24/4/11

Το παιχνίδι της φλόγας

24.4.2011


Γυρνάς από την Εκκλησία και φυσάει κατά στιγμές.
Κρατάς μια λαμπάδα αναμμένη και συνοδεύεσαι. Θέλεις να κρατήσεις αυτή τη φλόγα ζωντανή μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου.
Όμως η φλόγα δέχεται επίθεση από τις ριπές του ανέμου και όσο και να την αγκαλιάσεις με τα δάκτυλα της μιας σου χειρός, εκείνη βλέπεις ότι στραπατσάρεται και βγάζει φωνούλες απόγνωσης, ενώ στις δυνατές επιθέσεις συστέλλεται τόσο πολύ σαν να πνίγεται μέσα στο σκοτάδι και κοντεύει να γίνει μια τελεία.
Ευτυχώς ο άνεμος είναι κυκλοθυμικός και όσο σε τρομάζει όταν κάνει την επιδρομή του, άλλο τόσο σε ανακουφίζει όταν φεύγει από σένα και χτυπάει τα δέντρα του δρόμου και τα πουλιά. Βέβαια υπάρχει και ο άλλος δίπλα σου, οπότε στο ενδεχόμενο να σβήσει ο θάνατος τη δική σου φλόγα, τουλάχιστον θα πάρεις άναμμα ζωής από τον διπλανό σου, ο οποίος όμως την ίδια στιγμή που εσύ υποφέρεις, κι ο ίδιος προσπαθεί απεγνωσμένα να αμυνθεί έναντι ισχυρού αντιπάλου. Τώρα η φλόγα βρίσκει το ανάστημά της και υψώνεται γενναία, αλλά προτού προλάβει να αναθαρρήσει, ένα νέο σφοδρό κύμα την παρασέρνει και κοιτάζει και πάλι με ίλιγγο το χείλος του κενού. Κάποια στιγμή, γίνεται και πάλι μια φωτεινή τελεία, συστέλλεται τόσο και λέει "τώρα πεθαίνω, ξεψυχώ", και το χέρι είναι έτοιμο να θυσιαστεί, ακόμη και να καεί για να την πιάσει πάνω από τον γκρεμό.
Αλλά αι υπέρτεραι δυνάμεις του εχθρού ορίζουν το τέλος της. Το χέρι την αποχαιρετά με ένα νευρικό σκίρτημα και κοιτάζει δίπλα. Και ο άλλος δίνει τον αγώνα του, η φλόγα αμύνεται πίσω από το πλαστικό της πύργο, αλλά είναι τόσο μόνη στα κύματα των επιθέσεων, και το χέρι όσο και να αγκαλιάσει το κενό πάντοτε μένει ένας ανοιχτός διάδρομος από όπου μπαίνει ο άνεμος και την βρίσκει ευάλωτη, έτοιμος να την σπιθίσει και να της φέρει πλήγμα θανάσιμο.
Ανάβεις από τον διπλανό σου και σκέφτεσαι ότι όσο υπάρχουν οι άλλοι, πάντοτε υπάρχει μια ελπίδα, ακόμη και μετά τον δικό σου οριστικό ή προσωρινό θάνατο. Μια νέα φλόγα ξεπηδά πάνω από την κέρινη στήλη σου και σε χαιρετά με αισιοδοξία τρελή, μη γνωρίζοντας ωστόσο αυτό που την περιμένει, τον αγώνα του φωτός μέσα στην κουκούλα του σκοταδιού, μέσα σε αυτό το απέραντο κοίλωμα που είναι διατεθειμένο να την καταπιεί με μια φορά του ανέμου.
Και ναι, αμέσως αρχίζει η νέα δοκιμασία. Τώρα μάλιστα η αγωνία είναι μεγαλύτερη, καθώς ξαφνικά και ακαριαία σβήνει η φλόγα του διπλανού σου, οπότε αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι μόνος, ότι έχεις την ευθύνη και για τη δική σου και για την τύχη του άλλου, που πλέον πλησιάζει εσένα για να πάρει το φως και να συνεχίσει την πορεία του. Και οποία ευτυχής στιγμή όταν τη δίνεις και τώρα είναι δύο που κρατούν αυτή τη φωτεινή ελπίδα, και νιώθουν τόσο δυνατοί και ασφαλείς, καθώς πρέπει και των δυο να σβήσουν οι ελπίδες για να έλθει ο κοινός θάνατος, και ένα τέτοιο ενδεχόμενο μετριάζεται καθώς τα ήσυχα βήματα τους φέρνουν κοντά στον προορισμό τους, να, τώρα πλέον φαίνεται το σχήμα του, όπως ζωγραφίζονται τα σπίτια του λιμανιού πάνω στο καράβι πρωί πρωί στο εωθινό πούσι. Βήμα βήμα προς τα κει, εκεί όπου θα δοθεί η φλόγα της ζωής, η σωσμένη παρά τις αντιξοότητες και τους εναντίους παράγοντες. Αλλά λίγο πριν από το τέλος, οι δύο περιπατητές χαρούμενοι που απέχουν μόλις δυο βήματα από το κατώφλι του στόχου τους, από ενθουσιαστικό παρορμητισμό, από άκρατη αγωνία, έτοιμοι να ξεχυθούν μέσα στην φυσική τους έδρα και να φωνάξουν ''τα καταφέραμε'', γυρνούν ο ένας προς τον άλλον για να αγκαλιαστούν και να φιληθούν. Οι φλόγες πάνε να σμίξουν καθώς τα κορμιά τους συγκλίνουν, έτοιμες και αυτές να φιληθούν υπό τη σκέπη της ανάσας τους, που δεν είναι άνεμος κακός, αλλά μια ζεστή αόρατη φωλιά που παίρνει μέσα της και τις δικές τους ανάσες.

Κι όπως λοιπόν αστόχαστα και βιαστικά συγκλίνουν, η ορμή των χεριών τους και κάτι μυστηριώδες που ακόμη και τώρα προσπαθούν να το βρουν για να δώσουν μιαν εξήγηση, σβήνει αμοιβαία το φως τους και μένουν κεραυνόπληκτοι δυο βήματα πριν από την ταλάντωση του νήματος του τερματισμού. Ευτυχώς, υπάρχουν έτσι, ο ένας στο πλάι του άλλου, τα χείλη πάνω στο σβέρκο, να αφήνουν την ανάσα σαν σφραγίδα πάνω στο λευκό δέρμα.
Ευτυχώς πεθαίνουν μαζί οι φλόγες τους, και ανταμώνουν πάνω στη στιγμή και ενώνονται, οπότε ξεπερνώντας το πλήγμα της έκπληξης και της απελπισίας, βρίσκουν το κουράγιο αφήνοντας ο καθένας το λυγμό του πάνω στο κερί και στο σώμα του άλλου. Ο άνεμος βομβίζει ξεκαρδιστικά κι εκείνοι αγκαλιασμένοι και βαρύθυμοι, χίλια κιλά ο καθένας με την λεπτή λεπτότατη κέρινη στήλη, βελούδινη πάνω στα μελαγχολικά δάκτυλα, περνούν το κατώφλι, αποτυχόντες, μα ενωμένοι στην αποτυχία, δηλαδή το κοινό τους τέλος πλέον είναι η ελπίδα ότι θα αναστηθούν και οι δυο, επωάζοντας μια νέα φλόγα, πιο ψηλή, πιο κραταιά, και αγέρωχη.

Κι αν δεν το κατάλαβαν οι δυο τους, ωστόσο έδωσαν ένα μάθημα ευγένειας στους άλλους που μες στα σκοτεινά τους ακολουθούσαν, σαν φωτεινές σκιές, σαν ζεύγη αλλόκοτων όντων, που κρατούσαν κι αυτοί την τύχη στα χέρια τους.

-Λέτε τελικά να αναστηθούμε πτωχοί και άδειοι, εν τη ενώσει μας;

-Ναι, θα τριφτούν τα σώματά μας και θα κάνουν τη νέα φλόγα που θα μας κυβερνήσει.

Π.Χ.

21/4/11

Ένας καλλιτέχνης

21.4.2011

Αφήνει μια γεύση και η μουσική, καθώς την καταπίνεις, από άλλα απορροφημένος κι εκείνη να σε τρυπάει πισώπλατα. Τα χέρια σου δεμένα σε άλλες έγνοιες, αλλά το τραγούδι θα καταφέρει τελικά να μπει μέσα σου, όπως τρυπώνει η ουρά των κυμάτων στις κρύπτες των βράχων. Και μπαίνοντας σαν να ξεπροβάλλει πάντοτε μια οθόνη αόρατη στο κενό του χώρου και στο φως του χρόνου, μια οθόνη όπου ανέκαθεν είσαι εσύ και ορισμένα ακηλίδωτα στιγμιότυπα της ζωής σου, εσύ και οι παλιοί φίλοι, εσύ και οι αγάπες σου, οι νεανικές σου τρέλες, οι νεκροί σου, οι θάλασσες που αγάπησες, οι σκέψεις και τα όνειρα που έχουν αποσυρθεί δίνοντας τη θέση τους σε ωριμότερες επισκοπήσεις του καθ' ημάς ''ανατολικού'' βίου. Ξαφνικά οι πενιές του μπουζουκιού και το μικρό μπαγλαμαδάκι σαν να σε γαργαλούν πειράζοντάς σε, βγάζοντάς σε από τη στάση του ωμού ρεαλισμού και πηγαίνοντάς σε σε μια στάση ανασυρμένου συναισθήματος - τι καημοί, τι γλέντια, τι δίνες, οι παρέες των Ελλήνων, οι αμίμητοι χοροί τους, οι λαϊκές περιπέτειες, οι ρεμπέτες και οι πρόσφυγες, οι άνθρωποι που αγάπησαν και τρυπήθηκαν από λάμα οξύαιχμη, οι άνθρωποι που εξορίστηκαν για τις ιδέες τους, κάθε τραγούδι μια φαντασία και μια κοινωνική ιστορία, να ανοίγεται πάντοτε σε βάθος απώτατων χρόνων. Το τραγούδι για το Εγώ που αναφέρεται στο Εσύ, και η φωνή του καλλιτέχνη βγαλμένη άλλοτε από ένα παλιό ηχείο, από ένα απολιθωμένο δάσος, από ένα βαθύ φαράγγι, από έναν σκονισμένο καφενέ, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζητούμενο των εσωτερικών μας δονήσεων, των παθών της καρδιάς. Εκεί που παιδευόσουνα παλεύοντας με τα χέρια σου, ξαφνικά έρχεται μια μουσική και σε απάγει τραβώντας σε από τα πέταλα της καρδιάς, κι απομένεις συλλογισμένος εκεί, στο μέσο της κάμαρας, ψάχνοντας κάτι, ή κάτι σοφά διαπιστώνοντας. Με τη μουσική βάζεις το θερμόμετρο πάνω στην υφέρπουσα αρρώστια της ψυχής, αναμετριέσαι με το χρόνο και τις προσδοκίες σου, σε απολογισμό χαμένος και σε απολογία προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Και τι παράξενη αίσθηση να ακούς τη φωνή του καλλιτέχνη όταν πλέον αυτός δεν υπάρχει. Στ' αλήθεια, δεν γνωρίζεις καλά καλά πού τω όντι βρίσκεται - μήπως σε κοροϊδεύει και ψευδολογούν όσοι λένε πως χάθηκε; Από πού έρχεται αυτή η φωνή; Από το παρελθόν έχει ξεμείνει σαν στοιχειό ή από τον Άδη αναστήθηκε κι υψώθη; Αυτή η απροσδιοριστία σε κάνει σχεδόν να τρεκλίζεις, αβέβαιος και για το δικό σου βήμα, για το πού στ' αλήθεια ανήκεις κι εσύ, καθώς κάθε μέρα σε φτύνει στον κόσμο και σου δίνει μια πίστωση έργου. Σαν προφήτης και ο καλλιτέχνης, μια αόρατη πυξίδα αυτή η φωνή του, ένας μυστηριώδης αστερισμός, μια υπερπόντια πίστη, και τα λόγια του τραγουδιού πόσο κραταιά σε εγκολπώνονται και υπακούεις στην πεποίθησή τους. Το τραγούδι είναι ένας μικρός Θεός, ένας ήλιος που σε φωτίζει άμα σε βρει, αλλά και ένας καθρέφτης που δείχνει πού περίπου έχεις φτάσει στην πορεία σου σε αυτήν την πολυθόρυβη έρημο των πόλεων. Σαν μοναχός και ο καλλιτέχνης, σε καλεί με έναν ύμνο που έρχεται από το τότε, από το τώρα, από το πουθενά, κρυμμένος στη σκήτη του, τραγουδάει κατά στιγμές, σαν τον αρχαίο αοιδό, σαν τον λυρικό ποιητή, φτιάχνει μια ελεγεία, έναν θρήνο και μαζί μια καντάδα, γιατί όπως και να το κάνουμε δύο όψεις έχει η ζωή, το γλυκό και το πικρό, αξεχώριστα δεμένες μεταξύ τους. Το τραγούδι, κάθε τραγούδι είναι ένα μικρό Πάσχα, όπου από τη μια η σταύρωση κι από την άλλη η ανάσταση.

Καλή ανάσταση

19/4/11

Οι σύγχρονες "Νεφέλες" εν έτει 2011

19.4.2011

To φάντασμα/η ψυχή του γερο-Καραμανλή, του παλαιού Σερραίου πολιτικού, αναγκάστηκε να αφήσει τον κήπο του/της στον Κάτω Κόσμο και να αφιχθεί στην Αθήνα, λόγω των πολιτικο-οικονομικών ταραχών που γίνονταν στην Αττική, την περίοδο του Μνημονίου.

Ο γιος του γερο-Καραμανλή, Κωνσταντίνος, γνωστός ως Μπούλης της Ραφήνας, αναθρεμμένος και σπουδαγμένος σαν αριστοκράτης, καταχρέωσε με τις σπατάλες του και τη άσωτη ζωή του τη χώρα και αποχώρησε βουβά, ωσάν να μην είχε πράξει τίποτε το αντικανονικό και το ανήθικο.

Στριμωγμένος ο γερο-Καραμανλής από τους ψηφοφόρους του κόμματός του (ΝουΔούλα) αλλά και από αντιφρονούντες ιδεολογικά και πατριωτικά σκεπτόμενους πολίτες της χώρας, παίρνει την απόφαση να στείλει το γιο του στο Φροντιστήριο του νέου οικονομολόγου Γιώργου Παπακωνσταντίνου για να μάθει τον άδικο και τον δίκαιο οικονομικά λόγο, ώστε να μπορεί να δικαιωθεί στις δίκες που ετοιμάζονται να του στήσουν οι Αθηναίοι για τις σπατάλες και τη διαφθορά της κυβερνητικής θητείας του και να γλιτώσει από την πολιτική ευθύνη και τα διάφορα δανεικά και βεβαίως όχι αγύριστα με τα οποία επιβάρυνε τη χώρα.

Ο Μπούλης ωστόσο δεν έχει καμιά όρεξη να κλειστεί στη σχολή του Παπακωνσταντίνου κι έτσι, ο γερο-Καραμανλής αναγκάζεται να φοιτήσει ο ίδιος στο Φροντιστήριο. Γρήγορα όμως ο ''φωτισμένος οικονομολόγος'' τον διώχνει ως ανεπίδεκτον μαθήσεως και τελικά πείθει τον γιο του να φοιτήσει στη σχολή του. Σύντομα θα αντιληφθεί πως όλα τα μαθήματα που θα λάβει ο γιος του θα τα πληρώσει ο ίδιος και μάλιστα πικρά...

Ο Κωστάκης διαφωνεί μαζί του και στο τέλος τον δέρνει. Κάτι περισσότερο: μπορεί και θεωρητικά να του αποδείξει ότι τα παιδιά έχουν δικαιώματα και υποχρέωση να δέρνουν τους γονείς τους. Ανίσχυρος πια ο γερο-Καραμανλής και μετανιωμένος για την άνοδό του στην κολασμένη και μαινόμενη Αθήνα βάζει φωτιά στο Φροντιστήριο του Παπακωνσταντίνου, για να πάρει τουλάχιστον εκδίκηση από τον δάσκαλο μιας τέτοιας ανήθικης σοφίας και απαράδεκτης ηθικής θεωρίας.


Υ.Γ.: Η πραγματική συγγενική σχέση Εθνάρχη - Μπούλη δεν ελήφθη υπ' όψιν καθώς προκρίθηκε η εν τη κωμωδία σχέση Στρεψιάδη - Φειδιππίδη, πατρός και υιού.
Π.Χ.


14/4/11

Θέμα για μια σύγχρονη τραγωδία

14.4.2011

Ο Δήμος της Αθήνας αντιμετωπίζει ένα οδυνηρό οικονομικό αδιέξοδο και στενάζει υπό το βάρος μιας πολυεπίπεδης κρίσης. Οι κρατικοί αξιωματούχοι πάσης προελεύσεως συγκεντρώνονται στην πλατεία Κλαυθμώνος και απευθύνουν μύδρους και ''αρές'' κατά των θεών που τους έχουν εγκαταλείψει στην οικονομική τους ένδεια. Απευθυνόμενοι, δε, στο μέγα πλήθος των πολιτών, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο απόλυσης των χιλιάδων υπαλληλίσκων που συμποσιάζονται αντιπαραγωγικά έξω από το Βουλευτήριο και το Πρυτανείο. Μέσα από το πλήθος οδηγείται στην εξέδρα των επισήμων ο τυφλός μάντης που τον κατευθύνει ένα νεαρό παιδί. Ο μάντης συμβουλεύει τους αξιωματούχους να μην τα βάζουν με τους θεούς γιατί θα προκύψει κάποιο κακό. Εκείνοι τον αποπέμπουν κακήν κακώς διαολοστέλνοντας τη μαντική του ικανότητα. Το ίδιο βράδυ παρουσιάζονται φίδια στο όνειρο του δημάρχου της Αθήνας και πλησιάζοντάς τον τον τσιμπούν στα γεννητικά όργανα. Όταν ξυπνάει ο δήμαρχος, νιώθει ταραγμένος από το κακό όνειρο. Ρωτάει την γριά υπηρέτρια που γνωρίζει να ερμηνεύει τα όνειρα κι εκείνη του λέει πως αίμα θα στάξει πάνω από τη σκεπή του οίκου του. Εκείνος τρομάζει και οχυρώνεται μέσα στο σπιτικό του. Το ίδιο βράδυ τον επισκέπτεται εν οίκω με φτερωτό άρμα του Ηλίου η θεά Αθηνά και του μηνύει πως προκειμένου να σωθεί η πόλη από την οικονομική ένδεια, πρέπει να θυσιαστεί η κόρη του. Εκείνος δέχεται πλήγμα κεραυνοβόλο και εκλιπαρεί τη θεά να βρει μιαν άλλη λύση, μετανιώνοντας μάλιστα για την πρότερη στάση του απέναντι στους θεούς. Η Αθηνά του λέει ότι ή θα θυσιαστεί η κόρη του και θα σωθεί όλη η πόλη ή ο ίδιος θα απολέσει το αξίωμά του και ένας λοιμός θα ενσκήψει που θα προκαλέσει τη γενική, απάντων, δυστυχία. Ο δήμαρχος βρίσκεται σε εσωτερική σύγκρουση αλλά τελικά προκρίνει το συλλογικό όφελος. Στέλνει τον κήρυκα να αναγγείλει το μαντάτο σε όλους τους πολίτες. Εκείνοι ζητωκραυγάζουν για την ελπίδα σωτηρίας όλης της πόλης. Οι φωνές τους φτάνουν ως την κάμαρα του σπιτιού της κόρης του δημάρχου, η οποία διαμένει έξω από το άστυ. Έκπληκτη μαθαίνει τα γεγονότα από ορισμένους βοσκούς και πέφτει σε απελπισία. Καταριέται την κακή της τύχη, τους θεούς αλλά και τον ενδοτικό πατέρα της, που χωρίς επιμονή λύγισε υπό το βάρος του διλήμματος αποφασίζοντας τη θυσία της. Μια δράκα φρουρών έρχονται να την πάρουν κι εκείνη τους ζητεί να δει τον πατέρα της για τελευταία φορά. Σε έναν οξυμμένο αγώνα λόγων, η κόρη του δημάρχου καταρρέει μπρος στο αγέρωχο σώμα του πατρός της. Ο δήμαρχος διατάζει τους φρουρούς να την πάρουν για να την οδηγήσουν στο βωμό και ο Χορός, γυναίκες της Αθήνας, στηθοκοπιέται και σε ένα δακρύβρεχτο χορικό όλο γόους και εξάρσεις εκφράζει τη ''συμπάθειά'' του προς τη θυσιαζομένη με κραυγές για την τύχη της ανθρώπινης φύσης. Ο αγγελιαφόρος εισέρχεται στη σκηνή και περιγράφει τη θυσία που κατά τα λεγόμενά του έμοιαζε με σφάξιμο βοός. Όλη η πόλη συμπάσχει, και ταυτόχρονα θυσιάζει στους θεούς για την μεταβολή προς το βέλτιον της όλης κατάστασης. Ωστόσο, παρά την γενική ελπίδα ανάκαμψης, ένα νέο δεινό απειλεί την πόλη. Ο εξόριστος αδελφός του δημάρχου, παραγκωνισμένος από τον τελευταίο προκειμένου να μην έχει φιλοδοξίες κατάληψης της αρχής, κηρύττει τον πόλεμο κατά της αδύναμης σε όλους τους τομείς Αθήνας. Ο δήμαρχος απευθύνεται στη θεά Αθηνά που του υπόσχεται βοήθεια στην κρίσιμη ώρα, την ίδια στιγμή που τον εξόριστο καθοδηγεί ο θεός Άρης εξάπτοντάς του την πολεμική μανία. Ωστόσο, η θεά Αθηνά τού γλυκαίνει τον ψυχισμό κι εκείνος σαν μεταμορφωμένος αποφασίζει να μεταβεί στην Αθήνα ξέχωρα από τον στρατό του, σαν ξένος, μεταμφιεσμένος, για να δοκιμάσει τα αισθήματα του αδελφού του. Ο ''ξένος'' βρίσκει τον αδελφό του στο Δημαρχείο και του λέει πως ο εξόριστος αδελφός του δεν έτρεφε ποτέ κακά αισθήματα για τον ίδιον καθ' όλη τη διάρκεια της εξορίας του και πως η όποια επίθεση δεν έχει προσωπικό κίνητρο. Ο δήμαρχος είναι καχύποπτος και δεν πιστεύει τα λόγια του ξένου, θεωρώντας ότι ματαιοδοξία και αλαζονική μανία κατάκτησης της εξουσίας τυφλώνουν τον εξόριστο αδελφό του. Ξαφνικά, εισέρχεται στο γραφείο του δημάρχου η γριά υπηρέτρια του σπιτιού του και παρατηρεί ένα μελάνωμα πίσω από το δεξί αυτί του ''ξένου''. Κατόπιν ερωταποκρίσεων, αντιλαμβάνεται ότι ο ''ξένος'' είναι ο αδελφός του δημάρχου και οδηγεί με τα λόγια της τη συνάντηση προς την αναγνώριση των δύο αδελφών, που παραμερίζουν την όποια υποτιθέμενη αντιπαλότητα και σφιχταγκαλιάζονται με ύψιστη θέρμη. Ο ''ξένος'' υπόσχεται στον αδελφό του να σταθεί στο πλευρό του μα τη στιγμή που μαθαίνει για τη θυσία της ανιψιάς του λιποθυμά μπροστά του. Εντωμεταξύ, η γυναίκα του δημάρχου δεν έχει πάψει να θρηνεί για το χαμό της κόρης της και καταφέρεται ενάντια στον σύζυγό της που διάλεξε τη λύση της θυσίας. Μια απρόβλεπτη βακχική έκσταση τής πλάθει στο μυαλό την επιθυμία να τον εκδικηθεί φονεύοντάς τον και εν συνεχεία να ακολουθήσει τη μονάκριβή της στον τάφο αυτοκτονώντας. Εκτός εαυτού, μην ξέροντας τι κάνει και τι θέλει, προετοιμάζει τον εαυτό της για το φόνο και περιμένει την άφιξη του ανδρός της. Μεθοκοπά από αφροσύνη και κρύβει το μαχαίρι κάτω από το προσκεφάλι της συζυγικής τους κλίνης. Ο δήμαρχος επιστρέφει και όλος χαρά διηγείται τα καθέκαστα στη σύζυγό του (άφιξη στην πόλη του ''χαμένου'' αδελφού του, κατάπαυση της απειλής του πολέμου, ελπίδα αναγέννησης των πάντων), αλλά αμέσως αντιλαμβάνεται την αλλαγή ''ήθους'' της. Αρχικά ειρωνεία, έπειτα προσβολή και στο τέλος λεκτική επίθεση είναι οι ''απαντήσεις'' της στα χαρούμενα μηνύματά του. Ο δήμαρχος προσπαθεί να την φέρει στον εαυτό της κι όταν αυτό βλέπει ότι δεν είναι εφικτό, αποτραβιέται στην κάμαρά τους. Σηκώνοντας μάλιστα το προσκέφαλο της κλίνης τους, βρίσκει το εγχειρίδιο, κοφτερό, απειλητικό, σαν σύμβολο ή σημάδι για κάτι που θα ακολουθήσει. Η γυναίκα του ετοιμάζεται να πλαγιάσει δίπλα του για να εκτελέσει το σχέδιό της, αλλά την κρίσιμη στιγμή η σύμπραξη Αθηνάς και Αφροδίτης την μεταμορφώνουν, της παίρνουν το άλογο θυμικό, την φέρνουν στον εαυτό της και την κάνουν θελκτική, άκρως επιθυμητή. Μπαίνοντας βλέπει τον άνδρα της να περιεργάζεται το κοφτερό εγχειρίδιο, του λέει λόγια γλυκά της Κύπριδος, και η υποτιθέμενη δολοφονία μετατρέπεται σε μιαν υπέροχη ερωτική ένωση κατά την οποία εκείνος κόβει τα εσώρουχά της και τα ''θυσιάζει'' στο βωμό της ιδέας μιας δικής τους, προσωπικής ''αναγέννησης''. Η προσωπική ευτυχία του ζεύγους έρχεται να συνδυαστεί με τη συλλογική χαρά, καθώς στο τέλος του δράματος, μια θεϊκή επιφάνεια, η απρόσμενη ουρανόσταλτη άφιξη του θεού Πλούτου γεμίζει την πόλη με ''ανεμόεντες οβολούς''. Ξαφνικά όλη η πόλη γίνεται ένα ορμητικό ποτάμι πλούτου και χαράς και γυαλίζει στο φως το βλέμμα της χαράς και η όψη των νομισμάτων. Οι χιλιάδες υπαλληλίσκοι συγκεντρώνονται στην αγορά και αποθεώνουν τους κρατικούς αξιωματούχους, με ένθεη μανία ζητωκραυγάζουν έχοντας στα χείλη το όνομα του δημάρχου και σφάζουν κριάρια και βόδια προς τιμήν του θεού Πλούτου. Όλα τα αγαθά έχουν ξαφνικά πολλαπλασιαστεί και οργανώνονται αγώνες αθλητικοί και τελετές τιμής και δόξας χάριν της ευγνωμοσύνης των πολιτών προς το ''θείο'' πλήρωμα. Μέσα στο ''κουβάρι'' των πανηγυριστών φαίνεται και η ψυχή-το φάντασμα της κόρης του δημάρχου, που ανακουφίζεται με την επίγνωση της δικής της θυσιαστικής συμβολής.

Π.Χ.  

11/4/11

Ολονυχτία για τον Παπαδιαμάντη στο "Μεταίχμιο"

11.4.2011

Πήγα στην Ολονυχτία για τον Παπαδιαμάντη στο "Μεταίχμιο" και παρακαλώ διαβάστε μαζί μου ορισμένα κωμικά περιστατικά που αλίευσα:

1. Όταν έφυγα γύρω στις 10.30 μ.μ. διάβαζαν "Φόνισσα". Όταν και εκ περιεργείας ξαναγύρισα γύρω στις 1.00 το πρωί δεν είχαν ακόμη τελειώσει τη "Φόνισσα". (Σκότωσέ το το χαϊδεμένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω...)
2. Κατά εντελώς συμπτωματικό τρόπο, το "Μεταίχμιο" είχε προλάβει να εκδώσει τη "Φόνισσα" από μιαν έκδοση του 1912 (φωτοανατύπωση). Οπότε οι μη ακουστικοί τύποι αναγκάζονταν να την αγοράσουν προκειμένου να προσηλωθούν στο κείμενο. (Είδες η Φραγκογιαννού πόσα... φράγκα κοστίζει;)  
3. Είμαστε στον 2ο όροφο σε μια μικρή κάμαρα που μάλλον προορίζεται για σεμινάρια 15 ατόμων. Στενόκωλο το Μεταίχμιο για τον Παπαδιαμάντη. Στους τοίχους τα πορτρέτα του συγγραφέα. Πώς συνέβαινε, δεν ξέρω, μάλλον ο ιμάντας συγκρατήσεως των μίνι τελάρων δεν ήταν επαρκής, κι εκεί που διάβαζε αμέριμνος ο Χ λογοτέχνης μπουπ, πάρτο κάτω το τελάρο. Και μάλιστα έργο συμμετέχον στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό. Οπότε, σήκωσέ το το τιμημένο...
4. Διαβάζει πρώτος ο Μάνος Ελευθερίου αλλά μάλλον έχει ξεχάσει τα γυαλιά του και πάει προσεκτικά, μην κάνει το μεγάλο λάθος. Διαβάζει ο Νικήτας Παρίσης, αργά, σαν να θέλει να προκαλέσει νυσταγμό, σαν να διαβάζει από άμβωνος το Κατά Ματθαίου... Διαβάζει η Φακίνου, διαβάζει ο Γκόνης, διαβάζει η Ζατέλη, παρέλαση είναι και όλοι διαβάζουν. Σαν να έχουμε εδώ έναν άλλο διαγωνισμό, της πιο ωραίας ανάγνωσης. Εντωμεταξύ, στις 1.00 το πρωί που σχετικώς είχε αδειάσει το ''κατάστημα'' και όλων τα μάτια είχαν γίνει όπως των ψαριών, φαίνεται είχαν στερέψει τα μεγάλα ονόματα αλλά και οι προγραμματισμένοι αφηγητές και ένας νεαρός με μούσι και ιδρωμένες μασχάλες, μεγαλόσωμος, αυτός που πρέπει να είχε την ευθύνη της Ολονυχτίας, απευθύνει τον λόγο στο ''κοιμισμένο κοινό'': Μήπως θα ήθελε κανείς άλλος να διαβάσει; Κύριε Μήτρα, εσείς; Ο Μήτρας νεύει ''όχι''. Τελικά ως εκ καλής τύχης βρίσκονται ένα δυο νέα παιδιά που ο υπεύθυνος τα ονομάτιζε σαν να ήταν πασίγνωστοι σταρ και ανεβαίνουν στο μικρόφωνο. Ο ένας μάλιστα ψεύδιζε ή δεν έλεγε καλά το ''ρ''. Πώς δεν βρήκα κανέναν στους ''κάτω'' , επιστρέφοντας, να ροχαλίζει ζήτημα είναι. Είπαμε να κάνουμε Ολονυχτία, όχι υπνοθεραπεία.
5. Πώς κόβεται ένα κείμενο; Δεν μας βοηθάει στο κόψιμο και η έκδοση του κειμένου; οι ανακοπές-οι κενοί χώροι, το άνοιγμα του διάστιχου, το τέλος των ενοτήτων, των υποενοτήτων, των επιμέρους κεφαλαίων; όλα αυτά δηλαδή τα οπτικώς αντιληπτά κενά που αποτελούν μικρά διαλείμματα κατά τη ροή της αφήγησης; Ε, φαίνεται πως επειδή ήταν μακρύς ο κατάλογος των επισκεπτών-αναγνωστών, ορισμένες ''κοπές'' δεν ήταν και τόσο πετυχημένες. Ειδικά, όταν υπάρχει διαλογικό μέρος. Οπότε έχουμε, οπ τέλειωσε αυτός, παλαμάκια, φεύγει ο ένας, δίδει τη σκυτάλη στον επόμενο, σκύβει αυτός με σοβαρότητα πάνω στο κείμενο και ξεκινά μέχρι την επόμενη παύση. Ωραία η αφηγηματική σκυταλοδρομία. Ήταν σαν να έχουμε μπροστά μας μια πισίνα και η αλλαγή σκυτάλης (και το πήδημα... στο νερό) να γίνεται όχι στην μία ή στην άλλη άκρη της πισίνας, αλλά εν τω μέσω της αποστάσεως, κάπου δηλαδή στα 20 και όχι στα 50 μέτρα.
6. Οι χορηγοί της βραδιάς κατά τον εκδότη ήταν η Λίπτον και η Κνορ, που προσέφεραν, λέει, τσάι και σούπες! Εγώ βέβαια δεν είδα ούτε έναν με τη σούπα ανά χείρας, ενώ η αλήθεια είναι ότι είδα κουτιά τα Λίπτον στον ημιόροφο όπου το μπαρ. Μήπως οι χορηγοί νόμιζαν ότι θα πάει ως το πρωί; ότι είναι χειμώνας άγριος και ότι έξω στην πόλη κάνει δριμύ κρύο κι ότι η συνάντηση είναι σε ναό, ''όρθρου βαθέος''; Εκτός κι αν η σούπα ταίριαζε με το καφενείο του ξεπεσμένου δερβίση, που ήταν το πρώτο και το τελευταίο διήγημα που διαβάστηκε πλην της "Φόνισσας".
7. Ωραία φάση: Μέσα η Φραγκογιαννού το πνίγει, έξω στο πεζοδρόμιο γνωστοί και άγνωστοι γελούν και χαχανίζουν. Τα λένε ύστερα από τόσον καιρό. Ενώ στο ταμείο οι κοτούλες έχουν τρελή δουλειά. Μετράνε, τυλίγουν, χαιρετάνε, κουτσομπολεύουν. Α ρε Αλέκο, αυτές είναι εκπτώσεις.
8. Στο καμαράκι ήτανε ένας ψαρωμένος αλλοεθνής καμεραμάν, δεν μου είπε από ποιο κανάλι. Είχε στήσει την κάμερα και δίπλα κι εγώ με την ερασιτεχνική, να βρίσκω έρεισμα στον τοίχο. Αυτός ήθελε να τραβήξει ένα δίωρο, αλλά βαριόταν φαίνεται, γιατί όλο καθόταν στην καρέκλα πίσω από την κάμερα και η κάμερα ήταν στημένη και ακίνητη, ένα πλάνο στατικό που έπαιρνε τους σκυταλοδρομείς. Εντωμεταξύ, φοβόταν μήπως με τη φτέρνα μου ακουμπήσω το ένα από τα τρία ποδάρια της κάμερας και του χαλάσω τη μετάδοση/την εικόνα. Οπότε κάπως συμπιεζόμουνα, πίσω ο τρίποδας, δεξιά πάνω μου τα πορτρέτα του διαβόλου να πέφτουν από μυστήριες πνευματικές δυνάμεις, ενώ αριστερά ένα τείχος από σώματα, κάπου ανάμεσά τους κι ένας γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας, με ένα ωραίο φθαρμένο τζινάκι. Νομίζω ότι η σύλληψη της όλης ιδέας ήταν επιτυχής, αλλά ήθελε συμπλήρωση: ήθελε διάλογο το πράμα, να ανάψει το ενδιαφέρον, το να διαβάζεις από τις οκτώ και τέταρτο μέχρι τις δύο, ε, κάπου το κουράζεις το πράγμα, και τελικά η όρεξη γίνεται άσκηση υπομονής. Τουλάχιστον, το κοινό είδε από κοντά τους σταρ. Φανταζόμουνα ότι κάποιος φαρσέρ θα ντυνόταν Παπαδιαμάντης και με ένα ψεύτικο μούσι θα έμπαινε μέσα ξαφνικά και θα τους κοκκάλωνε όλους.

Πάντως, υπήρχαν και θετικά σε αυτή τη βραδιά. Π.χ., ότι πολλοί έμαθαν πού πέφτει το "Μεταίχμιο'', που μας βασανίζει πολύ, γιατί την ανεβαίνεις την Ιπποκράτους ανάποδα μέχρι να το βρεις. Κόντρα στο ρεύμα δηλαδή, όπως πρέπει να πηγαίνει κάθε αιρετικός για να βρει τη γιατρειά του.  

Π.Χ.

8/4/11

Μετακόμισε

8.4.2011

Στις 30.3.2011 ο κος διαμαρτυρόμενος "Κόμματα = Κέντρα Παιδοφιλίας" μετακόμισε (μήπως καθ' υπόδειξιν;) στη λεωφόρο Αμαλίας.



Σιγά, καλέ, θα σε φάνε οι ''κίτρινοι'' ταληρομπεκρήδες!

Π.Χ.

Τα χάλκινα

8.4.2011

Α: "Πήγα Κουστουρίτσα. Φανταστικός".
Β: "Εγώ πήγα Μπρέγκοβιτς. Άλλο πράμα".
Γ: "Εμείς είμαστε Καστοριά στα Ραγκουτσάρια. Εκεί να δεις κέφι".
Δ: "Α, ρε μαλάκες. Χάνετε τα λεφτά σας. Εγώ κατεβαίνω στην πλατεία Κοραή και τα ακούω όλα τζάμπα".


Π.Χ.