11/4/11

Ολονυχτία για τον Παπαδιαμάντη στο "Μεταίχμιο"

11.4.2011

Πήγα στην Ολονυχτία για τον Παπαδιαμάντη στο "Μεταίχμιο" και παρακαλώ διαβάστε μαζί μου ορισμένα κωμικά περιστατικά που αλίευσα:

1. Όταν έφυγα γύρω στις 10.30 μ.μ. διάβαζαν "Φόνισσα". Όταν και εκ περιεργείας ξαναγύρισα γύρω στις 1.00 το πρωί δεν είχαν ακόμη τελειώσει τη "Φόνισσα". (Σκότωσέ το το χαϊδεμένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω...)
2. Κατά εντελώς συμπτωματικό τρόπο, το "Μεταίχμιο" είχε προλάβει να εκδώσει τη "Φόνισσα" από μιαν έκδοση του 1912 (φωτοανατύπωση). Οπότε οι μη ακουστικοί τύποι αναγκάζονταν να την αγοράσουν προκειμένου να προσηλωθούν στο κείμενο. (Είδες η Φραγκογιαννού πόσα... φράγκα κοστίζει;)  
3. Είμαστε στον 2ο όροφο σε μια μικρή κάμαρα που μάλλον προορίζεται για σεμινάρια 15 ατόμων. Στενόκωλο το Μεταίχμιο για τον Παπαδιαμάντη. Στους τοίχους τα πορτρέτα του συγγραφέα. Πώς συνέβαινε, δεν ξέρω, μάλλον ο ιμάντας συγκρατήσεως των μίνι τελάρων δεν ήταν επαρκής, κι εκεί που διάβαζε αμέριμνος ο Χ λογοτέχνης μπουπ, πάρτο κάτω το τελάρο. Και μάλιστα έργο συμμετέχον στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό. Οπότε, σήκωσέ το το τιμημένο...
4. Διαβάζει πρώτος ο Μάνος Ελευθερίου αλλά μάλλον έχει ξεχάσει τα γυαλιά του και πάει προσεκτικά, μην κάνει το μεγάλο λάθος. Διαβάζει ο Νικήτας Παρίσης, αργά, σαν να θέλει να προκαλέσει νυσταγμό, σαν να διαβάζει από άμβωνος το Κατά Ματθαίου... Διαβάζει η Φακίνου, διαβάζει ο Γκόνης, διαβάζει η Ζατέλη, παρέλαση είναι και όλοι διαβάζουν. Σαν να έχουμε εδώ έναν άλλο διαγωνισμό, της πιο ωραίας ανάγνωσης. Εντωμεταξύ, στις 1.00 το πρωί που σχετικώς είχε αδειάσει το ''κατάστημα'' και όλων τα μάτια είχαν γίνει όπως των ψαριών, φαίνεται είχαν στερέψει τα μεγάλα ονόματα αλλά και οι προγραμματισμένοι αφηγητές και ένας νεαρός με μούσι και ιδρωμένες μασχάλες, μεγαλόσωμος, αυτός που πρέπει να είχε την ευθύνη της Ολονυχτίας, απευθύνει τον λόγο στο ''κοιμισμένο κοινό'': Μήπως θα ήθελε κανείς άλλος να διαβάσει; Κύριε Μήτρα, εσείς; Ο Μήτρας νεύει ''όχι''. Τελικά ως εκ καλής τύχης βρίσκονται ένα δυο νέα παιδιά που ο υπεύθυνος τα ονομάτιζε σαν να ήταν πασίγνωστοι σταρ και ανεβαίνουν στο μικρόφωνο. Ο ένας μάλιστα ψεύδιζε ή δεν έλεγε καλά το ''ρ''. Πώς δεν βρήκα κανέναν στους ''κάτω'' , επιστρέφοντας, να ροχαλίζει ζήτημα είναι. Είπαμε να κάνουμε Ολονυχτία, όχι υπνοθεραπεία.
5. Πώς κόβεται ένα κείμενο; Δεν μας βοηθάει στο κόψιμο και η έκδοση του κειμένου; οι ανακοπές-οι κενοί χώροι, το άνοιγμα του διάστιχου, το τέλος των ενοτήτων, των υποενοτήτων, των επιμέρους κεφαλαίων; όλα αυτά δηλαδή τα οπτικώς αντιληπτά κενά που αποτελούν μικρά διαλείμματα κατά τη ροή της αφήγησης; Ε, φαίνεται πως επειδή ήταν μακρύς ο κατάλογος των επισκεπτών-αναγνωστών, ορισμένες ''κοπές'' δεν ήταν και τόσο πετυχημένες. Ειδικά, όταν υπάρχει διαλογικό μέρος. Οπότε έχουμε, οπ τέλειωσε αυτός, παλαμάκια, φεύγει ο ένας, δίδει τη σκυτάλη στον επόμενο, σκύβει αυτός με σοβαρότητα πάνω στο κείμενο και ξεκινά μέχρι την επόμενη παύση. Ωραία η αφηγηματική σκυταλοδρομία. Ήταν σαν να έχουμε μπροστά μας μια πισίνα και η αλλαγή σκυτάλης (και το πήδημα... στο νερό) να γίνεται όχι στην μία ή στην άλλη άκρη της πισίνας, αλλά εν τω μέσω της αποστάσεως, κάπου δηλαδή στα 20 και όχι στα 50 μέτρα.
6. Οι χορηγοί της βραδιάς κατά τον εκδότη ήταν η Λίπτον και η Κνορ, που προσέφεραν, λέει, τσάι και σούπες! Εγώ βέβαια δεν είδα ούτε έναν με τη σούπα ανά χείρας, ενώ η αλήθεια είναι ότι είδα κουτιά τα Λίπτον στον ημιόροφο όπου το μπαρ. Μήπως οι χορηγοί νόμιζαν ότι θα πάει ως το πρωί; ότι είναι χειμώνας άγριος και ότι έξω στην πόλη κάνει δριμύ κρύο κι ότι η συνάντηση είναι σε ναό, ''όρθρου βαθέος''; Εκτός κι αν η σούπα ταίριαζε με το καφενείο του ξεπεσμένου δερβίση, που ήταν το πρώτο και το τελευταίο διήγημα που διαβάστηκε πλην της "Φόνισσας".
7. Ωραία φάση: Μέσα η Φραγκογιαννού το πνίγει, έξω στο πεζοδρόμιο γνωστοί και άγνωστοι γελούν και χαχανίζουν. Τα λένε ύστερα από τόσον καιρό. Ενώ στο ταμείο οι κοτούλες έχουν τρελή δουλειά. Μετράνε, τυλίγουν, χαιρετάνε, κουτσομπολεύουν. Α ρε Αλέκο, αυτές είναι εκπτώσεις.
8. Στο καμαράκι ήτανε ένας ψαρωμένος αλλοεθνής καμεραμάν, δεν μου είπε από ποιο κανάλι. Είχε στήσει την κάμερα και δίπλα κι εγώ με την ερασιτεχνική, να βρίσκω έρεισμα στον τοίχο. Αυτός ήθελε να τραβήξει ένα δίωρο, αλλά βαριόταν φαίνεται, γιατί όλο καθόταν στην καρέκλα πίσω από την κάμερα και η κάμερα ήταν στημένη και ακίνητη, ένα πλάνο στατικό που έπαιρνε τους σκυταλοδρομείς. Εντωμεταξύ, φοβόταν μήπως με τη φτέρνα μου ακουμπήσω το ένα από τα τρία ποδάρια της κάμερας και του χαλάσω τη μετάδοση/την εικόνα. Οπότε κάπως συμπιεζόμουνα, πίσω ο τρίποδας, δεξιά πάνω μου τα πορτρέτα του διαβόλου να πέφτουν από μυστήριες πνευματικές δυνάμεις, ενώ αριστερά ένα τείχος από σώματα, κάπου ανάμεσά τους κι ένας γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας, με ένα ωραίο φθαρμένο τζινάκι. Νομίζω ότι η σύλληψη της όλης ιδέας ήταν επιτυχής, αλλά ήθελε συμπλήρωση: ήθελε διάλογο το πράμα, να ανάψει το ενδιαφέρον, το να διαβάζεις από τις οκτώ και τέταρτο μέχρι τις δύο, ε, κάπου το κουράζεις το πράγμα, και τελικά η όρεξη γίνεται άσκηση υπομονής. Τουλάχιστον, το κοινό είδε από κοντά τους σταρ. Φανταζόμουνα ότι κάποιος φαρσέρ θα ντυνόταν Παπαδιαμάντης και με ένα ψεύτικο μούσι θα έμπαινε μέσα ξαφνικά και θα τους κοκκάλωνε όλους.

Πάντως, υπήρχαν και θετικά σε αυτή τη βραδιά. Π.χ., ότι πολλοί έμαθαν πού πέφτει το "Μεταίχμιο'', που μας βασανίζει πολύ, γιατί την ανεβαίνεις την Ιπποκράτους ανάποδα μέχρι να το βρεις. Κόντρα στο ρεύμα δηλαδή, όπως πρέπει να πηγαίνει κάθε αιρετικός για να βρει τη γιατρειά του.  

Π.Χ.

8/4/11

Μετακόμισε

8.4.2011

Στις 30.3.2011 ο κος διαμαρτυρόμενος "Κόμματα = Κέντρα Παιδοφιλίας" μετακόμισε (μήπως καθ' υπόδειξιν;) στη λεωφόρο Αμαλίας.



Σιγά, καλέ, θα σε φάνε οι ''κίτρινοι'' ταληρομπεκρήδες!

Π.Χ.

Τα χάλκινα

8.4.2011

Α: "Πήγα Κουστουρίτσα. Φανταστικός".
Β: "Εγώ πήγα Μπρέγκοβιτς. Άλλο πράμα".
Γ: "Εμείς είμαστε Καστοριά στα Ραγκουτσάρια. Εκεί να δεις κέφι".
Δ: "Α, ρε μαλάκες. Χάνετε τα λεφτά σας. Εγώ κατεβαίνω στην πλατεία Κοραή και τα ακούω όλα τζάμπα".


Π.Χ.

Αυτό που τα λεξικά λένε ''χαμέρπεια''

8.4.2011

Εάν κάποιο λεξικό ήθελε δίπλα στο λήμμα ''χαμέρπεια'' να θέσει κάποια εξηγητική φωτογραφία, ίσως θα έβαζε την ακόλουθη. Η επαίτις σχεδόν φιλεί τη γη, κείμενη μεταξύ των δύο κόσμων, ζωής και θανάτου. Δεν θέλω να πιστέψω ότι παίζει θέατρο και ότι με ένα αστυνομικό παράγγελμα του τύπου "Λάζαρε, εγέρθητι" θα έβαζε φτερά στα πόδια. Σημειωτέον ότι ο παράς πέφτει σε πλαστικό λευκό ποτήρι. Η σκηνή εκτυλίσσεται στη συμβολή των οδών Βασ. Σοφίας και Πανεπιστημίου, μπροστά δηλαδή στο κτήριο του ΥΠΕΞ. (Τέτοια βλέπουν και οι κωλότουρκοι και ομιλούν για εθνική ζητιανιά.)

Πέτρος Χριστοφιλίδης

7/4/11

Στην οικία των Κατακουζηνών

7.4.2011

Από τον 5ο όροφο της πολυκατοικίας της οδού Αμαλίας 4 όλα έξω στην πόλη μοιάζουν διαφορετικά. Διαπιστώνεις ότι οι καλλονές της πόλης είναι οι γραμμές και οι σκιές των ορέων της (Υμηττός), ο Εθνικός-Βασιλικός Κήπος ως σταθερή αξία, το αρχιτεκτονικό μεγαλείο διαφόρων κτηρίων της (βλ. το κτήριο της Βουλής), σημεία του χώρου που τόσο έχουν βασανιστεί από την διοικητική, κοινωνικοπολιτική αναρχία και τις λαϊκές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Τι φταίει ένα βουνό, ένας κήπος ή ένα κτήριο εάν δεν ρυθμίζονται κατά το αίσθημα δικαίου οι κοινωνικές σχέσεις;

Κι αν όλα είναι τόσο θεαματικά έξω, άλλο τόσο είναι και ''μέσα'', σε αυτό το μεγάλο διαμέρισμα, που μας χωράει όλους, μικρούς και μεγάλους, ζώντες και τεθνεώτες, συγγραφείς και αναγνώστες, καλλιτέχνες και φιλότεχνους, σε αυτό το κατάστρωμα ενός αιώνιου πλοίου που ταξιδεύει και θα ταξιδεύει με τα πολύτιμα ναυτικά / καλλιτεχνικά του όργανα / εργαλεία, με τους ανεξίτηλους πίνακες ζωγραφικής, τα έπιπλα-αντίκες, αλλά και πάνω από όλα με την διαρκή ψυχική παρουσία των ιδιοκτητών και των αναδόχων του.



Ποιοι είναι οι ανάδοχοι αυτού του χώρου; Ποιοι άλλοι παρά όλοι εμείς που ίσως τον αγαπήσουμε και τον ''κάνουμε δικό μας''. Τελικά, τα πράγματα δεν ανήκουν σε κανέναν μας παρά μόνο στην εθνική μας παράδοση, στην ψυχή της εθνικής μας κοινότητας. Σε ποιον δηλαδή ανήκουν σε τελική ανάλυση τα περίφημα "Τέσσερα φιλιά'' του Γουναρόπουλου που στολίζουν τους τοίχους ενός δωματίου του ''σπιτιού-μουσείου''; Μπορεί να ήθελαν κατά την αρχική πρόθεση του καλλιτέχνη να δωρηθούν για τον έρωτα του ζεύγους Κατακουζηνών, αλλά τώρα πλέον μετά θάνατόν τους ανήκουν σε όλα τα ευγενή ανθρώπινα πλάσματα που δίνονται στα παθιασμένα - αφιερωμένα φιλιά της ερωτικής επαφής. Εν ολίγοις, η Τέχνη προσωρινά μόνο ανήκει στους ευκατάστατους αστούς, αλλά στο διάβα του χρόνου το πεδίο της ιδιοκτησίας κατ' ουσίαν χωράει όλον τον λαό, που συμπαθεί την Τέχνη.





Δύο νέοι άνθρωποι, η Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου και ο εξαίρετος χθεσινός ξεναγός μας Γιώργος Μαγγίνης έχουν σηκώσει σαν τους Άτλαντες το βάρος της συντήρησης και γενικά της ευπρεπούς επιβίωσης αυτού του χώρου, αντιλαμβανόμενοι την αξία των περιεχομένων του. Ο Γιώργος Μαγγίνης χθες έλαμψε με την παρουσία του και έδειξε άνθρωπος-ανοιχτή αγκάλη, πρόθυμος, καταδεκτικός, πλήρως εξηγητικός, ένα ρυάκι που κελαρύζει και αφηγείται. Προς το τέλος, τον εγκωμιάσαμε για όλες τις αρετές του (αλλά και η απούσα κατά την ξενάγηση Σοφία έχω τη βεβαιότητα ότι το ίδιο ''κατακουζηνικό'' πρόσωπο θα έδειχνε). Όσο υπάρχουν Άνθρωποι, για να θυμηθούμε και έναν τίτλο.

Δεν απομένει πλέον σε μας τίποτε άλλο παρά η ενίσχυση με διαφόρους τρόπους της προσπάθειας αυτών των δύο ''αγγέλων'', αυτών των νέων ''αγγέλων''. Και βέβαια, όπως πρώτος πρότεινε ο φίλος Μιλτιάδης Πούλος, ''ιδού το φιλολογικό μας σαλόνι για νέες βεγγέρες και θερμόαιμες συνεστιάσεις''. Πάμε για άλλα λοιπόν, πιο μεγάλα, και από πιο ψηλά, με την περιβάλλουσα προστασία του Κάλλους, της Τέχνης, της Αγάπης.

Νομίζω ότι χθες ''πιάσαμε σπουδαίο λαβράκι''. Αρκεί να μην ξεχάσουμε να το μαγειρέψουμε...

Πέτρος Χριστοφιλίδης

5/4/11

Πατήρ Θέμις εν Κερκύρα

5.4.2011

Δεν μπορώ να εξηγήσω ποιος εσωτερικός συναισθηματικός ή ψυχικός μηχανισμός λειτουργεί ώστε όταν ένας παλιός φίλος, συμφοιτητής, πρόσωπο ισχυρού δεσμού κ.λπ. προοδεύσει φανερά κατά την πορεία της ζωής και ανέβει ψηλά, να κατακλύζεσαι από μια δεσπόζουσα χαρά, αναμεμειγμένη με συγκίνηση, νοσταλγία, πόθο του ιδανικού, ''καθαρή φλόγα της ζωής'', πίστη στις αξίες, αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμό και ετεροσεβασμό, και όλα αυτά κουβαριασμένα μέσα σου με μια τρελή τάση ιδιοποίησης του κατορθώματος, του επιτεύγματος, της ''δόξας'' του άλλου. Χωρίς ειλικρινώς καμία διάθεση ζηλοτυπίας, μετέχεις στη χαρά της ανόδου του άλλου, σαν να είναι το Εσύ ο ίδιος ο εαυτός σου, σαν να είσαι εσύ που πέτυχες. Κατηγάγαμε νίκη περηφανή, θα πανηγύριζε μια φωνή από τα μέσα δωμάτια του Εγώ. Είμαι πολύ χαρούμενος όταν ''δικοί μας άνθρωποι'' συλλαμβάνονται με χαρμόσυνες ιδιότητες, τίτλους εξαίρετης τιμής. Πιο πολύ αισθάνομαι ότι επιβραβεύεται ένας πολυετής κόπος και ότι το αποτέλεσμα της αγαθής προσπάθειας αντιπροσωπεύει την επιβίωση του δικαίου επί γης. Πιο πολύ χαίρομαι όταν οι επιτυχόντες είναι μέλη ενός ιδεατού συνόλου, μιας καλής γενιάς νέων ανθρώπων, που ήλθαν στη ζωή για να υπηρετήσουν τα καλώς κείμενα και μετά θα αποχωρήσουν σεμνά και ταπεινά.
Αυτές οι σκέψεις με έβαλλαν και χθες στην εκδήλωση παρουσίασης του λευκώματος "Πάσχα στην Κέρκυρα" (εκδ. Τοπίο), όπου μεταξύ των ομιλητών μπορούσες εύκολα να ξεχωρίσεις τον γενειοφόρο ''πατέρα'', τον ρασοφόρο αγαθό άνδρα, με τη λεπτή κορμοστασιά, το μετρημένο χαμόγελο, τα όμορφα γαλανά μάτια, το αίσθημα της αιδημοσύνης ενώπιον του ετερόκλητου κοινού. Ήταν ο ''πατήρ Θεμιστοκλής Μουρτζανός", ο παλαιός συμφοιτητής, που καθόταν πάντα στην 2η σειρά των φοιτητικών εδράνων, περιστοιχισμένος από σοβαρές προσωπικότητες, που ομιλούσαν σιγανά, μειλίχια, σχεδόν κατανυκτικά, προβάλλοντας σκέψη και λόγο και πράξη με τη δέουσα κοσμιότητα. Πότε άραγε γεννιέται σε έναν άνθρωπο η επιθυμία προσανατολισμού του στον κόσμο με βάση τα εκκλησιαστικά ιδεώδη; Ποιες κοσμικές αντιφάσεις, ποια ανθρώπινα ελλείμματα, ποια τρικυμία δημόσιου βίου ωθεί μυστικά έναν νέο άνθρωπο στον κόλπο της Εκκλησίας, με την επίγνωση ενός υψηλού χρέους και, το σηματικότερον, με την ασφάλεια της εσωτερικής του ευδαιμονίας; Ό,τι κι αν εξηγεί αυτή την υψηλή απόφαση, να ακολουθήσεις έως το τέλος της ζωής σου το δρόμο της ηθικής τελείωσης, το δρόμο ενός ανθρώπου-προτύπου, το δρόμο του Θεού, η εντύπωση πάντα μένει, ότι ξεχωρίζεις ''σε μια στροφή'' από ένα πλήθος άλλων προσώπων που πολλά εξ αυτών τα νιώθεις να βουτάνε σαν αχόρταγοι ομηρικοί μνηστήρες στα υλικά εδέσματα του σύγχρονου βίου, την ίδια ώρα που ο ''φωτισμένος'' ακολουθώντας μιαν άλλη ''δίαιτα'' πορεύεται για αλλού, λαμβάνει ένα μοναχικό μονοπάτι, χωρίς να επιζητεί την ασκητική μόνωση, μιαν ατραπό τόσο κοντά στους κακοπαθημένους και πληγιασμένους ανθρώπους και ταυτόχρονα συντονιζόμενος με μια δέσμη ''ουράνιων επιταγών''.
Από τα έδρανα της Φιλοσοφικής Σχολής σε τριετή φροντιστηριακή διδασκαλία σε γνωστό ιδιωτικό φροντιστήριο της οδού Κωλέττη... αλλά η σκέψη να τρέπεται προς άλλους ορίζοντες... Κι έτσι Θεολογική Σχολή, αργότερα διδακτορικό στη Θεσσαλονίκη. Χειροτονημένος, πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή, υπό Χριστοδούλου (του αειμνήστου). Επιτυχών στον βασανιστικό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και ως φιλόλογος και ως θεολόγος (και ως Πατήρ και ως Υιός, θα λέγαμε), αποφάσισε να πάρει τον δεύτερο δρόμο και να μη χάσει την επαφή με το εκπαιδευόμενο κοινό της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Μάλιστα για έναν χρόνο βρέθηκε όπως μου είπε και στη Λακωνία (Γύθειο - η πόλη μού θυμίζει Ρίτσο αλλά και Αντώνη Κουτσούρη αλλά και... Χρήστο Σπανό, αν και ο τελευταίος βρέθηκε προ χρόνων στη Σκάλα, αλλά και... Τάκη Γιαχνή). Για επτά χρόνια στη Θεσσαλία (Μητρόπολη Βόλου). "Εκεί είχα αναλάβει το Τμήμα Νεότητας", θα μου πει στην ολιγόλεπτη καθιστική μας συνάντηση. "Κι έκανα πολλά, εκδηλώσεις, συνέδρια και άλλα", πάντοτε σε επαφή με τους νέους, το φρέσκο πλήρωμα του καραβιού της κοινωνίας. "Το ήθελα από παλιά, εξάλλου από παιδί είχα επαφή με τον χώρο της Εκκλησίας. Με ενδιέφερε να έχω επαφή με τους νέους". Πράγματι, την κουβέντα μας ''κόβουν'' τρεις νεαρές υπάρξεις, Κερκυραίες την καταγωγή, πρωτοετείς πού αλλού; Στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (κάπου ακούγεται και το επώνυμο "Μπενέτος"). Επτά περίπου χρόνια στη Θεσσαλία, ο Λαρισαίος Θέμις, αν κατάλαβα καλά ύστερα από πρόταση-πρόσκληση προς τον εκεί Μητροπολίτη, μεταβαίνει το έτος 2003 στην ανθοβολημένη Κέρκυρα, για να λουστεί το Ιόνιον Φως, όπως χαρακτηριστικά το ανέφερε ο φωτογράφος Δημήτρης Ταλιάνης. Από το 2003 λοιπόν στο νησί των Φαιάκων και ιδού ο τωρινός τίτλος του, Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, καθ' όσον είναι αποσπασμένος στην Ιερά των Κερκυραίων Μητρόπολη. "Πώς είναι το καθημερινό σου πρόγραμμα; Φαντάζομαι ασφυκτικό". "Από τις 7 το πρωί έως τις 1 τα ξημερώματα είμαι συνεχώς στο πόδι. Η επαφή με τους ανθρώπους ταυτόχρονα είναι υπερβολικά κουραστική αλλά και αναζωογονητική, λυτρωτική θα έλεγα, ευλογία ψυχής να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να τον βοηθείς στα προβλήματά του", περίπου θα μου πει. Πατέρας τεσσάρων κοριτσιών (θυμάστε τη "θεία από το Σικάγο") σε πείθει ότι αυτό που κάνει το κάνει καλά γιατί το ήθελε και το θέλει πραγματικά. Γιατί μπορεί να υπερβαίνει τις βιοτικές ''λεπτομέρειες'' μένοντας στην ουσία της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο λόγος του ένα ποίημα, για το τι σημαίνει Πάσχα στη νήσο, για το πώς μπορείς να ζήσεις (ας πούμε αληθινά, αποκαλυπτικά, μη φολκλορικά) το Πάσχα εκεί. "Μένοντας πιστός σε μια εκκλησία, ακολουθώντας τις εκδηλώσεις, τα δρώμενα, το εκκλησιαστικό τυπικό όπως εφαρμόζεται σε έναν μονάχα ναό και επιλέγοντας σε ελεύθερα διαστήματα και τη μετοχή σου σε άλλες παράλληλες και ταυτόχρονες εκδηλώσεις άλλων ναών". Ο δικός του ναός είναι οι Άγιοι Πάντες και μπορώ να τον φανταστώ να ρητορεύει (όχι από άμβωνος) για το αληθινό πασχαλινό βίωμα, για το νόημα τού να υπάρχεις για έναν σκοπό και για τους τρόπους με τους οποίους αυτόν πλησιάζεις. "Μένουμε σε μια παλιά κερκυραϊκή κατοικία", προσθέτει. Και το μυαλό καθενός πηγαίνει στις διασταυρώσεις των Φιλαρμονικών, στις λαϊκές εξέδρες των παλιών σπιτιών, στις ενετικές καμάρες, στα κατάλοιπα της Αγγλοκρατίας σαν μοσχοβλημένη σκόνη πάνω από τα καντούνια, τις πιάτσες και τα υπερήφανα λουλούδια. Πώς συμβαίνει κάποιοι άνθρωποι όπως και κάποιοι τόποι να σημαίνουν ταυτόχρονα και το παρελθόν και το παρόν τους, να δοξάζουν το κάλλος της ζωής με αυτό που κάθε φορά παρουσιάζουν;
Η συνάντηση κράτησε περίπου 10 λεπτά. "Αύριο το πρωί πετάω στις 5 και 20, οπότε θα μου επιτρέψεις...". Ήταν ένα άγγιγμα ζωηρό και βιαστικό, σαν να σου ανοίγουν τη φιάλη ενός αρώματος και σου επιτρέπουν να σκύψεις για μια στιγμή μέσα, να πάρεις μιαν ιδέα κι αν θες να επιστρέψεις. "Εάν δεν έλθεις στην Κέρκυρα, ό,τι και να σου πω είναι λίγο", θα ήταν το ''μότο'' όχι μόνο των λόγων του πατρός Θέμιδος, αλλά και της χθεσινής εκδήλωσης, όπου στο τραπέζι και οι Χυτήρης (δεν γνώριζα ότι ο πατέρας του ήταν σπουδαίος Κερκυραίος λαογράφος), Καραπιδάκης (με ανιαρό επιτονισμό και λεκτικό ηχόχρωμα, που σε έκανε να μην προσέχεις τα λεγόμενά του), Πάνος Θεοδωρίδης (η έκπληξη της βραδιάς, εκφώνησε ένα κείμενο ''σαββοπουλικό'', τρελό για τους παλαβούς τους Κερκυραίους, που έκανε τον Θέμη να χαμογελά γλυκά και συγκαταβατικά πλάθοντας τις αντίστοιχες εικόνες), Ταλιάνης (φωτογράφος της Κερκύρας που είπε ότι πρωτογνώρισε το νησί από την εποχή της αλλοτινής εκείνης Συνόδου Κορυφής - μέτραγα τα χρόνια και τελικά από τα διαβάσματα για τη Σχολή θυμήθηκα ότι πρέπει να έγινε το '94).

Εκεί στην Κέρκυρα υπάρχει ένας "δικός μας άνθρωπος", αλλά και ένας άνθρωπος όλων εκείνων που τον επισκέπτονται καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ένας άνθρωπος-πρέσβης του Αγαθού. Και δεν είναι τυχαία τα χειροφιλήματα με τη λήξη της εκδήλωσης, η προσέγγισή του από πρόσωπα νεαρά και προπάντων χαμογελαστά.

Η ευτυχία για ορισμένους είναι ο δρόμος της Εκκλησίας και του Θεού.

Η ευτυχία είναι γενικά ο τρόπος εκείνος της ζωής που εξασφαλίζει την εσωτερική αρμονία, το ευφρόσυνο αίσθημα, που χαρίζει έναν αέρα ελευθερίας και σε στήνει σίγουρο και αχειραγώγητο ενώπιον των άλλων, να ''φουμάρεις'' τον δικό σου καπνό και να ταξιδεύεις στα νώτα του.
Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις βρει τον δρόμο σου και να μην αμφιβάλλεις ποτέ για τις επιλογές σου.

Υ.Γ.: Μπορείτε να έλθετε σε επικοινωνία με τον παλαιό συμφοιτητή μας ακολουθώντας τα βήματα:
http://www.themistoklismourtzanos.blogspot.com/
thmpriest@hol.gr
info@imcorfu.gr

Ο πατήρ (γιατί δεν μπορούσα να τον προσφωνήσω έτσι κι όλο τον έλεγα "Θέμη'';) Θεμιστοκλής Μουρτζανός έχει εκδώσει και ένα βιβλίο: "Από έναν κόσμο σαν κι αυτόν τι να κρατήσω;". Εκδόσεις Αρχονταρίκι(;)
Στην ομώνυμη εκπομπή πάντως ("Αρχονταρίκι", ΕΤ1) τον είδα το καλοκαίρι (συνομιλία με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη) και τον βιντεοσκόπησα, όπως και χθες, αλλά από την τηλεόραση. Επίσης, έχω το βίντεο της χθεσινής του ωραίας ομιλίας για την φωτογραφική αυτή έκδοση.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

28/3/11

Σε ένα παλιό μπακάλικο στη Νέα Επίδαυρο

Στην πλατεία της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αντί 60 νομίμων παραστατών, καμιά δεκαριά μπόμπιρες, με ξενική προφορά, παίζουν ποδόσφαιρο, φωνάζουν ποδοσφαιρικά συνθήματα και κρεμιούνται από τα όργανα. Ένα-δυο ζευγάρια κουνάνε τα μωρά τους στις κούνιες, δίπλα στην μακρόστενη στήλη με τον αντρειωμένο αετό, που στάθηκε εκεί για να διαλαλεί τα του Α΄ Συντάγματος. Οι μπόμπιρες χαίρονται όταν τους στήνω μπροστά στην κάμερα και αρχίζουν ιλιγγιωδώς να απαγγέλλουν τον "Θούριο", μάλλον απομνημονεύοντας με βιάση παρά καταλαβαίνοντας το νόημα των στίχων.
"Αν πάρεις αυτό το στενάκι ανάμεσα στα δυο εκείνα σπίτια που ανηφορίζει, θα βρεθείς σε μια διχάλα, και το α΄ σπίτι που θα δεις στο αριστερό σου χέρι στη γωνία είναι εκείνο όπου συγκεντρώθηκαν οι αγωνιστές της Α΄ Εθνοσυνέλευσης", μου υποδεικνύει ο κύριος-μπαμπάς με το μωρό στην αγκαλιά του. Παίρνω το σοκάκι, που δεν θυμίζει σοκάκι, παρά ανάσα-χώρισμα μεταξύ δύο παλαιών σπιτιών. Σε 1-2΄ βρίσκομαι μπροστά στο πετρόχτιστο ιστορικό σπίτι. Μια ταμπέλα σκουριασμένη απέξω, σίγουρα δεν μπήκε για να θυμίσει το γεγονός, αλλά σβησμένη δεν σου επιτρέπει να μάθεις το όνομα του στενού που περνά απέξω από το οίκημα. Μια κυρία, η κυρα-Λένη, στέκεται στη σκάλα του σπιτιού, πάνω από τον κηπάκο, με τα κομμένα ξύλα για το τζάκι και το χαλασμένο πιθάρι. Τη ρωτάω για την Εθνοσυνέλευση, δεν ξέρει. "Του πατέρα μου είναι το σπίτι, αλλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο παλιό". Το στενό το λούζει ο ήλιος, το διαπερνά ένα ρεύμα ελαφρύ και σαν από όνειρο βλέπεις ξαφνικά δίπλα σου να περιπατεί ανεβαίνοντάς το καμιά γραία, με ήσυχο βλέμμα και ρυτιδωμένο πρόσωπο.
Στην άλλη γωνία, διαγωνίως, ένα παλιό μπακάλικο. Μοντέρνες οι φίρμες, αλλά η ατμόσφαιρα από άλλες εποχές. Τα προϊόντα σε dexion. Στο ταμείο ο ηλικιωμένος κύριος, με τα γυαλάκια του και ένα χαρτόνι γεμάτο από πρόχειρες αριθμητικές πράξεις. Εδώ υπολογίζουν χωρίς Πι-Σι ή λογιστική μηχανή, αλλά με την οξυδέρκεια του μυαλού. Σε μια καρέκλα η γυναίκα του, 82άρα, αρχίζει να λέει τα παράπονά της. "Τριάντα οκτώ χρόνια εδώ μέσα, δεν έχω δει τον ήλιο. 8 με 2 το πρωί, 5 με 10 το βράδυ. Και για πόσα λεφτά; Ζήτημα το 20άρικο τη μέρα. Έχει κανένα νόημα; Παρακαλάω να δώσω δωρεάν την επιχείρηση και δεν τη θέλει κανείς. Όλοι οι νέοι έχουν φύγει. Τραβήξαν για το Ναύπλιο ή για την Αθήνα. Πόσο θα ζήσω ακόμη; Κάθε χρόνο πάω και χειρότερα. Από πέρυσι, κουφάθηκα, κουλάθηκα, μωράθηκα. Πότε θα κάτσω κι εγώ στη βολή μου;". "Λέω να φέρω μια Ρουμάνα, αλλά μου κάνει ζήλειες", λέει αστειευόμενος ο ταμίας, και γελάει μαζί με έναν άλλο ηλικιωμένο κύριο που ως τρίτος παρακολουθεί την σκηνή. "Πάρε αυγουλάκια, είναι φρέσκα, δώσε στα παιδιά σου, μην τα φοβάσαι". Αγοράζω 8 αυγά. Ψευτοπαρηγορώ την παραπονεμένη με ορισμένες στερεότυπες κουβέντες και τους αποχαιρετώ κι εγώ με βιάση, "τραβώντας για τη μεγάλη και αισιόδοξη πολιτεία του Ναυπλίου", όπως και οι νέοι του χωριού.



Το Ναύπλιο είναι σαν παρέλαση νεανικών συγκροτημάτων, σαν άφιξη όλων των πενταήμερων εκδρομών. Εδώ δεν ακούς παράπονα, αλλά βλέπεις κοριτσάκια 18-22 ετών να δοκιμάζουν σκουλαρίκια-φράουλες. Η νιότη έκανε απόβαση στα κεντρικά και άφησε το γήρας στα ορεινά. Κέφι, ενθουσιασμός, οι ταβέρνες γεμάτες, αναγκαζόμαστε να τσιμπήσουμε από σουβλατζίδικο. Οι αντιθέσεις των ηλικιών και οι τύχες των τόπων άνισες.

Δεν φτάνει να ακούς τον καημό του άλλου, θέλει κότσια να ρίξεις άγκυρα δίπλα του και να τον γιάνεις αργά αργά.

Το μπακάλικο, αν δεν το καταλάβατε, είναι το 1821, ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς, ενώ η πιάτσα του Ναυπλίου οι ποπ σίνεμα εντ τελεβίζιον σταρ.

Άλλο η Μαυρογένους κι άλλο... η Μαντώ.

Πέτρος Χριστοφιλίδης