8/2/11

Παρασυνδέσεις

Σαββάτο βράδυ ώρα οκτώ να πλησιάζει και τριάντα περίπου φιλοσοφικάριοι με μαύρα γυαλιά, πλερέζες και κράνη εφορμούν στην οδό Φρυνίχου και κατεβάζουν την τζαμαρία της προσόψεως ενός θεάτρου διαμαρτυρόμενοι για την άδικη διανομή μιας οικιακής πίτας από την οποία εκείνοι καταπώς λεν αποκλείστηκαν. Πίσω από τον συντετριμμένο υαλοπίνακα η πίτα σε στάσεις προκλητικές, προβαλλόμενη από ψηλά αλλά και από το πλάι, με τον φακό σε μια περίπτωση να έχει κολλήσει το γυαλί του πάνω στο ζαχαρένιο τοίχωμά της. Και δεν έφτανε αυτό, εισήλθαν από τον διάδρομο της εισόδου και αφού έκαναν τζάμι και φτερό το σοβαρό κυλικείο, έφτασαν ως την πλατεία και ωρυόμενοι κράυγαζαν "Φέρτε μας την πίτα καθάρματα, πού την έχετε κρυμμένη;". Η ξαφνική εφόρμησή τους ανάγκασε την μαγείρισσα του θεάτρου να καταφύγει στον εξώστη, ενώ τη μικρή της θυγατέρα στα κεραμίδια.
Την ίδια περίπου ώρα τριάντα ανύποπτοι ποδοσφαιρόφιλοι, παλαιοί οπαδοί του Θρύλου, σέρνονταν πάνω στον οδοντωτό πεζόδρομο του Αγίου Διονυσίου με κατεύθυνση το Μουσείο της Ακρόπολης. Οι δύο μπροστάρηδες της πομπής κουβαλούσαν ένα τεράστιο ταξιδιωτικό λεύκωμα κατάφορτο από παλαιές αλησμόνητες γηπεδικές εμπειρίες, εντός και εκτός Αττικής, εντός και εκτός επικρατείας, εντός και εκτός έδρας. "Ταξιδεύοντας με τον Θρύλο" επιγραφόταν η βίβλος, που ήταν από κείνες που έτσι κι έπεφταν πάνω σε ένα μάρμαρο ή σε μια πλάκα γραφείου, δεν ηδύνατο ουδείς να την αναστήσει. "Θρύλε στα χρόνια τα χαμένα, πάντα επιστρέφω κι έχω σένα", σιγοτραγουδούσαν νοσταλγικά, και το φως της Ακρόπολης αχνοφώτιζε λευκά μαλλάκια, γενάκια, δοντάκια. Ο ένας από τους τριάντα είχε ντυθεί αίμα κόκκινο, ο άλλος κόκκινος τερματοφύλακας, ο τρίτος κοκκινόδερμος. Στο Μουσείο οι επί της υποδοχής τούς οδήγησαν σεβαστικά στον ανελκυστήρα και τους συνόδευσαν ως τον δεύτερο όροφο. Σε λίγο τα πιάτα είχαν ντυθεί κοκκινογούλι και κοκκινόψαρο, ενώ το μεγάλο ταξιδιωτικό λεύκωμα εν είδει κηροπηγίου είχε σταθεί στο μέσο της τραπέζης και από κει έριχνε λοξές ματιές, ή και μπαλιές σε όσους προπονούσαν τις αναμνήσεις τους.
Κι ενώ οι τολμητίες του θεάτρου έφαγαν γρήγορα (σε περίπου 5΄) την ορμή τους, οι ποδοσφαιρόφιλοι ξεκοκκάλισαν ως το μεδούλι την ψαρομερίδα τους κάνοντας κατενάτσιο, δηλαδή τρώγοντας τις λέξεις τους με αργό βασανιστικό ρυθμό, σε σημείο που η γαλανομάτα γκαρσόνα που τους σέρβιρε τούς έπαιρνε τα πιάτα με βιαστικό εκνευρισμό κοιτάζοντας το μεγάλο στρογγυλό ρολόι της.
Κι όταν άδειασε πλέον ο χώρος του εστιατορίου, όλη η παρέα των συγκρατημένων φιλάθλων μπήκε στο σοκάκι του θεάτρου, όπου στα έκπληκτα μάτια όλων ζωγραφίστηκε η γυάλινη καταστροφή. "Θεέ μου", είπε ο ένας, "τι στο διάολο έγινε εδώ;". "Δεν καταλαβαίνεις;" του είπε με νόημα ο άλλος. "Τουρίστες από τη Σαλονίκη έπαιζαν μπάλα με τα παιδιά τους, αλλά, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι από αυτούς, ρίχνανε το τόπι στα περιστέρια...". "Ναι, ναι, έχεις δίκιο", είπε ένας από τους ουραγούς, και προτού προλάβει να αποσώσει τη φράση του άθελά του πάτησε ένα σφαγμένο πτηνό που έκειτο νεκρό σαν ματωμένη πετσέτα στο οδόστρωμα. "ΠαλιοΒούλγαροι", μούγκρισε ο προεξάρχων, "θα σας κόψουμε τον λαιμό με τενεκέδες", είπε και μάζεψε από κάτω ένα γυάλινο ορθογώνιο. Το κοίταξε υψώνοντάς το στο φως του φανοστάτη, φως με αίμα, είπε, και το έχωσε εν είδει σελιδοδείκτη μέσα στο λεύκωμα. Ξαφνικά ένα κόκκινο χύθηκε πάνω στο ασπρόμαυρο και το λαβωμένο γόνατο του πεσμένου τραυματία ύστερα από βίαιο τάκλιν έγινε πλέον πειστικό.

25/1/11

Οι επαγγελματικές ομάδες

Η αλληλεξάρτηση των κοινωνικών υποκειμένων και η ομολογία της αδυναμίας καθενός εκάστου αντί μιας αλαζονείας τύπου αυτάρκειας καθιστά το ζωικό φαινόμενο εξόχως δυναμικό και απρόβλεπτων εξελίξεων. Πώς μπορείς να αποστρέφεις το βλέμμα από τον πλησίον σου όταν ειλικρινώς δεν μπορείς να συλλάβεις σε ποια μεταγενέστερη στιγμή βίου θα βρεθείς απέναντί του, και μάλιστα αυτήν τη φορά όχι από θέση ισχύος, αλλά με το συγκρατημένο βλέμμα του αιτούντος; Έχει συμβεί πολλάκις προσωπικότητες που ανέτειλαν σε κάποια εποχή να ταπεινώνονται μπροστά στην περιφρόνηση ή την απόρριψη άλλων υποκειμένων, που στο παρελθόν οι πρώτες "κακομεταχειρίστηκαν" ή δεν ''περιποιήθηκαν'' με βάση τις αρχές της επιείκειας, της ανθρώπινης καλοσύνης, της ελεημοσύνης. Στη ζωή όλοι έχουν κάποιον ρόλο και σε αυτό το πελώριο θέατρο της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας ποτέ δεν γνωρίζεις πόσο ισχυρός μπορεί να αποβεί ακόμη και ένας κομπάρσος του κόσμου.
Περίπου αυτά μπορούν να ισχύουν και για το ελληνικό θέατρο, τη συφοριασμένη χώρα μας, που απαρφανίζεται συνεχώς από τους γηραιούς πρέσβεις της, αυτούς που την σήκωσαν στους αιθέρες της οικουμένης, και μεταβιβάζεται σε μειράκια άψητα και άβουλα. Η Ελλάδα λίγο απέχει από το να μοιάζει με ένα κωμικό βασίλειο ζώων όπου στο μεγάλο δάσος όπου συναντιόμαστε κάθε είδος κάνει τη δική του επέμβαση εν χώρω και χρόνω, παραγνωρίζοντας το πρόγραμμα των υπολοίπων. Θέλει ο γάιδαρος να βρει αφοδευτήριο και του είναι δύσκολο; Ε, αφήνει τις μεγαλοπρεπέστατες κουράδες του πάνω στο μονοπάτι. Θέλει ένας λύκος να βρει τρυφερή και αθώα τροφή εδώ και τώρα; Ε, με ένα γιουρούσι αιχμαλωτίζει ορισμένα πρόβατα. Έχουν τα πουλιά πρόβλημα με τους αδίστακτους κυνηγούς; Ε, κάνουν απεργία ψαλτικής και συσπειρώνονται αθόρυβα μέσα στις φωλιές των φυλλωμάτων. Το κάθε ζώο προχωρεί τυφλά, με την επιταγή του δικού του βιολογικού συστήματος, όπως ο άρρωστος που ορμά στο κρεβάτι του με βιάση χωρίς να δίδει λογαριασμό σε τίποτε από όσα συνταρακτικά συμβαίνουν γύρω του, από την καταπιεστική διαταγή της νόσου του. Μήπως όμως νομίζει κάθε ζώο ότι είναι ή ότι πρέπει να είναι στο επίκεντρο του κόσμου; Μήπως έχει υπερεκτιμήσει την προσωπικότητά του; Ή εκμεταλλεύεται την ανυπαρξία αντικαταστάτη σε ορισμένες περιστάσεις; Λογικά η ζωή προχωράει χωρίς να υπολογίζει τα δικά μας συμβιωτικά σύνδρομα, και χρήζει αντικαταστάτες και βρίσκει εναλλακτικές επιλογές και ρυθμίζει τα πάντα ή αυτορρυθμίζεται. Μπορεί, δηλαδή, να βρίσκω ένα φαρμακείο κλειστό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να δανειστώ ένα φάρμακο από ένα άλλο ζώο, ή δεν μπορώ να μεταβώ σε ένα νοσοκομείο, όπου υπάρχει αποθήκη φαρμάκων. Οι επαγγελματικές ομάδες στο δικό μας βασίλειο βγαίνουν ξαφνικά από τις φωλιές τους και προκαλούν προβλήματα. Δεν αντέχουν τη συνθήκη στο δάσος, έχουν αξιολογήσει το χρόνο της ζωής τους κάπως διαφορετικά και οι απολαβές τους τούς φαίνονται ανεπαρκείς. Κραυγές, υλοτομήσεις και καταστροφές, πυρπολήσεις των σπαρτών, επιθέσεις σε άλλα είδη, ξαφνικά η ισορροπία της συνύπαρξής μας απειλείται. Μα αν κάθε είδος εναντιωνόταν προς κάθε άλλο είδος, τότε δεν θα έμενε τίποτε όρθιο. Και τότε, ποίο το όφελος για τις επαγγελματικές ομάδες, ποίο το όφελος για το ζωικό βασίλειο; Μπορεί βέβαια οι λέοντες να ξενυχτούν τρώγοντας αιματοβαμμένες σάρκες την ίδια στιγμή που οι σκίουροι απολαμβάνουν έναν ήσυχο ύπνο, δηλαδή μπορεί μεν η διαφορά ισχύος να τοποθετεί τα είδη ή τις επαγγελματικές ομάδες σε διαφορετικές βαθμίδες της ίδιας ταξικής κλίμακας, το θέμα όμως, φίλοι μου/σκύλοι μου, είναι ότι χωρίς τα βουβάλια δεν έχεις τι να φας όταν σε πιάνει αυτή η άγρια λύσσα της πείνας κατά το σούρουπο.

Τουτέστιν, μπατίρηδες και εξαθλιωμένοι, μη άξιοι ούτε για ένα βλέμμα οι άστεγοι των πλατειών ή οι "καρβουνιάρηδες" της Ασίας, αλλά μη θεωρήσεις παράδοξο οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι να γίνουν το πρόβλημα ή η σωτηρία σου, με τους ίδιους αυτούς ανθρώπους να πρέπει να "συνεννοηθείς" εκεί που δεν διανοείσο ότι θα τους μιλούσες ποτέ.

Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι μπορεί να σου γαμήσουν τη μάνα σου άμα ενωθούν την ώρα που θα εξέρχεται από τη Λυρική Σκηνή παρφουμαρισμένη - ή να σου κάψουν τη Νομική, φλωρόπουλο δικηγοράκι της Φιλοθέης. Εδώ είμαστε ζώα, μην το ξεχνάς, κι άμα μας "πιάσει"...

Π. Χριστοφιλίδης

7/1/11

Βόλτα στην πόλη

7.1.2011

(Και τελικά, όπως γνωρίζετε, κατάντησε... εμπειρία το να κυκλοφορείς στην πόλη... Ήθελα κάτι να γράψω για αυτό με όχημα πάντοτε... την αυθεντική προσωπική εμπειρία. Αφιερωμένο στον φίλο Γιώργο Τράπαλη, στον φίλο-κουμπάρο-συμφοιτητή-συνάδελφο [ΦΚΣΣ] Χρήστο Αποστολόπουλο, στην Ιωάννα Σπηλιοπούλου και στον Γιάννη Ρισβά, γενικώς στους 45 Γιάννηδες και Αγιάννηδες της πλατείας Αγάμων [!]. 7.1.2011)

Να 'ναι νύχτα βροχερή
ημιφωτισμένοι οι δρόμοι
άνθρωποι μαυριδεροί,
που δεν πλάγιασαν ακόμη.

Να 'ναι μια δουλειά ο σκοπός
που σε φέρνει σε άλλα μέρη
να βαδίζεις σκυθρωπός,
να φοβάσαι το μαχαίρι.

Δεξιά κι αριστερά
σκερές μορφές ζυγώνουν
κι εσύ με κοντά φτερά
να μην ξέρεις τι σκαρώνουν.

Να 'ναι ο φόβος μια ιδέα
που όλα τα παραμορφώνει
άθλια, σκαιά, χυδαία
μ' ένα βλέμμα τα γραπώνει.

Βλοσυροί οι φανοστάτες
με σπασμένα ματογυάλια
επιβλέπουν τους διαβάτες,
τα σκληρόπετσα κεφάλια.

Σ' ένα ζαχαροπλαστείο
ομιλούν ελληνικά
και θα μοιάζει με αστείο
να πωλούν ξένα γλυκά.

Μ' ένα μάνταλο οι θύρες
σκιστό φως πίσω απ' τις γρίλιες
γειτονιές βωβές σαν χήρες -
στις γωνιές κρατούνε τσίλιες.

Ταχυκίνητες παρέες
πηγαδάκια εδώ κι εκεί
γλώσσες ξένες, 'βυσσαλέες,
τσίρκο απ' την Αφρική.

Στην οδό Κεφαλληνίας
Αφγανός καταληψίας
στο μπαλκόνι του φουμάρει
και στην κίνηση ζουμάρει.

Στην πλατεία Βικτωρίας
είναι δείγμα πια μωρίας
να βολτάρεις ψηλομύτης
κει που ουρεί ένας αλήτης.

Στην οδό Αγορακρίτου
φτάνει η άκρη κάποιου μίτου
ο καθένας στο σκοπό του
κι ας φυλάξει... τον ποπό του.

Σκύβεις στην οδό Φυλής
το κεφάλι, δεν μιλείς
σπίτια μ' αναμμένες λάμπες
με ιέρειες όλο στάμπες.

Είμαστε μια αποικία
ξένο μόσχευμα του τόπου
κάπου υπάρχει μια αδικία
που 'ναι εις βάρος του Ανθρώπου.

Πέσαμε στα χαμηλά
αγαθά πεζοδρομίου
μια ομήγυρη πουλά
σε πανί νεκροτομείου.

Λεωφόρος της Ινδίας,
αχαμνών η Αχαρνών
γεύση ούρων κι αηδίας
σε κοπάδια αλλογενών.

Ξενικές επιγραφές
μπλε ιδεογράμματα
ρούχα με φτηνοραφές,
Βούδες κάνουν θάματα.

Υπερφυσικός ελέφας
ο Παντελεήμονας
"συνταγές Ιράν της Βέφας"
διαλαλεί ο... ειδήμονας. 

Πατησίων - το "Αθήναιον"
μια σκηνή βομβαρδισμένη
κάγκελο με ψόφιο μίνιον
κι η μαρκίζα χαλασμένη
μας γελούν οι κωμικοί
κοινωνία-επιθεώρηση
δυο ζητιάνες παρακεί
ικετεύουν για συγχώρεση
πάνω στέκεται ο... Λεζές
κι ο καλός Καρακατσάνης
κάτω περσικός μεζές
με ουζάκι Τσαριτσάνης (!)
μια αφίσα ξεπλυμένη
μια πουτάνα ξεσκισμένη,
απ' την πύλη του θεάτρου
ξεγλιστρά ένα χαμίνι
ψάχνει για το φερμουάρ του
και τα "μαγαζιά" του κλείνει.

Ήρθε η ώρα πια κι εμείς
για να βάλουμε λουκέτο
στην "πλατεία... Αμερικής"
να ξηλώσουμε ένα πέτο -
δεν μας σήκωσε το κλίμα
έπεσε... σκότος πολύ
μας εχτύπησε ένα βλήμα
μας εχύθηκε η χολή. -

Πέτρος Χριστοφιλίδης

23/12/10

Στο κελί 201

23.12.2010

(Ας πω, την δωδεκάτην..., και δυο λόγια για πέντε κορίτσια του κελιού 201.)

Στο κελί 201

Στο "κελί" διακόσια ένα
μπήκε ως πνεύμα ένας μάγος
που τα δώρα του ένα ένα
σέρνει έρποντας ο σπάγγος.

Στα άδεια έδρανα αντικρίζει
γυναικείας κόμης ίνες
μια Θεοτόκο να δακρύζει
δυο σωσίβια-ασπιρίνες.

Τα χαρτιά απλωμένα γύρω
εχθρικά παραμονεύουν
ποτισμένα με ίδρο-μύρο
χλιαρά αργοσαλεύουν
καθώς μπαίνει το αγέρι
και τα σπρώχνει ένα χέρι
κάτω απ' του παιδιού το κάδρο
μπρος στων μολυβιών το βάζο.

Παραθύρι ανοιχτό
τα κορίτσια διαφεύγουν
με χαμόγελο σμιχτό
στας οδούς των ταξιδεύουν
πίσω σα σκιά έχει μείνει
μια οπτασία σα χαμίνι
κόκκοι σκόνης αιωρούνται
κιονόκρονα δονούνται
τροχοφόρα που καλπάζουν
οι σειρήνες να ουρλιάζουν
στο γραφείο σιγή· πενθεί
με φορτία επαχθή
έξω βάρβαρη εποχή
μέσα κάποια ανακωχή
ήρωες τραυματισμένοι
στας οικίας των σπρωγμένοι
να "δεθούν" στο φορτιστή τους
να ''λυθούν'' στο φροντιστή τους.

Τότε ο μάγος ζωηρώς
- μην τον δουν οι καθαρίστριες
τον αδράξουν παγερώς
και τον ρίξουν... στις ερπύστριες -
κάθε δώρο επιθέτει
στο άρμα κάθε αμαζόνας
"και ζωή πολλά εις έτη"
συλλαβίζει κατά μόνας.

Στο κορίτσι απ' τα Μελίσσια
"νά' χει ηδύτατον τον βίον"
και σ' εκείνο απ' τα Βριλήσσια
"να εκβάλλει όλο το "πύον"
βρύση οι καλές εμπνεύσεις
η ταχύτης επί πλήκτρων
αύρα οι επιδαψιλεύσεις
η σπιρτάδα εκ των... σπίρτων".
Στο κορίτσι της Τραπέζης
"συ στα δάχτυλα να παίζεις
άπασας νομολογίας
με την χάριν της Αγίας".
Στην τεχνίτρα των σελίδων
ροδομάγουλη Σαπφώ
"με πνοήν ρόδων σκελίδων
ν' αποκρίνεσαι σαφώς".
Και σ' εκείνη που προϊσταται
"πάντα νοερώς ν' αφίσταται
σε γαλήνιες πολιτείες
για ηδονές και αλητείες
μακριά απ' τα θηρία
τα μαντρόσκυλα τα κρύα
την εκ φύσεως μοχθηρία
με μια λέξη: Ελευθερία!".

Στο κελί διακόσια ένα
κάποιος πρόσθεσε και σένα
κι έτσι κάπως μαγικά
σχηματίστηκε εμπρός
μυστικά, μελωδικά
ο καινούριος αριθμός.

Δυο χιλιάδες έντεκα
να'ν' μικρό το παίδεμα
κι ως την επόμενη... αυγή
τα πνεύματά μας διαυγή
σώα στα καβούκια τους
αβλαβή στα λούκια τους
να σκορπούν στα βάθη, πέρα
άνθη· να ποθούν "μια νέα μέρα"·
δίπλα αν είναι η πρεσβεία
μη φοβού... πρεσβυωπία
τα ονείρατα της νιότης
δεν τα "δένει" η... αρχαιότης
ίπτανται στα βάθη, πέρα
με λαμπρότατον αστέρα.

Καλή χρονιά!

(Π.Χ.)

16/12/10

Η χειμερινή σύναξη των κουλτουριαραίων

Το περιμέναμε καιρό, είναι η αλήθεια. Ακούγαμε και διαβάζαμε γι’αυτό... για το υπό δημιουργία πολιτιστικό κέντρο του Ιδρύματος Ωνάση. Κάτι οι υποτροφίες, κάτι, παλαιότερα, τα βραβεία, κάτι το γνωστό καρδιοχειρουργικό κέντρο, πολλοί λόγοι ωθούσαν να περιμένουμε κάτι λίαν ενδιαφέρον. Και η ώρα ήλθε. Και πότε ήλθε… Σε μια συγκυρία απόλυτης απαισιοδοξίας, με μαύρα σύννεφα να πλανώνται πάνω από τη δημόσια σφαίρα της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και στα κατ’ιδίαν πολλών από εμάς, η είδηση για την έναρξη λειτουργίας της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών ακούστηκε σαν ψέμα, σαν ένα ευχάριστο σάστισμα – ή, μάλλον, σαν ένας καθυστερημένος απόηχος που ερχόταν κατευθείαν από τους καιρούς των παχιών αγελάδων, της χρηματιστηριακής φενάκης, της ολυμπιακής αισιοδοξίας, της «ισχυρής Ελλάδας» των πολλών λαμπερών εγκαινίων. Όσο κι αν το πολιτιστικό φαινόμενο, με τον τρόπο του, δείχνει μάλλον να επιβιώνει, έστω και οριακά, στον καιρό της κρίσης (ίσως και ως αυθόρμητη αντίδραση σε αυτήν), το στοίχημα από το νέο άνοιγμα είναι ωραίο και μεγάλο: αντέχει η Αθήνα της αποσύνθεσης έναν νέο πολυχώρο πολιτισμού στα σπλάχνα της; Αρχικά "περιδιάβασα" το πρόγραμμα, στη σύντομη και στην εκτενή εκδοχή του – έχει έναν αέρα φρεσκάδας, μπόλικες δόσεις αγνώστου και συνάμα συναρπαστικού για τον μη ειδήμονα: θα’λεγα ότι θυμίζει πολύ το κατά Λούκον Ελληνικό Φεστιβάλ των τελευταίων ετών. Η οδός Πειραιώς σα να βρήκε χειμερινό στέκι στη λεωφόρο Συγγρού. Ξένοι θίασοι, νεανικά ελληνικά σχήματα, πολύς χορός, απρόβλεπτες μουσικές επιλογές. Και ένας ολόκληρος κύκλος αφιερωμένος στον λόγο. Οι συγκρίσεις με το Μέγαρο Μουσικής, αναπόφευκτες, ξεκαθαρίζουν το τοπίο: οι σπουδαίες ορχήστρες και οι όπερες, τα λαμπερά ονόματα, οι φανταχτερές εκδηλώσεις που γεννούν ουρές στα ταμεία παραμένουν, για την ώρα τουλάχιστον, στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας – το πρόγραμμα εδώ είναι πιο εναλλακτικό, ανοιχτό και σε είδη που εκ των πραγμάτων στο ναό της κλασικής μουσικής είναι περιθωριοποιημένα.
Το κτίριο το έβλεπα από καιρό λόγω και επαγγελματικής γειτνίασης: τελειωμένο πια, είναι μάλλον αδιάφορο την ημέρα, αλλά πραγματικά μαγικό με νυχτερινό φωτισμό – μοιάζει σαν ένα κέλυφος να επικρέμαται στο κενό πάνω από τον σκελετό. Κυριακή αργά το απόγευμα με την πολυπόθητη πρόσκληση ανά χείρας και με κρύο τσουχτερό στο δρόμο ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσκεψης – ήταν ωραία η ιδέα της «υποδοχής» του κοινού με μικρά αντιπροσωπευτικά δείγματα από το πρόγραμμα που θα ακολουθήσει. Πρώτες εντυπώσεις: ο χώρος θέλει ακόμα δουλειά για να είναι πλήρως έτοιμος – στην πρώτη τουλάχιστον εικόνα φάνηκε ότι αξιοποιεί περισσότερο το ύψος παρά το πλάτος (πέντε όροφοι και ένα υπόγειο επίπεδο για τις εκδηλώσεις, φουαγιέ σχετικά μικρά). Οι χώροι γενικά όμορφοι, με μοντέρνο σχεδιασμό και αισθητική. Και η Μικρή Σκηνή στην οποία πήγα ευπρόσωπη και λειτουργική. Το απόσπασμα από την (υπό προετοιμασία) παράσταση «Πόλη-κράτος» της άγνωστής μου ως τώρα θεατρικής ομάδας Κανιγκούντα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη – κάτι σα δραματοποιημένη απεικόνιση της σύγχρονης ιστορίας της Αθήνας μου φάνηκε, μέσα από λόγια και στιγμές προσώπων που πρωταγωνίστησαν σε αυτήν – κορυφαία στιγμή η μίμηση του διδύμου Μαρινέλα-Χατζής που έκανε θραύση τη δεκαετία του 1970. Στο υπόγειο μια φωτογραφική έκθεση ήταν αφιερωμένη στα τραχιά και ως επί το πλείστον ανέκφραστα στην πολυγλωσσία τους πρόσωπα των αφανών εργατών-δημιουργών του κτιρίου – σπουδαία ιδέα, σε ανοιχτό (και ομολογημένο) διάλογο με τον Μπρεχτ και τις «Απορίες ενός εργάτη που διαβάζει» – και στο τέλος της βραδιάς, στο υπόγειο πάντα, οι Eva & the Apples σε ένα όμορφο μουσικό ταξίδι ανά τον κόσμο με γνωστές και αγαπημένες μελωδίες. Το κοινό της βραδιάς περιλάμβανε λίγο από όλες τις ηλικίες – με τον τόνο ωστόσο να τον δίνει ο νεαρόκοσμος γύρω στα 22-30, του είδους που περιμένεις να δεις να γεμίζει τις Νύχτες Πρεμιέρας κάθε Σεπτέμβρη ή να στηρίζει τις μικρές θεατρικές και μουσικές σκηνές. Ορισμένοι γνωρίζονταν μεταξύ τους ή και με τους καλλιτέχνες της βραδιάς – στο μικρό μπαράκι του ισογείου η ατμόσφαιρα κατά τις 20.30 έμοιαζε περισσότερο με ένα άτυπο παρτάκι μεταξύ φίλων παρά με μια συνάθροιση αγνώστων από όλη την Αθήνα. Γενικά, ένας αέρας φρεσκάδας και ποιότητας συνάμα, που δικαίωνε την αίσθηση που αποκόμιζε κανείς ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα. Το μεγάλο στοίχημα, βέβαια, μόλις τώρα αρχίζει… θα αντέξει η Στέγη στη σχέση της με το κοινό; Η γεωγραφική θέση της στην Αθήνα είναι μέρος ουσιαστικό του στοιχήματος – θα γίνει η no man’s land της Συγγρού (καταμεσίς του μοναδικού αθηναϊκού highway και κοντά σε εμβληματικά κτίσματα εντελώς διαφορετικών χρήσεων) στέκι όπως έγινε η αντίστοιχη της προκεχωρημένης οδού Πειραιώς στην καλοκαιρινή Αθήνα; Οι προσεχείς μήνες θα δείξουν. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι σε μια τόσο ζοφερή συγκυρία ένας ιδιωτικός φορέας προχωρά σε μια δυναμική κίνηση στον ταλαίπωρο χώρο του πολιτισμού αποτελεί μια ακτίνα ελπίδας, μια πολύτιμη ένεση ηθικού για όλους μας – είτε κινούμαστε σε αυτόν το χώρο, είτε όχι.

Χ.Α.

8/12/10

Επιστρέφοντας

8.12.2010

Με τα χρόνια μαζεύτηκαν μέσα μας πολλά, αναμνήσεις και θολές φωτογραφίες. Είπες να κινήσεις γι' αλλού, να ταξιδέψεις σε άλλα πελάγη, αλλά αυτές όλες οι δυνάμεις έχουν στεριώσει μέσα σου. Βράχος ολόκληρος. Πώς να τον ξεριζώσεις; Κι έτσι όλοι κάπως επιστρέφουμε στα παλιά γνώριμα μονοπάτια, αυτά που ποτίστηκαν με την αλμύρα των γιαλών και το δάκρυ και τον ίδρο.
Επιστρέφουμε σαν απολωλότα πρόβατα. Στο πατρικό σπίτι. Στα όνειρά μας με τους απολεσθέντες γονείς, αδελφούς και φίλους. Στα στενοσόκακα της εφηβείας μας. Στα παλιά τετράδια με τα γράμματα και τους αριθμούς καρφιτσωμένους ως παλαιά ήθη. Στις ωραίες μας συνήθειες. Στη μουσική που ακούγαμε μεγαλώνοντας.
Οι δεσμοί με το παρελθόν και τους συντρόφους μας είναι ακατάλυτοι. Μια συγκίνηση, μια περιέργεια, ένα καταπιεσμένο πάντοτε ενδιαφέρον σε τρώγει, τι γίνονται οι άλλοι σε αυτόν τον ζωικό λαβύρινθο, πώς πορεύονται, πώς δέχονται τα μηνύματα των καιρών; Η συνοδοιπορία μας ήταν ανέκαθεν το κρυφό μας όπλο, η μυστική μας δύναμη. Οι ξένες αγκαλιές είναι τόσο κρύες, οι υποψήφιοι έρωτες, οι αδοκίμαστες φιλίες. Σφάζοντας μέσα μας την καθαρότητα του βλέμματος, επιχειρώντας να στρεβλώσουμε ό,τι εκ φύσεως γεννήθηκε με την προοπτική του μέλλοντος και της συνέχειας, διαπράττουμε ένα έγκλημα εις βάρος της ψυχής μας. Σαν να προδίδουμε το κύριο μέρος των αξιών μας. Θα μπορούσε κανείς εύκολα και τεχνητά, με σοφιστείες και τεχνάσματα, να παρουσιάσει το άσπρο μαύρο και να ακυρώσει τα παραδεδεγμένα εν μιά νυκτί. Αλλά την ίδια στιγμή βλέπει να εναντιώνεται σε αυτή την προπαγάνδα το έτερο ήμισυ του Εγώ του. Λουλούδι που ανθίζει και σου δίνει έστω και μια ψεύτικη χαρά πώς μπορείς να το κλαδέψεις ως άοσμο; Αυτή η προδοσία φαίνεται στα μάτια, εκεί που η συνείδηση βάζει τη σφραγίδα της αλήθειας.
Επιστρέφοντας λοιπόν. Μισός αθώος και μισός ένοχος. Παίζοντας μόνος στη ρουλέτα των ακριβών συναισθημάτων. Σε ένα παιχνίδι εσωτερικό και αθόρυβο, που δεν λέγεται τίποτε από τους κανόνες και την έκβασή του, από τις διακυμάνσεις και τις μυστικές αποχρώσεις, σε όλα αυτά που ζωγραφίζονται μέσα σου όταν οι άλλοι είναι παρόντες και όταν οι άλλοι είναι απόντες.
Δεν μπορώ να σε ξεπεράσω, εσέ, παλαιέ κόσμε.
Δεν έχω βρει πηγή χαράς, μόνο θλίψης στη νέα τάξη πραγμάτων.
Οι εικόνες του χθες είναι κατακτήσεις, όπως είπαμε με ιδρώτα και πόνο.
Πώς να υπερβείς τα επιτεύγματα τόσων χρόνων;
Ξαναπαίζεται μέσα μας, πάλι και πάλι, το φιλμάκι ενός κραταιού παρελθόντος. Επανέρχονται τα λόγια, οι πόζες, τα φιλιά, οι καταθέσεις μυστικών στιγμών, οι αδεξιότητες, τα λάθη, οι παλιές αγάπες.
Εκεί που πας να σβήσεις μονοκοντυλιά ό,τι θεωρείς ξεθυμασμένο, εκεί το αναζητείς σαν τρελός, ένας έρωτας με πάθος, μια αρρώστια του νου, μια διαστροφή της μνήμης.
Τα νέα μας θέλουν να βρουν θέση μέσα μας, να μπουν στις ράγ(ι)ες τους. Η υποδομή έχει φτιαχτεί από το παρελθόν, κι γι' αυτό φορέας υποδοχής τους είναι αυτός ο παλαιός κόσμος, που τον συνθέτουν πρόσωπα, πράγματα, εικόνες.
Ξαναγυρνούμε στο σπίτι μας. Επιστρέφουμε στην παλαιά συνταγή. Στα σταθερά έστω και στα στάσιμα, στα προβλέψιμα έστω και στα ανιαρά, στα δοκιμασμένα.
Ξεκινούμε από την αρχή. Β΄ ημίχρονο μιας τυφλής ζωής. Προχωρούμε. Κι όπου μας βγάλει.

Όταν τραγουδάμε η συγκίνηση μάς λούζει, ριγούμε. Όταν χορεύουμε η χαρά μας σκούζει, πονούμε.

Είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Προσπαθήσαμε να αποφύγουμε ο ένας τον άλλον. Τελικά νίκησε για άλλη μία φορά ο νόστος.

2/12/10

Μπροστά στους πίνακες ασυγκίνητος

2.12.2010

Το "Παρασκήνιο" της 1ης Δεκεμβρίου έστησε την κάμερά του στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, όπου ένας νέος θεσμός ανέτειλε με την ευκαιρία της έκθεσης έργων του συλλέκτη-δικηγόρου Σωτήρη Φέλιου: το κοινό σε στάση ορθή στέκεται απέναντι στα ζωγραφικά έργα, μπροστά από τα οποία, ομιλών προστάτης τους, ο ίδιος ο καλλιτέχνης, αναγκαστικά ομιλεί για την κρυφή του δραστηριότητα. Εκείνο που από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνεται ο τηλεθεατής είναι η αμηχανία τόσο του καλλιτέχνη όσο και του κοινού. Οι τρεις πρώτοι ζωγράφοι που στάθηκαν με φόντο τα έργα τους ήταν οι Μποκόρος, Σακαγιάν και Μαντζαβίνος. Καθένας από τους οποίους κι ένας διαφορετικός χαρακτήρας, τουλάχιστον με βάση τα όσα ολίγα εξέφεραν στο χρόνο της εκπομπής. Ο Μποκόρος με θεωρητική κατάρτιση σε βαθμό που αδυνατούσε κανείς να πιάσει ένα φωτεινό κατανοητό σημείο των λεγομένων του - ο Σακαγιάν μού θύμισε νεολαίους με ελαφρώς επηρμένο εξυπνακίστικο ύφος - ενώ ο Μαντζαβίνος κρυφοαλαζών, ειδικά με εκείνο το "Ο τενεκές θα παραμένει τενεκές". Δεν μπορώ να μιλήσω ως τεχνοκριτικός για τη μοντέρνα νεοελληνική τέχνη, το σίγουρο είναι ότι ελάχιστα με άγγιξαν τα έργα των τριών παραπάνω ζωγράφων, παρά τους όποιους αντίθετους ισχυρισμούς θα μπορούσε να προβάλει ένας ειδήμων, ισχυρισμούς για τη σύνθεση, τα χρώματα, το μήνυμα, τις μορφές κ.λπ. Είναι φανερό ότι η σύγχρονη τέχνη με ξεπερνά, πηγαίνω σίγουρα με τα παλιά, τα κλασικά, κι ενώ περίπου μπορώ να καταλάβω τι θα ήθελε να πει ο καλλιτέχνης με το έργο του, ουδεμία συγκίνηση σχηματίζεται μέσα μου. Τα έργα μού φαίνονται άγουστα, δίχως κάλλος αισθητικό, με μια γραφή ναι μεν συνεπή στο ξόμπλι της, και ταυτόχρονα προσαρμοσμένα στην α-σχήμια της πόλης και του σύγχρονου κόσμου. Δεν θα αγόραζα κανένα από τα έργα που έδειξε η κάμερα ώστε να βαυκαλίζομαι ότι θα μου χαρίσει την αιώνια λαχτάρα και συγκίνηση. Αναμείξεις ετερόκλιτων στοιχείων, μοντέρνα επίδειξη πρωτοτυπίας, προσωποκεντρικές συνθέσεις που θυμίζουν το βρώμικο πλήθος των αθηναϊκών δρόμων ή το κοινό ενός τηλεπαιχνιδιού, και από όλα αυτά μόνο ένας εγκεφαλικός ερεθισμός, ένα αίνιγμα ταυτότητας και ιδέας, αλλά ως εκεί: το κάλλος απέξω. Πιστεύω ότι και το κοινό με την ίδια αμηχανία βλέπει τα πράγματα. Η σιωπή του είναι ακριβώς ότι ελάχιστα τον μαγνητίζει το έργο ώστε να ξεχειλίζει η λεκτική του επιδοκιμασία. Και βέβαια τα προσχήματα δεν σου επιτρέπουν και μάλιστα παρουσία κάμερας να πεις "δεν με συγκινούν τα έργα σου, κύριε καλλιτέχνα". Αλλά κι ο καλλιτέχνης τι να πει, όταν όλο αυτό είναι στημένο; Σάμπως συναντά τόσους πολλούς φιλότεχνους στον δρόμο που του ζητούν αυτόγραφο και υπόσχεση συνομιλίας για το έργο του; Στην Ελλάδα δεν διδάσκεται η καλλιτεχνική έκφραση και κατά βάση όλοι είμαστε ζωγραφικά αναλφάβητοι. Πιστεύω ότι στην περίπτωση αυτή, με το ζόρι προσπαθείς να δικαιολογήσεις την αξία του έργου, τεντώνεσαι μέσα σου για να βρεις κάτι άξιο λόγου, ναι, το ομολογώ, δεν αντέχω τους καλλιτεχνικούς πρωτοποριακούς πειραματισμούς τού σήμερα. Το δέος που νιώθει κανείς μπροστά σε έναν αναγεννησιακό ζωγράφο ή σε έναν Έλληνα ζωγράφο της Σχολής του Μονάχου δεν συγκρίνεται με αυτό το συναισθηματικό κράμα απώθησης, ελαφράς ανοχής ή και βωβής "δοκιμασίας" που γεννάται σε τέτοιες περιπτώσεις. Περί ορέξεως βέβαια κολοκυθόπιτα.

Τεχνικώς βέβαια η εκπομπή ήταν άψογη.

Π.Χ.