25/6/10

Μπερδεμένες ελλαδικές ιστορίες

25.6.2010

Έφτασαν οι Γάλλοι στα Επτάνησα και νά σου ο ύμνος στον Ναπολέοντα, ως σπορέα ελπίδων. Πού θα πάει, θά 'λθει και για μας η πολυπόθητη λευτεριά, κι ας περιμένουμε λιγάκι ακόμα. Στην "Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως" η Ανδρονίκη "ξυπνάει" τον αγαπημένο της λέγοντάς του ότι "εγώ πλέον γράφτηκα στην Φιλικήν Εταιρείαν, των Σκουφά, Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλου". Τελικά και παρά τας αντίξοας συνθήκας ξυπνάει και η Επανάσταση. Ο Σολωμός, λέει, καθόταν σε ένα ταβερνάκι και μόλις άκουσε τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, είπε αυθορμήτως τους πρώτους στίχους του ομώνυμου Ύμνου. Στο Μεσολόγγι τρώνε γάτες και ποντίκια, και η ομορφιά της Φύσης έχει σκαρώσει ένα παιχνίδι πειρασμού και αντοχής στους πολιορκουμένους. Λίγο είχε κατέβει στην Ελλάδα ο Κάλβος, και στον "Ωκεανόν" του μιλά συμβολικά για το πέρασμα από τη μεγάλη νύχτα στη μεγάλη μέρα. Τελικά φτάνουν οι Βαυαροί ως νέοι δυνάστες, και οι άνθρωποι του Φαναρίου υψώνουν την τέχνη ως την κεφαλήν των χριστιανικών καμπαναριών. Μέσα σε συνθήκες προστατευμένης ελευθερίας, αναπτύσσεται ο έρως και εμπεδώνονται κανόνες αιδούς και ευσεβείας. Ο Ραγκαβής στον "Λέανδρο" βάζει την Κοραλλία να απαντά αρνητικά στον θερμόαιμο ήρωα: "5 ημέρες γυρνούσα στον Πειραιά και το σκεφτόμουν. Τελικά με βοήθησε ο Θεός και δεν θα διαλύσω τον γάμον μου", αυτό ήταν το πνεύμα των λόγων της. Οπότε ο γάμος της σώζεται θεία βουλήσει. Μια άλλη Ελλάδα η Ελλάδα του 1850, με το αγροτικόν πρόβλημα οξύαιχμο και μονίμως εις τας επάλξεις της επικαιρότητος. Στον "Θάνο Βλέκα" οι αγρότες πυροβολούν και ο Θάνος πίπτει νεκρός.  Η αγαπημένη του στη συνειδητοποίηση του θλιβερού συμβάντος, πέφτει από το άλογό της και καταντά έκπνους. Ο Ρομαντισμός θέλει αχαλίνωτη φαντασία, σπουδή της Φύσης, ακόμα και θανατολαγνεία. Οι ποιητές στέκονται δίπλα στους τάφους και υμνολογούν την αλλοτινή ομορφιά των κορασίδων. Πού κείται, άραγε, η κοσμική ευτυχία; - ή μήπως μετά θάνατον βρίσκεται η ηδονή της ζωής; Από τέτοια μεταφυσικά ζητήματα κεντρίζεται ο άπιστος νους και ο Ροϊδης φτιάχνει μιαν ηρωίδα, την Ιωάννα, που μεταμφιεσμένη σε μοναχό παρωδεί τους μοναστικούς κανόνες, και μάλιστα πιάνει και σχέση με κάποιον Φρουμέντιο, και τους βρίσκουμε κάποια στιγμή και τους δυο στη Μονή Δαφνίου. Η "Εστία" κηρύσσει διαγωνισμό και το διήγημα ανατέλλει. Ο Βιζυηνός γράφει 6 όλα κι όλα, και σε ένα από αυτά ένα ραφτόπουλο θέλει να πιστεύει ότι θα γνωρίσει την όμορφη βασιλοπούλα. Ο Σκιαθίτης βιοπορίζεται με μεταφράσεις και κείμενα στον Τύπο, και υμνεί εμμέσως ''τον Θεόν του''. Η Εκκλησία ή η θρησκεία θέτει μια διαχωριστική γραμμή στις αντιλήψεις των ανθρώπων και των γραφιάδων. Η Ελλάδα περνά την πτώχευση του 1893, υποδέχεται τον ΔΟΕ και τον νέον αιώνα. Τα είδωλα του ελληνικού πολιτισμού θέλει ένας Γύφτος με ένα βιολί να αναδημιουργήσει και ο Παλαμάς φτιάχνει τον "12λογο".  Ενώ στη "Φοινικιά" τα λουλουδάκια των ριζών κοιτούν ψηλά το αιώνιο δέντρο και διαλογίζονται. Ο Αλεξανδρινός έχει περάσει από το Λίβερπουλ αλλά σκαλίζει συνεχώς τα ελληνιστικά ιστορικά επεισόδια, ενώ ένα βράδυ αφήνει την συμπαθητικήν ομορφιάν του Καισαρίωνος να μπει στην κάμαρά του. Μετά την ίδρυση του ΣΕΚΕ, αρχίζει η ιδεολογική γραφή και οι περιπέτειες της Αριστεράς θα τραβήξουν αμειώτως ως τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ επί ''Εθνάρχου''. Στον Μεσοπόλεμο, ''Τα Νέα Γράμματα'' γράψαν ιστορία, και οι διανοητές της ελίτ τραβάνε για τα παρθένα νησιά, Πόρο, Αίγινα, Μύκονο, Άνδρο. Οι Μικρασιάτες βάζουν τα κιλίμια στους τοίχους και φτιάχνουνε σουβλάκια και χαλιά, και η περίφημος "Γενιά του 1930" δεν θέλει το κλάμα του Καρυωτάκη. Ο σοσιαλισμός απλώνει δίχτυα στους τόπους της γραφής, στα χρόνια του 1930 παρουσιάζεται ως ιδεολόγημα η περίφημος "ελληνικότης", αρχίζουν οι πρώτες εξορίες επί Μεταξά, ο Τάσος Τούσης εμπνέει τον Ρίτσο για τον "Επιτάφιο" του 1936, ο Ελύτης ανεβαίνει στα βουνά της Αλβανίας, οι οργανώσεις έρχονται σε αντιπαράθεση, ο Εμφύλιος αφήνει κονσερβοκούτια στη μνήμη, όπως τους εκδοροσφαγείς επί Μεσοπολέμου στην Κόντρα Λαϊκού Κόμματος και Κόμματος Φιλελευθέρων, και μετά ο κλαυθμός και ο οδυρμός, οι χαμένοι σύντροφοι, στη Μακρόνησο όπως λέει ο "Λοιμός" του Φραγκιά μαζεύουν μύγες και παίρνουν δώρα, η αποσταλινοποίηση, η ποίηση της ήττας, το αίμα στα ποιήματα του Σαχτούρη, οι τουφεκισμοί στην "Σωτηρία". Η Ελλάδα του 1950 είναι μια άλλη Ελλάδα, δύο ταχυτήτων, ξερής και άνυδρης κατά τόπους γης. Ο Gastarbeiter πάει στη Γερμανία και μιλάει στην ψυχή του Χατζή στο "Διπλό Βιβλίο", ενώ στα "Στοιχεία της Δεκαετίας του 1960" κάποια κυρία Μίνα απαντάει με αισθηματικές συμβουλές σε ανήσυχους νέους και νέες της εποχής. Εξαίφνης έρχεται κάποια Δευτέρα του Απριλίου, όπου ο Έρωτας και ο Απρίλιος δεν χορεύουν ούτε γελούνε, και μπαίνει γύψος στο χέρι και στο στόμα των γραφιάδων, ο Ρίτσος με έτοιμες τις αποσκευές του φεύγει για τη Σάμο, και αρχίζουν πάλι οι μεταγωγές κελλιών και οι τσάμικοι χοροί. Στα "18" κείμενα κάτι πάει να ορθωθεί και ο κύριος Μένης κοιτάζει σκυφτός το πάτωμα μιας δικαστηριακής αίθουσας. Τελικά έρχεται το Πολυτεχνείο, η πτώση της Πύλης των νέων πολιορκουμένων (του Σολωμού), και κάπου μέσα στο πλήθος βλέπω την Ιωάννα Κ. και την Πέπη Ρ. Ο Κοτζιάς γράφει την "Αντιποίησιν αρχής" και οι δρόμοι είναι γεμάτοι με καμπαρντίνες και μαύρα κωμικά γυαλιά, πάνω από μουστάκι περιποιημένον. Ο Εθνάρχης κυλάει τη ρόδα προς τα μπρος και η αγορά "ανοίγει". Όταν πέφτουν τα πρώτα εοκικά χρήματα, κάποιοι τριγυρνούν στους δρόμους και γελάνε μετρώντας τα ψιλά. Τελικά, ελέω μιας τεχνολογικής επανάστασης, γράφουμε όλοι πλέον τους πόθους μας και τους βάζουμε σε δέματα προς φίλους και εχθρούς, που αν σκάσουν, διαλύουν σχέσεις και αγάπες αιώνων. Αμήν, Κύριε.

Π.Χ.

22/6/10

O ''Άγιαξ" με τα μάτια του Μανόλη Αναγνωστάκη

22.6.2010

(Το κείμενο είχε αναδημοσιευθεί στην εφημερίδα SportDay, την 25.6.2005. Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αυγή τον Οκτώβριο του 1984 και αναφερόταν στον θρυλικό Άγιαξ της 3ετίας 1971-1973. Λόγω Μουντιάλ, ας γυρίσουμε και λίγο... πίσω για να θυμηθούμε στιγμές του ποδοσφαιρικού παρελθόντος...)

ΑΓΙΑΞ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η μεγάλη κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών), περνά ο Μεγάλος ΑΓΙΑΞ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη BELLA DONA δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.










Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες που ανατρέπουν τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μία επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα άξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- πολλούς τίτλους ή διεθνείς διακρίσεις όσοι μετρούν τις αξίες με συσσωρευμένα μετάλλια και μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα μήπως κληρονομείται η ιδιοφυϊα;
Ό,τι υπήρξε πριν τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία. Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων, της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδόσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
"Χορταίνουμε" μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούργιους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας θυμίσει άραγε κάποιος καμιά φορά πάλι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του '70;
Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ.

Μανόλης Αναγνωστάκης

(Διά την αντιγραφήν: Π.Χ.)

Η μεταδημοκρατία, τα δελτία ειδήσεων και η διαχείριση της κρίσης

«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν»
(Πράξεις Αποστόλων, 26,14)

Mακρά η ιστορία της ουτοπίας και των τόπων της. Aπό την Πολιτεία που ο Πλάτωνας περιγράφει στο ομώνυμο έργο του και την Aτλαντίδα, ως μυθική κοινωνία και ιδεώδη κοινωνία, μέχρι την πολιτεία στα σύννεφα, που βάζει τα πουλιά να στήσουν ο Aριστοφάνης στους Όρνιθες, τη Nεφελοκοκκυγία, από τις ουτοπίες της Aναγέννησης μέχρι την Oυτοπία του Tόμας Mουρ (1516), από την ουτοπική πολιτεία που περιγράφει ο Σαίξπηρ στην Tρικυμία (1621) μέχρι τη Nέα Aτλαντίδα του Φράνσις Mπέικον (1627) και το «ονομαστό βασίλειο της Mακαρίας» του Σάμουελ Xάρτλιμπ, την «Πόλη του Ήλιου» του Tομάζο Kαμπανέλα (1623) μέχρι τις «Aυτοκρατορίες του Ήλιου και της Σελήνης» του Σιρανό ντε Mπερζεράκ και τα «Φανταστικά Δεσμωτήρια» του Tζοβάνι Mπατίστα Πιρανέζι (1745-1760), και από τα φαλανστήρια του Σαρλ Φουριέ, τα πειράματα «ολοκληρωτικού σοσιαλισμού» του Tζ.-B. Aντρέ Γοδέν, τα «φαμιλιστήριά» του και τις κοινότητες που χρηματοδότησε στο Nτάλας και στο Tέξας (1854-1855) μέχρι τις ειδήσεις από την Oυτοπία του Oυίλιαμ Mόρις (1890) και την Kαινούργια Iκαρία που εγκαταστάθηκε στο Nάουβο του Iλινόις και εμπνέεται από τις αρχές του Eτιέν Kαμπέ (Tο ταξίδι στην Iκαρία εκδόθηκε το 1840) και τις αριστερίστικες κοινότητες του ύστερου Μάη του ’68, η ουτοπία περιγράφεται ως ένας ιδανικός τόπος διαμονής, τόσο όμορφος να ζει κανείς, ώστε είναι περίπου απρόσιτος, αντικείμενο θαυμασμού.

Ένας τόπος αλλού

Τόπος ευτυχίας, συγχρόνως «τόπος του πουθενά», τόπος «αλλού», η ουτοπία συνδέεται με την εμφάνιση του ατόμου ως ρυθμιστή του πεπρωμένου του και κινητήριας δύναμης της Iστορίας, του ατόμου με ελεύθερη βούληση και ελευθερία δράσης, ικανότητα σκέψης και αυτοστοχασμού. «Bλέπουμε καλύτερα γιατί οι ουτοπίες εκκολάπτονται στο έδαφος της Δύσης και, αρχικά, εκεί όπου αναδύεται η νεωτερικότητα, δηλαδή στην Iταλία και την Aγγλία, έπειτα εκεί όπου η πίστη αμφισβητείται, όπως στην Aγγλία και τη Γερμανία, όπου η λογική θεωρητικοποιείται, δηλαδή στη Γαλλία, και όπου η ελευθερία θεωρείται αυτονόητη, όπως συμβαίνει σε όλη την Eυρώπη και τις Hνωμένες Πολιτείες, αυτή την πέρα του Aτλαντικού Eυρώπη», σημειώνει ο Γάλλος καθηγητής Φιλοσοφίας στη Nαντέρ Tιερί Πακό, στο βιβλίο του H ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες (μτφ. Δημήτρης Δημουλάς, Scripta 1998).

Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει και ο κατάλογος ουτοπιογενών καταθέσεων που παραθέσαμε – και υπάρχουν πλείστες όσες. Κάθε εκπλήρωση, επεσήμαινε ο Μαρκ Μπλοχ σε έναν διάλογό του με τον Τέοντορ Αντόρνο, δεν είναι ακόμη πραγματική ή νοητή ή αξιωματική χωρίς να υφίσταται κάποιο κατάλοιπο ανεκπλήρωτου και αυτή η «σκόπευση του πλεονάζοντος αφήνει την οποιαδήποτε εκπλήρωση στόχου με τη μελαγχολία αυτού του κρίσιμου κατάλοιπου του ανεκπλήρωτου, εντός του οποίου η ουτοπία ανανεώνει τη σημασία και τη σπουδαιότητά της και καθίσταται μια άσβεστη πηγή και ένας υποκινητής του πλέον αναστοχασμού σε όλες τις σφαίρες του ανθρώπινου και του κοινωνικού», σημειώνει εύστοχα ο Στέφανος Ροζάνης στο πλαίσιο της εισαγωγής του στον τόμο Τρία κείμενα για την ουτοπία (μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Μεταίχμιο, 2007). Με αυτούς τους όρους, η ουτοπική πρόσβλεψη συνιστά οικουμενισμό του πλεονάζοντος και του ουσιαστικού, συστήνει μια ανατρεπτικότητα. Τούτης της πρότασης ανατροπής του υπάρχοντος η ουτοπική παρόρμηση συνιστά εικόνα, μια εικόνα τού τι πρέπει να υπάρχει, για να θυμηθούμε τον Μάρτιν Μπούμπερ (Μονοπάτια στην ουτοπία, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2000). Επομένως, αν οι ουτοπίες συγκροτούν και συστήνουν εν δυνάμει πραγματικότητες μέσα στο πραγματικό, αν, δηλαδή, δεν υφίστανται ακόμη με την έννοια της δυνατότητας, θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν μόνο αν κάναμε κάτι για αυτό, «όχι μόνο να ταξιδέψουμε εκεί, αλλά επειδή ταξιδεύουμε εκεί, το νησί της ουτοπίας αναδύεται από τη θάλασσα του πιθανού –ουτοπία, πλην όμως με νέα περιεχόμενα», για να προσφύγουμε στη καίρια παρατήρηση του Ερνστ Μπλοχ για την Ουτοπία του Τόμας Μουρ (Κάτι λείπει, μτφ. Στέφανος Ροζάνης, Έρασμος, 2000).

Από την ώθηση προς τα εμπρός στη φυγή μακριά

Όταν, όμως, ο Μουρ σκιαγραφούσε έναν κόσμο απρόσβλητο από απρόβλεπτες απειλές, ο πειραματισμός και ο αυτοσχεδιασμός ήταν βασικά προτάγματα της εποχής του. Ο Μουρ γνώριζε ότι ένας κόσμος απαλλαγμένος από ανασφάλεια και ποικίλους φόβους ήταν απλώς ένα όνειρο, ο κόσμος τότε ήταν αισιόδοξος, οιστρηλατημένος από την πρόοδο, «την πραγματοποίηση των ουτοπιών», σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουάιλντ.

18/6/10

"H γεύση του καπνού στο στόμα σου"

18.6.2010

Η Ιωάννα Λυμούρη - Φέτση συνέγραψε το με τον παραπάνω τίτλο επιγραφόμενο θεατρικό έργο (εκδ. Γράμμα), το οποίο παραστάθηκε στον "Φούρνο" από την Θεατρική Ομάδα Amor Omnia το 2006. Διαβάζοντας το έργο, εισχωρεί κανείς στο πεδίο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και μέσα από την προσωπική ιστορία και σχέση των Οδυσσέα - Κάλιας και Αλέξη γεννώνται σκέψεις γύρω από το ζήτημα της συναισθηματικής ισορροπίας, με την οποία ή άνευ της οποίας βαδίζουν πολλοί σύγχρονοι ήρωες. Όταν συντρίβονται οι οικογενειακές σχέσεις, καθένα από τα μέλη της "κοινότητας" κουβαλάει τα μυστικά του τραύματα, που είναι πολύ δύσκολο να κουκουλωθούν και τα οποία μετασχηματίζονται σε ένα μόρφωμα αποτελούμενο από υπεροψία, αλαζονεία, εγωισμό, εξουσιαστική διάθεση και την ίδια στιγμή από ενοχικές πιέσεις, χάσματα αυτοκριτικής, αυτοσαρκασμό και οδυνηρή ενδοσκόπηση. Ο χωρισμός διαλύει τη σχέση του ζεύγους και η συνέπεια αυτού του συμβάντος είναι η αποδυνάμωση και των δύο κεντρικών προσώπων. Αλλά, ωσάν μεταδοτικός ιός, το χαλασμένο κύτταρο της οικογενειακής δομής υπονομεύει και διαβρώνει και όλες τις μεταγενέστερες παρα-οικογενειακές σχέσεις. Ο πατέρας νοσταλγεί τα ωραία πρώτα χρόνια της σχέσης του και προσπαθεί με τη βία να επαναφέρει, ματαίως βέβαια, την πρότερη ατμόσφαιρα, όταν διακόπτει το ανελέητο κατηγορώ του εναντίον της μητέρας. Η μητέρα παγιδευμένη και αμήχανη μπρος στο δίπολο ή ζεύγμα "οικογένεια, μητρότητα - επαγγελματική ανέλιξη, καριέρα" γίνεται δέκτης επικρίσεων για την "ανικανότητά" της να εκτελέσει ορθά τους αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους της. Το παιδί, σαν χαμένο, βυθισμένο στα σκοτάδια άγνοιας του παρελθόντος, αρχίζει και αυτό να δηλητηριάζει το πνεύμα του με φοβίες και υποψίες, προσπαθώντας να ερμηνεύσει πρόσωπα και πράγματα. Πατέρας, μητέρα και παιδί ζουν το "ανικανοποίητο" στις σχέσεις τους και ουσιαστικά διαψεύδουν τα "περί αυταρκείας". Η κοπέλα, η φίλη του παιδιού, χωρίς να το θέλει, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει και αυτή μέσα στο σκοτεινό τούνελ των διαταραγμένων σχέσεων των προηγουμένων. Το έργο υψώνει ως βασικότατο παράγοντα οικογενειακής ευτυχίας και αρμονίας την παρουσία της Μητέρας, ως τροφού, ως παιδαγωγού, ως φορέα αγάπης και δείκτη καθαρών αξιών. Οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές του έργου (οι υπόλοιποι 2 είναι η φίλη του παιδιού και ένας ψυχίατρος-παρατηρητής της εσωτερικής ζωής) είναι όντα που ζητούν τη συμπάθειά μας, συντετριμμένα όπως είναι, αδύναμα να οργανώσουν την προσωπική τους ζωή με τρόπο τέτοιον ώστε να της δώσουν ρυθμό χαρωπό, τόνο ευφρόσυνο, μουσική ηδονική, μοιάζουν να τρεκλίζουν και "δαιμονισμένα" να παρασύρονται σε μάχες λόγων, ελέγχους εγκυρότητας της αληθείας, ανακριτικούς και νευρωτικούς διαλόγους. Ο καθένας έχει κάνει με τον τρόπο του κακό στον άλλον, ώστε το "τρίο" να συναποτελεί ένα πεδίο βλαβερών συνεξαρτήσεων. Απόδειξη τρανή ότι όταν κάτι δεν μας πάει καλά στη ζωή μας, ένας άνθρωπος ή περισσότεροι αποτελούν την αιτία της κακοδαιμονίας μας.
Η συγγραφέας δίνει δείγμα του δυναμισμού και συνάμα της νοσηρότητας των σύγχρονων (οικογενειακών) σχέσεων, που δυναμιτίζονται από την ισχύ των χαρακτήρων, την τάση επιβολής, την αδιαλλαξία, τη μοίρα του παρελθόντος που σαν σκιά πέφτει πάνω στο σώμα του παρόντος.
Το έργο τελειώνει με τρόπο δραματικό: με τον θάνατο της μητέρας, επιβεβαιώνοντας την πρόβλεψη του αναγνώστη ότι λύση θετική δεν θα βρεθεί και ότι το αδιέξοδο των σχέσεων φέρνοντας στο ρινγκ ξανά και ξανά τους ίδιους παλαιστές, δεν τους οδηγεί στη λύτρωση ή στην κάθαρση, αλλά στην πτώση, στη φθορά, στην καταστροφή.

Οι ήρωες δεν μπορούν να αποκοπούν από το παρελθόν τους και φέρουν τη "γεύση του καπνού στο στόμα τους".

Πέτρος Χριστοφιλίδης

16/6/10

Oι 700 προτάσεις

16.6.2010

Πώς κρίνουν αυτοί που εξουσιοδοτούνται να κρίνουν όσα τίθενται προς κρίσιν ενώπιον ειδικών και ανθρώπων;
Η ερώτηση αυτή απαντιέται με αναγωγή στις αισθητικές θεωρίες, στα θεωρητικά μοντέλα, στις σχολές σκέψης, στα ρεύματα και στις ιδεολογίες. Σίγουρα αυτός που κρίνει θα έχει και τα πιστεύω του και τα μ' αρέσει του. Υπό ιδανικές συνθήκες, πρέπει να τυφλώσουν τις εσωτερικές - πνευματικές ροπές τους και να γίνουν μηχανή εξαγωγής κρίσεων, απόλυτη, αμερόληπτη, απροκατάληπτη. Με τις κρίσεις των κρινόντων σώζονται καριέρες, γράφονται ιστορίες, βυθίζονται σχέδια. Έρχονται στην επιφάνεια τα καινούργια και πέφτουν στο σκοτάδι (ενδεχομένως) τα παλαιά και αναγνωρισμένα, εάν δεν επικρατούν με την προϋπηρεσία της δόξας τους.

Τα σκεπτόμουνα όλα αυτά γυρνώντας από μιαν εκδρομή κατά την οποία είχα την τύχη να ξεμοναχιάσω τη Λουκία Ρικάκη, η οποία διευθύνει έναν καλλιτεχνικό θεσμό στα Δωδεκάνησα (Κω και Ρόδο) που προβάλλει τον παγκόσμιο σύγχρονο κινηματογράφο. "Και πόσες ταινίες βλέπετε;" "Ου, καμιά επτακοσαριά", λέει η Ρικάκη, άλλες μεγάλης κι άλλες μικρής διάρκειας, όλες τις ώρες της ημέρας, ακόμα και στο μέσο της νύχτας. Κρατώντας σημειώσεις. Και έχοντας βέβαια στο πλευρό της ορισμένα λαγωνικά, που της φέρνουν το πράμα, από Δύση και Ανατολή.
Μάλιστα της ζήτησα να μου γράψει στο χαρτί ορισμένες ταινίες που είδε τελευταία και οι οποίες ''της έμειναν". Μου έγραψε δύο, εξηγώντας μου βέβαια ότι δεν πρόκειται για εμπορικό σινεμά. Η μία μεταφράζεται στα ελληνικά "Το σύστημα", και κατ' αυτήν η δράση μεταφέρεται σε φτωχογειτονιές της Νότιας Αμερικής (Περού μου είπε; Βολιβία; δεν το θυμάμαι), όπου ένας (;) μουσικός έχει την υπέροχη ιδέα να μαζέψει τα παιδιά των δρόμων και να τα σώσει από την πρέζα, πώς; Μαθαίνοντάς τους ένα εντόπιο παραδοσιακό όργανο (σαν να λέμε εμείς τη λύρα) και σχηματίζοντας μια τεράστια ορχήστρα από εκατοντάδες παιδιά-οργανοπαίχτες, που γίνονται μια φωνή, μια γροθιά και μια μελωδία εις τον κόσμον των παρανόμων και των διεφθαρμένων.

Αλλά και ο Γιώργος Λούκος που διευθύνει το Φεστιβάλ Αθηνών εξηγούσε στην Κατερίνα Ζαχαροπούλου τα της δουλειάς του: ''Δεχτήκαμε περίπου 700 προτάσεις, απ' αυτές γύρω στις 100 θα προκριθούν. Δεν σεβόμαστε τόσο τα γνωστά ονόματα. Μας εντυπωσιάζει η δίψα των νέων. Πολλούς από αυτούς τους επιλέγουμε όταν δούμε ότι έχουν να παρουσιάσουν κάτι πρωτότυπο, σοβαρό, συγκροτημένο. Στην Πειραιώς 260 έρχονται νέοι που δεν γνώριζαν πού είναι η Επίδαυρος. Εγώ κάθε βδομάδα ταξιδεύω και βλέπω έργα και φαντάζομαι πώς θα ήταν η παρουσίασή τους ενώπιον του ελληνικού κοινού και αν ταιριάζουν στην ατμόσφαιρα του χώρου" (περίπου αυτό ήταν το πνεύμα των λόγων του). Η κάμερα σκεπάζει τα λόγια του και δείχνει μια τεράστια εγκατάσταση από το Χώρο ΕΦ της Πειραιώς, με αποσυρμένους υπολογιστές, δωμάτια που θυμίζουν κάπως μπαρ ή τροχόσπιτα, ένα βιομηχανικο-τεχνολογικό τοπίο.

Η γενιά των 700 ευρώ σπέρνει τη σκέψη της και συλλέγονται εκατοντάδες ετερόκλητες προτάσεις. Μπορεί να σου κάτσει η μπίλια στο κόκκινο, μπορεί και όχι, που έλεγε σε ένα βιβλίο του ένας συνονόματός μου. Το θέμα βέβαια είναι πότε θα εμφανιστείς, ποιος θα σε προβάλει, πόσοι θα σε δουν, πόσοι θα σε ανακαλύψουν, αν θα μείνεις στη μνήμη, πώς θα βαδίσεις μετά. Δηλαδή η ας πούμε τύχη στην επιλογή δίνει τη σκυτάλη στη διαφήμιση, στην πρόσληψη, στα Μίντια, στην κριτική, στο πώς εν ολίγοις θα ''πουληθείς'' μετά εντός της αγοράς. Ο δρόμος του καλλιτέχνη είναι μοναχικός. Θέλει συγκέντρωση, μοναξιά αλλά και εξωστρέφεια, συνεργασίες. Το ότι οι καλλιτεχνικές δουλειές εγκλωβίζονται στον αγωγό των θεαμάτων κάπως τις εξάρει και κάπως τις γκριζάρει. Είναι και η ποσότητα της προσφοράς, βλέπετε.

Περνώντας από τουριστικά δρομάκια το καλοκαίρι βλέπεις διαφημιστικά δείγματα από greek salad, σκεπασμένες από σελοφάν. Άντε μετά να καταλάβεις ποια τομάτα ή ποια ελιά είναι η νοστιμότερη. Εσείς, εάν είχατε τη λίστα των 700, πόσο κουράγιο θα είχατε να τη... διασχίσετε;

Πέτρος Χριστοφιλίδης

11/6/10

Ο ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΣΙΡΚΑ

«Πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε»
(Ξαναδιαβάζοντας τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Σ. Tσίρκα, τριάντα χρόνια από το θάνατό του. )

«Aκυβέρνητες Πολιτείες …. Με τίποτα. Το σπουδαιότερο ίσως μεταπολεμικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας. Με τίποτα. Κι έχει, με όλα τα χρονάκια, μια σύγχρονη γραφή. Ναι, αλλά πλήξη.»
(Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Book Press, Mάρτιος 2010, τίτλος του κειμένου «Ο Τσίρκας δεν υποφέρεται»…)

«Διαβάζετε αργά και στοχαστικά.»
(Ο Στρατής Τσίρκας σε επιστολή του προς τον Μ.Μ.Παπαϊωάννου , 11 Μαΐου 1961)

«Iεροσόλυμα, 7 Iουνίου 1943. Aγάπη μου Mάνο, αγάπη μου, Σου γράφω, έχω τόσα πολλά να σου πω και το μόνο που ξέρω για σένα είναι πως ζεις, πως δε μιλάω σ’ ένα φάντασμα. Tι κάνεις, πώς είσαι, πού βρίσκεσαι; Έμαθα πως πληγώθηκες στο Αλαμέιν και πως, για πολλές μέρες, το μαύρο κύμα σε τραβούσε στ’ ανοιχτά κι ύστερα πάλι σ’ έβγαζε και σε ξεχνούσε στα δικά μας τ’ ακρογιάλια. Mόνο αυτό».

Έτσι αρχίζει το τελευταίο – εικοστό – κεφάλαιο του πρώτου τόμου, της Λέσχης, του πρώτου τόμου της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες Πολιτείες – ενός μείζονος λογοτεχνικού έργου του 20ού αιώνα γραμμένου σε γλώσσα ελληνική.

H δράση στη «Λέσχη» αρχίζει στις αρχές Iουνίου του 1942. Στη Βόρεια Αφρική παίζονται οι τύχες του πολέμου. Στις 21 Iουνίου πέφτει το Τομπρούκ και τα γερμανικά στρατεύματα, με επικεφαλής τον Pόμελ, φτάνουν μέχρι τις πύλες της Aιγύπτου. Kάιρο και Aλεξάνδρεια κινδυνεύουν. Πολλοί πρόσφυγες καταφεύγουν στην Παλαιστίνη, στην Iερουσαλήμ, πόλη που κατοικείται από πληθυσμό ετερόκλητο: «Iδού η Aγία Πόλη, ο αφαλός της γης, με τους κατοίκους της – μια επιτομή της ανθρωπότητας και των παθών της, χωρισμένη σε θρησκεύματα, χωρισμένη σε δόγματα και δοξασίες, χωρισμένη σε τάξεις και σε κάστες, χωρισμένη σε συνοικίες, σε φύλα, σε γένη, σε ηλικίες».

Mέσα σ’ αυτή τη σύγχρονη Bαβέλ, «Iερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία / Iερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς», για να θυμηθούμε το Γιώργο Σεφέρη, τους στίχους του οποίου χρησιμοποιεί ο Tσίρκας ως μότο στον πρώτο τόμο της τριλογίας του που εκδόθηκε το 1961 για πρώτη φορά, στην Iερουσαλήμ, επιτομή της εμπόλεμης ανθρωπότητας, όπου τα ανώτερα ιδανικά βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπα με τις πολιτικές ίντριγκες.

Αναλογίες

Ας ευθυμήσουμε κάπως.
Μερικές φορές η καλή ποίηση μοιάζει να παντρεύεται με τη σοουμπίζ. 
Ας πούμε, αν -αναιδώς- βάλεις πλάι-πλάι το χαϊκού του Γιώργη Παυλόπουλου


Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.


και τη φωτογραφία της Ρίας Αντωνίου 

 














Γ.Τρ.