια κινούσαμε με τις ψαροπούλες, απ' την αντικρυνή Εύβοια να' ρθούμε στη Ραφίνα, αν φύσαγε αγέρας ερχόμαστε γρήγορα. Αν τύχαινε όμως να είναι μπουνάτσα ή νά' χει βγάλει το στεργιανό της η Αττική, έπρεπε να κάνουμε δεκαπέντε-είκοσι ώρες στο κουπί. Σε μία τέτοια ολονυχτία στο πέλαγο, έκανα την ανακάλυψη. Με το νυχτερινό αεράκι που έβγαζε η στεργιά, ερχόταν ως τα μισά του Ευβοϊκού έντονη η μυρουδιά του αττικού πεύκου. Ένα άρωμα ζωηρό που σε νάρκωνε. Πουθενά δε δοκίμασα τέτοια μοσχοβολιά. Μπορεί να είναι προνόμιο της Αττικής.
Λοιπόν αυτό το περίφημο στεργιανό αεράκι της Ραφίνας, είχε γίνει καθημερινός εφιάλτης για τις ψαροπούλες εκείνου του καιρού. Το αναθυμούνται με τρόμο όσοι δουλέψανε τα παλιότερα χρόνια στον νότιο Ευβοϊκό. Τις ημέρες που φυσούσε μπάτης, ήτανε βέβαιο, πώς αργά το βράδι, είχε δεν είχε, θα πέταγε το στεργιανό της η Αττική.
(O Aντώνης Λαζαρής, κάτοικος Ραφήνας, ανέσυρε από κάποια βιβλιοθήκη ένα άκοπο και άοσμο πλέον βιβλίο που μιλά για τη Ραφήνα τού άλλοτε... και τις παραθαλάσσιες μυρωδιές της, που ένωναν στεριά και θάλασσα.)
Αναζητώντας την Αττική
Τάσου Ζάππα
Όλες οι ακρογιαλιές, από τη Βραώνα, την αρχαία Βραυρώνα, ως τη σημερινή Μάκρη —μ' ελάχιστα διάκενα— ήταν ένα πυκνό πευκοδάσος που το τραγάνιζες με τα μάτια και ρούφαγες το βάλσαμο που κατηφόριζε ως το γιαλό.
Μου περνάει απ' το μυαλό πως το άρωμα των αττικών πεύκων είναι ζωηρότερο απ' όλα τα πεύκα που γνώρισα ως τα σήμερα. Μοσχοβολιά μεθυστική. Όταν τα παλιότερα χρόνια κινούσαμε με τις ψαροπούλες, απ' την αντικρυνή Εύβοια να' ρθούμε στη Ραφίνα, αν φύσαγε αγέρας ερχόμαστε γρήγορα. Αν τύχαινε όμως να είναι μπουνάτσα ή νά' χει βγάλει το στεργιανό της η Αττική, έπρεπε να κάνουμε δεκαπέντε-είκοσι ώρες στο κουπί. Σε μία τέτοια ολονυχτία στο πέλαγο, έκανα την ανακάλυψη. Με το νυχτερινό αεράκι που έβγαζε η στεργιά, ερχόταν ως τα μισά του Ευβοϊκού έντονη η μυρουδιά του αττικού πεύκου. Ένα άρωμα ζωηρό που σε νάρκωνε. Πουθενά δε δοκίμασα τέτοια μοσχοβολιά. Μπορεί να είναι προνόμιο της Αττικής.
Λοιπόν αυτό το περίφημο στεργιανό αεράκι της Ραφίνας, είχε γίνει καθημερινός εφιάλτης για τις ψαροπούλες εκείνου του καιρού. Το αναθυμούνται με τρόμο όσοι δουλέψανε τα παλιότερα χρόνια στον νότιο Ευβοϊκό. Τις ημέρες που φυσούσε μπάτης, ήτανε βέβαιο, πώς αργά το βράδι, είχε δεν είχε, θα πέταγε το στεργιανό της η Αττική.
7/4/10
ΛΙΓΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΄΄ΤΥΦΛΟ ΣΟΚΑΚΙ΄΄
7.4.2010
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΄΄ΤΥΦΛΟ ΣΟΚΑΚΙ΄΄ (ανάρτηση της 6.4.2010)
Το κείμενο Το Τυφλό σοκάκι που χθες αναρτήθηκε στο μπλογκ συντέθηκε όπως συντέθηκε, φρονώ, λόγω των εποχικών μηνυμάτων που εκπέμπει πάντοτε η πασχαλινή περίοδος. Και είναι κείμενο πολλών αναγνώσεων.
Από τη μια θέτει το ζήτημα της σχέσεως Λόγου και Εικόνας και της ζωγραφικής παράστασης του Θείου Λόγου, οπότε μας εξακοντίζει σε δυσθεώρητα ύψη - από την άλλη, ομιλεί για την προδοσία και τα πάθη των ανθρώπων, που νομίζουν τους εαυτούς τους καθαρούς και φροντίζουν να καρφώνουν τους άλλους προκειμένου, όπως θεωρούν, να συμβάλουν στην ηθικοποίηση της κοινωνίας, οπότε, σε μια αντίθεση φανερή σε σύγκριση με τα προηγούμενα, μας βουτάει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
Από τη μια τα ουράνια και το άρρητο, από την άλλη τα γήινα και το χθαμαλό. Από τη μια αυτή η μυστηριακή σχέση με το Θείο, από την άλλη αυτή η συνωμοτική σχέση με το Εγώ. Το κείμενο ολοκληρώνεται με μια παραπομπή στον Νίκο Εγγονόπουλο, που προβάλλει την ιδέα της ζωής ως αινίγματος ή/και ως γρίφου.
Μοιάζει αυτό το αινιγματικό στοιχείο να αναγνωρίζεται και στην α΄ περίπτωση (της θεοσέβειας και θεογνωσίας) αλλά και στην β΄ περίπτωση (της ανθρωποσέβειας και της αυτογνωσίας).
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΄΄ΤΥΦΛΟ ΣΟΚΑΚΙ΄΄ (ανάρτηση της 6.4.2010)
Το κείμενο Το Τυφλό σοκάκι που χθες αναρτήθηκε στο μπλογκ συντέθηκε όπως συντέθηκε, φρονώ, λόγω των εποχικών μηνυμάτων που εκπέμπει πάντοτε η πασχαλινή περίοδος. Και είναι κείμενο πολλών αναγνώσεων.
Από τη μια θέτει το ζήτημα της σχέσεως Λόγου και Εικόνας και της ζωγραφικής παράστασης του Θείου Λόγου, οπότε μας εξακοντίζει σε δυσθεώρητα ύψη - από την άλλη, ομιλεί για την προδοσία και τα πάθη των ανθρώπων, που νομίζουν τους εαυτούς τους καθαρούς και φροντίζουν να καρφώνουν τους άλλους προκειμένου, όπως θεωρούν, να συμβάλουν στην ηθικοποίηση της κοινωνίας, οπότε, σε μια αντίθεση φανερή σε σύγκριση με τα προηγούμενα, μας βουτάει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
Από τη μια τα ουράνια και το άρρητο, από την άλλη τα γήινα και το χθαμαλό. Από τη μια αυτή η μυστηριακή σχέση με το Θείο, από την άλλη αυτή η συνωμοτική σχέση με το Εγώ. Το κείμενο ολοκληρώνεται με μια παραπομπή στον Νίκο Εγγονόπουλο, που προβάλλει την ιδέα της ζωής ως αινίγματος ή/και ως γρίφου.
Μοιάζει αυτό το αινιγματικό στοιχείο να αναγνωρίζεται και στην α΄ περίπτωση (της θεοσέβειας και θεογνωσίας) αλλά και στην β΄ περίπτωση (της ανθρωποσέβειας και της αυτογνωσίας).
6/4/10
ΤΟ ΤΥΦΛΟ ΣΟΚΑΚΙ
Το τυφλό σοκάκι
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ
«Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,/ θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων, / ώστε, σαν Πύλη του Φωτός, να σε ζωγραφίσει με φως· / όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών·/ με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής και η φύση, με αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορήσει και θα σε ζωγραφίσει». Στο επίγραμμα που μόλις διαβάσαμε, σε μετάφραση Παναγιώτη Αγαπητού και Μάρτιν Χίντερμπεργκερ, ο Κωνσταντίνος Ρόδιος (γεν. περίπου στα 880), τελικός επιμελητής του χειρογράφου που συμβατικά ονομάζουμε Παλατινή Ανθολογία, μας ειδοποιεί για την αδυναμία να απεικονίσουμε την Παναγία, τον άρρητο και άυλο θείο κόσμο με υλικά χρώματα, να δώσουμε υλική υπόσταση στο άφατο.
Περίπου τέσσερις αιώνες αργότερα, ο Κ. Μανασσής (12ος αι.) παρατηρεί ένα ψηφιδωτό της πρώιμης βυζαντινής εποχής στα αυτοκρατορικά ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και γράφει στην «έκφρασι εικονισμάτων εν μαρμάρω κυκλοτερή»· «εγώ, όμως, είδα ο ίδιος το έργο των χεριών ενός ζωγράφου, τα μάτια μου καταγοητεύτηκαν από το θέαμα και, πραγματικά, θαύμασα τη δεξιοτεχνία αυτού του ζωγράφου. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι μόνο ένας εχθρός του ωραίου θα μπορούσε να καλύψει με σιωπή ένα τέτοιο καλλιτέχνημα… Γι’ αυτό κι εγώ του χαρίζω την ομιλία και του παρουσιάζω… στα μάτια όσων δεν το έχουν δει».
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ
«Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,/ θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων, / ώστε, σαν Πύλη του Φωτός, να σε ζωγραφίσει με φως· / όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών·/ με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής και η φύση, με αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορήσει και θα σε ζωγραφίσει». Στο επίγραμμα που μόλις διαβάσαμε, σε μετάφραση Παναγιώτη Αγαπητού και Μάρτιν Χίντερμπεργκερ, ο Κωνσταντίνος Ρόδιος (γεν. περίπου στα 880), τελικός επιμελητής του χειρογράφου που συμβατικά ονομάζουμε Παλατινή Ανθολογία, μας ειδοποιεί για την αδυναμία να απεικονίσουμε την Παναγία, τον άρρητο και άυλο θείο κόσμο με υλικά χρώματα, να δώσουμε υλική υπόσταση στο άφατο.
Περίπου τέσσερις αιώνες αργότερα, ο Κ. Μανασσής (12ος αι.) παρατηρεί ένα ψηφιδωτό της πρώιμης βυζαντινής εποχής στα αυτοκρατορικά ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και γράφει στην «έκφρασι εικονισμάτων εν μαρμάρω κυκλοτερή»· «εγώ, όμως, είδα ο ίδιος το έργο των χεριών ενός ζωγράφου, τα μάτια μου καταγοητεύτηκαν από το θέαμα και, πραγματικά, θαύμασα τη δεξιοτεχνία αυτού του ζωγράφου. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι μόνο ένας εχθρός του ωραίου θα μπορούσε να καλύψει με σιωπή ένα τέτοιο καλλιτέχνημα… Γι’ αυτό κι εγώ του χαρίζω την ομιλία και του παρουσιάζω… στα μάτια όσων δεν το έχουν δει».
Σταδιοδρομία
6.4.2010
(Ο Κώστας Καρυωτάκης ξανάγραψε την ξακουστή ΄΄Σταδιοδρομία΄΄ του μεταφέροντάς την στους σύγχρονους κοινωνικούς όρους ύπαρξης του ποιητή και της ποίησης. Συναντηθήκαμε τυχαία στον Μεγαλοπαρασκευιάτικο Επιτάφιο και μου έβαλε ένα αντίγραφο στην τσέπη.)
Σταδιοδρομία
Τις νύχτες, θα κάνω, τις σκέψεις
ιλουστρασιόν χάρτινες λέξεις.
"Θυμίζει Κάφκα, Κιτς και Τζόις"
θα λέει στα ψιλά η Άθενς Βόις.
Φίλιπ Ροθ και Σαραμάγκου
και παραδίπλα η αφεντιά μου.
Ό,τι ελεύθερος χρόνος μού μένει
στης Τέχνης θα τρώγεται τα τεμένη.
Σαν τα αλόγατα που ψάχνουν σανό
θα βόσκουμε όλοι στον ΄΄Ιανό΄΄.
Εκεί θα κάθονται -σαν άγνωστοι- όλοι
με πόζα, πίνοντας το βιτριόλι.
(Ο Κώστας Καρυωτάκης ξανάγραψε την ξακουστή ΄΄Σταδιοδρομία΄΄ του μεταφέροντάς την στους σύγχρονους κοινωνικούς όρους ύπαρξης του ποιητή και της ποίησης. Συναντηθήκαμε τυχαία στον Μεγαλοπαρασκευιάτικο Επιτάφιο και μου έβαλε ένα αντίγραφο στην τσέπη.)
Σταδιοδρομία
Τις νύχτες, θα κάνω, τις σκέψεις
ιλουστρασιόν χάρτινες λέξεις.
"Θυμίζει Κάφκα, Κιτς και Τζόις"
θα λέει στα ψιλά η Άθενς Βόις.
Φίλιπ Ροθ και Σαραμάγκου
και παραδίπλα η αφεντιά μου.
Ό,τι ελεύθερος χρόνος μού μένει
στης Τέχνης θα τρώγεται τα τεμένη.
Σαν τα αλόγατα που ψάχνουν σανό
θα βόσκουμε όλοι στον ΄΄Ιανό΄΄.
Εκεί θα κάθονται -σαν άγνωστοι- όλοι
με πόζα, πίνοντας το βιτριόλι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

