22/4/10

Veni, vidi, WC

22.4.2010

(Ο Ηλίας Καφάογλου με την γνωστή τακτική του, ανακατεύει και πάλι την τράπουλα των πηγών του, περνάει και πάλι μέσα από την άσπιλη λίμνη της χριστιανικής γραμματείας, ξαναθυμίζει δηλώσεις και γεγονότα του εγγύς και απώτατου παρελθόντος και, το κυριότερο, προβάλλει έναν λόγο έμμεσα διδακτικό και υποβλητικά ηθικοπλαστικό, που ΄΄ακουμπάει΄΄ στο οικονομικό πρόβλημα τού σήμερα.)

Veni, vidi, WC

ή περί αμαρτημάτων την εποχή της κρίσης

(αναρτήθηκε στη στήλη Εξ Αγχιστείας στο Pressroom’s blog, στις 18/04/2010)

Στις 16 Ιουλίου 2002 ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας κατέθεσε στη Senate Banking Committee την εξάμηνη έκθεσή του για την οικονομία. Στο πλαίσιο της έκθεσης, ο αμερικανός αρχιτραπεζίτης έκανε τη διάγνωση ότι «εθνική ασθένεια των Η.Π.Α. είναι η μεταδοτική απληστία». Την επομένη, οι New York Times κυκλοφόρησαν με κύριο τίτλο τη φράση «η ωμή κατάθεση του υψηλά ιστάμενου κύριου Γκρίνσπαν στο Κογκρέσο για τη φιλαργυρία».

Παρά τις τεράστιες χρηματοοικονομικές πληγές από το πενταπλό σοκ της ασιατικής κρίσης, τη φούσκα του Διαδικτύου, το 2000, όταν οι επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας έχασαν το μισό της αξίας τους και εξανεμίστηκαν, λόγω της κατάρρευσης, 4,2 τρισ. δολ. μόνο από τις Η.Π.Α. (42% του ΑΕΠ), της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου, τη χρεοκοπία της Enron, την υπόθεση Parmalat, η ανάπτυξη παγκοσμίως γρήγορα ανασυντάχθηκε. Η εξέλιξη αυτή αποδόθηκε στα μέτρα του Γκρίνσπαν. Προτεραιότητά του, ανάπτυξη με κάθε κόστος: επιθετική πολιτική με πολύ χαμηλά επιτόκια και οι Αμερικανοί ενθαρρύνονται να χρεωθούν πάνω από τις δυνατότητές τους. Καλός μαθητής του Χάγεκ και του Φρίντμαν, ο αμερικανός τραπεζίτης πίστευε πως, αν «η αγορά αφεθεί ελεύθερη, συμπεριφέρεται με ορθολογικό, διαισθητικό τρόπο και αυτόματα προσαρμόζεται», όπως σημείωνε το Le Nouvel Observateur στις 16 Οκτωβρίου 2008.



Ένα μήνα αργότερα, στο τέλος Νοεμβρίου, ο Πωλ Κρούγκμαν, Νόμπελ Οικονομίας 2008, δήλωνε στο Time πως ο Γκρίνσπαν έσωσε τον κόσμο, εμπόδισε μία παγκόσμια οικονομική καταστροφή, και προσέθετε: «Τελικά, όλος ο κόσμος χαίρεται, που απομακρυνθήκαμε από τον γκρεμνό, αλλά ξεχνά να αναρωτηθεί γιατί πλησιάσαμε τόσο κοντά».

Εντωμεταξύ, τον Μάρτιο του 2007, το οικονομικό περιοδικό Forbes είχε δημοσιεύσει σχετική έρευνα, σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των ανθρώπων με περιουσία άνω του 1 δισ. δολ. ανερχόταν στο τέλος του 2006 σε 946. Κατά το εν λόγω έτος, η περιουσία τους είχε αυξηθεί κατά 35%, ενώ τα εισοδήματα του φτωχότερου 55% από τους 6,6 δισ. συνανθρώπους μας, που κατοικούν στον πλανήτη, είχαν μείνει στάσιμα ή είχαν μειωθεί. «Λιγότεροι από 1.000 ολιγάρχες είχαν συγκεντρώσει πλούτο μεγαλύτερο από 3,5 δισ. ανθρώπους, γεγονός χωρίς προηγούμενο στην ιστορία», σημείωνε ο Π. Παπακωνσταντίνου (Το χρυσό παραπέτασμα. Η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, εκδ. Λιβάνης 2008). Συγχρόνως, στις Η.Π.Α., το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού είδε, μεταξύ 1979 και 2004, το μερίδιό του στο ΑΕΠ να αυξάνει κατά 78% και στο τέλος του 2008, είχε συγκεντρώσει περιουσία μεγαλύτερη από το 40% των συγκριτικά φτωχότερων πολιτών. Από το 1973 μέχρι το 2000, η μέση ωριαία αμοιβή του Αμερικανού εργάτη, σε πραγματικές τιμές, είχε μειωθεί κατά 10% και το γνωστό μας ΔΝΤ στην έκθεσή του τον Απρίλιο του 2007 World Economic Outlook, έγραφε ότι «το ποσοστό των μισθών στο ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών έπεσε κατά μέσον όρο κατά 7% από την αρχή της δεκαετίας του ’80 και αυτή η πτώση είναι πιο έντονη στις ευρωπαϊκές χώρες».

Στις 25 Οκτωβρίου 2008, ο άνθρωπος που θέλησε να γιατρέψει την εθνική μεταδοτική ασθένεια, την απληστία, παραδεχόταν στη Monde ότι «ο τωρινός σεισμός θέτει σε αμφισβήτηση την υπεροχή ενός συστήματος, του συστήματος της ελεύθερης αγοράς, στο οποίο εκείνος ανέκαθεν πίστευε». Όμως, το σκάνδαλο των «σάπιων υποθηκών» (subrimes) είχε επισημανθεί και αποκαλυφθεί από το καλοκαίρι του 2007 και το γνώριζαν όλοι, όπως επισημαίνει ο πρώην Διευθυντής της Monde Diplomatique Ιγνάσιο Ραμονέ (Το απόλυτο κραχ. Η κρίση του αιώνα και η ανασυγκρότηση του μέλλοντος, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2009). Τον Δεκέμβριο του 2007, ο συνολικός πλούτος που παρήγαγε η παγκόσμια οικονομία ετησίως ήταν γύρω στα 50.000 δισ. ευρώ, η αξία των μετοχών ακινήτων ήταν παγκοσμίως περίπου 75.000 δισ. ευρώ και η αξία των ομολόγων και μετοχών εκτιμάτο στα 100.000 δισ., ενώ η συνολική αξία των παραγώγων προϊόντων ξεπερνούσε από μόνη της το 1 εκατ. δισ. ευρώ, παρατηρούσε ο Hervé de Carmoy (Les Echos, 3 Οκτωβρίου 2008).

Πράγματι, η απληστία είναι ασθένεια πολύ μεταδοτική.



Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό

Το φθινόπωρο του 2001, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης οργάνωσε μια έκθεση με έργα του Πήτερ Μπρύγκελ του πρεσβύτερου (περ. 1525-1569). Το σχετικό ρεπορτάζ των New York Times επικεντρώθηκε στην παρουσίαση τεσσάρων έργων στα οποία περιλαμβάνεται το χαρακτικό υπό τον τίτλο Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό (1557) - έργο, επί τη ευκαιρία, που ενέπνευσε τον Κάρολο Δαρβίνο.

Πρόκειται για σπουδή προφητική. Ένα τεράστιο ψάρι έχει ξεβραστεί στη στεριά. Είναι τόσο μεγάλο, που ένας ψαράς χρειάζεται σκάλα, για να ανεβεί στη ράχη του. Ένας συνάδελφός του χειρίζεται με δεξιοτεχνία ένα μαχαίρι μεγαλύτερο από το μπόι του, για να ανοίξει την κοιλιά του κήτους. Από την πληγή ξεχύνονται πάμπολλα ψάρια. Από το στόμα ξεβράζονται δεκάδες άλλα, αρκετά από τα οποία σπαρταρούν λίγο πριν πεθάνουν και ξερνούν ακόμα μικρότερα ψάρια από το δικό τους στόμα. Σε μια γειτονική όχθη, ένας άλλος ψαράς χρησιμοποιεί ως δόλωμα ένα μικρό ψάρι, αδιάφορος για τα τεκταινόμενα εκεί δίπλα του – ο τρόπος θέασης του κόσμου έχει πια αλλάξει, σαράντα χρόνια πριν, ένας νεαρός ιερέας είχε καρφώσει τα αξιώματα μιας νέας παγκόσμιας τάξης στην εξώθυρα του ναού του στη Βιτεμβέργη.

Πέντε χρόνια ύστερα από την έκθεση στο Μητροπολιτικό Μουσείο, η Monde (29 Οκτωβρίου 2008) έγραφε πως το 2006, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης, το 1% του πλουσιότερου πληθυσμού κατείχε το 22% του εθνικού πλούτου, το υψηλότερο ποσοστό από το 1929 και ύστερα. Παρ' ότι το εισόδημα των μεσαίων τάξεων είχε κατά τη δεκαετία του 1980 αυξηθεί κατά 6%, το 1% των περισσότερο εύπορων πλούτισε κατά 229% σε διάστημα 26 ετών. Συγχρόνως, «πριν από τριάντα χρόνια, ένα αφεντικό κέρδιζε περίπου σαράντα φορές τον μισθό ενός εργάτη. Το 2002, κέρδιζε χίλιες φορές περισσότερα χρήματα» σύμφωνα με ρεπορτάζ της Libération στις 23 Μαΐου 2003, πέντε χρόνια πριν διαπιστωθεί (βλ. Ιγνάσιο Ραμονέ, ό.π.) ότι οι 225 μεγαλύτερες περιουσίες του κόσμου αντιστοιχούν σε ένα συνολικό ποσό που ξεπερνά τα 1.000 δισ. ευρώ, δηλαδή το αντίστοιχο ετήσιο εισόδημα του 47% των πιο φτωχών ανθρώπων του πλανήτη (2,5 δισ. ψυχές). Μεμονωμένα άτομα είναι πλουσιότερα από κράτη, η φτώχεια είναι κανόνας, η αφθονία εξαίρεση: ήδη το 2004, το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε με λιγότερο από 2 δολ. την ημέρα, το συνολικό εισόδημα αυτού του 40% των φτωχών ήταν ισοδύναμο με εκείνο των 200 πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη, ενώ το 2007, τα κέρδη της ExxonMobil ανήλθαν σε 40,6 δισ. δολ. (όσο το 1/7 του ελληνικού ΑΕΠ) – παγκόσμιο ρεκόρ όλων των εποχών (βλ. Π. Παπακωνσταντίνου, «Η κρίση του Νεοφιλελευθερισμού», Η Καθημερινή, 9 Φεβρουαρίου 2008).

Ποιος αμφιβάλλει ότι η απληστία είναι πολύ μεταδοτική ασθένεια;

«Radix omnium malorum avaritia»

Την εποχή που πολλοί Νεοϋορκέζοι θαύμαζαν τον Μπρύγκελ στο Μουσείο, κάποιοι άλλοι συμπολίτες τους έγραφαν με σπρέι ακροστιχίδες σε τοίχους στην πόλη τους: United States Avaritia – Ηνωμένες Πολιτείες Απληστίας.

Πολλούς αιώνες πριν, οι ευσεβείς Χριστιανοί σχημάτιζαν τη λέξη του Απόστολου Παύλου, πρώτου θεωρητικού της χριστιανικής θρησκείας, («Ρίζα γαρ πάντων των κακών εστιν η φιλαργυρία» [Α’ Τιμ., στ’, 10], τη λατινική μετάφραση της οποίας χρησιμοποιούμε εδώ ως μεσότιτλο στο κείμενο), υπό μορφή ακροστιχίδας. Βρισκόμαστε στον 4ο και 5ο αιώνα και η αυτοκρατορία όζει: Radix Οmnium Malorum Avaritia – ROMA - Ρίζα Πάντων Των Κακών Η Φιλαργυρία – ΡΠΤΚΗΦ. Και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο, παρατηρεί η Phyllis A. Tickle (Απληστία, Νεφέλη 2005), ότι «μεταφρασμένη με οποιονδήποτε τρόπο η φράση του Παύλου ευδοκίμησε ως εικόνα, κυρίως εικαστικά, σε εκκλησιαστικές τοιχογραφίες και νωπογραφίες, σε ολόκληρη την Ευρώπη μέχρι περίπου τον 15ο αιώνα».

Ο Απ. Παύλος φέρνει στο προσκήνιο την επιθυμία και δείχνει με ποιον τρόπο μετασχηματίζεται σε αμαρτία: «… την αμαρτίαν ουκ έγνων ει μη διά νόμον· την τε γαρ επιθυμίαν ουκ ήδειν ει μη νόμος, ουκ επιθυμήσεις. Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία διά της εντολής κατειργάσατο εν εμοί πάσαν επιθυμίαν· χωρίς γαρ νόμον αμαρτία νεκρά· εγώ δε έζων χωρίς νόμον ποτέ· ελθούσης δε της εντολής η αμαρτία ανέζησεν· εγώ δε απέθανον, και ευρέθη μοι η εντολή η εις ζωήν, αύτη εις θάνατον», γράφει ο Παύλος στην Προς Ρωμαίους Επιστολήν του (ζ’, 7-10). Και συνεχίζει: «αλλά η αμαρτία, ίνα φανή αμαρτία, διά του αγαθού μοι κατεργαζομένη θάνατον, ίνα γένηται καθ’ υπερβολήν αμαρτωλός η αμαρτία διά της εντολής» (ό.π., 13), και η Τζίνα Πολίτη («Η Ποιητική της αμαρτίας», στο Περί αμαρτίας, πάθους, βλέμματος και άλλων τινών, Άγρα 2006) σημειώνει: «μέσω της επιθυμίας εισήχθη εντός της φυσικής οικονομίας η γνώση θανάτου ως τιμωρία, δηλαδή ως αφαίρεση της ζωής».

Λίγο πιο κάτω, στην περί ης ο λόγος επιστολή, ο Παύλος σημειώνει: «ο γαρ κατεργάζομαι ου γιγνώσκω· ου γαρ ο θέλω τούτο πράσσω, αλλά ο μισώ τούτο ποιώ» (ό.π., 15): ο εσωτερικός άνθρωπος, το υποκείμενο της χριστιανικής πίστης, διχασμένο, αντιφάσκον και αντιφατικό, συγχρόνως πνεύμα και ύλη, συνείδηση και πνεύμα, δοκιμάζεται, παλεύει εσωτερικά και τούτος ο ένδον μονόλογος συγκροτεί και συστήνει έναν διάλογο μεταξύ του αμαρτωλού και του Άλλου, το λόγο της Χάριτος. «Συνήδομαι γαρ τω νόμω του θεού κατά τον έσω άνθρωπον… ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος» (ό.π., ζ’, 22-24), γράφει ο Παύλος σε πρώτο πρόσωπο και ο άνθρωπος «συνομιλεί» με τον Θεό και του απευθύνει τον λόγο: «διά τον πειρασμόν αυτόν τρεις φορές παρεκάλεσα τον Κύριον να μου τον απομακρύνη· και μου είχε είπει ο Κύριος· σου είναι αρκετή η χάρις που σου δίδω· διότι η δύναμίς μου αναδεικνύεται τελεία, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσίν μου κατορθώνη μεγάλα και θαυμαστά», σύμφωνα με τη μετάφραση του Παναγιώτη Τρεμπέλα (Β’ Προς Κορινθίους, ιβ’, 9). «Αλήθεια, τώρα βλέπουμε τα πράγματα θαμπά, σαν μέσα από μεταλλικό καθρέφτη· όμως, πρόσωπο με πρόσωπο θα δούμε τον Θεό. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος, τότε όμως θα γνωρίσω με πληρότητα, όπως και ο Θεός με έχει γνωρίσει. Θα μείνουν τελικά για πάντα αυτά τα τρία: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και από αυτά, το πιο σπουδαίο είναι η αγάπη», διαβάζουμε στην Α’ Προς Κορινθίους (ιγ’, 12-13), στη μετάφραση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας –«διά μέσου του γυαλιού», μεταφράζει ο Μάξιμος του Καλλιπολίτου, και (στο περιθώριο) διευκρινίζει «ήγουν του καθρέφτη, εις τον οποίον δεν βλέπουμε αυτό το πρόσωπον αλλά την εικόνα του». Η άφεση αίρεται υπεράνω της τιμωρίας και ξέρουμε ότι μόνο ένα αμάρτημα είναι μη αφέσιμο, θανάσιμο επομένως, (Το Κατά Ματθαίον, ιβ’, 31-32), σύμφωνα με τον Ορθόδοξο Κανόνα. Στη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια, σύμφωνα με το Πηδάλιον, καθορίζεται ότι «αμαρτία προς θάνατον εστίν, όταν τινές αμαρτάνοντες αδιόρθωτοι μένωσιν». Βρισκόμαστε στα 787.

Το μαύρο γάλα της Απληστίας

Έχει προηγηθεί, ωστόσο, ο Αυρήλιος Κλήμης Προυδέντιος και το έργο του Psychomachia (405 μ.Χ.), έχει πει τον λόγο του και ο Τερτυλλιανός (περ. 160-225 μ.Χ.) στο έργο του De Spectaculis. Ο δεύτερος υποστηρίζει ότι τα spectacula για τους Χριστιανούς συνίστανται στους αγώνες ανάμεσα στις αρετές και τις κακίες, στην αγνότητα και στην ακολασία, στην πίστη και στην απιστία – ο Τερτυλλιανός κάνει εκτενή αναφορά σχετικά στο κεφ. 29. Ο Προυδέντιος εξιστορεί στην Psychomachia επτά σκληρότατες μάχες, μία για καθένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα. Κάθε αμάρτημα προσωποποιείται. Στην αρχή της ποιητικής σύνθεσης, η πολυτέλεια επικρατεί της απληστίας, της avaritia, αλλά στο πεδίο της μάχης ηττάται από την εγκράτεια. Στη συνέχεια, η λαγνεία την κοπανάει από το πεδίο, της αλαζονείας σκίζονται τα ρούχα, το στεφάνι που έχει στα μαλλιά η σαγήνη γίνεται …φύλλα στον άνεμο, τα στολίδια της διχόνοιας διασκορπίζονται, η ηδονή φεύγει ξυπόλητη στα αγκάθια. Στο σημείο αυτό, η απληστία εφορμά. Τη συνοδεύουν: η ανησυχία, ο φόβος, η πείνα, η αγωνία, η ψευδορκία, ο τρόμος, η απάτη, η πανουργία, η αϋπνία, η αθλιότητα, «τα τέκνα που τράφηκαν από το μαύρο γάλα της μητέρας τους, της απληστίας», τα τέκνα κάνουν ό,τι γουστάρουν στο πεδίο της μάχης: λεηλατούν, σκοτώνουν, καταπατούν. «Neque est uiolentius ullum/terrarum Vitium quod tantis cladibus, aeuum/mundane inuoluat populi damnetque gehennae», λέει ο Προυδέντιος, «από όλες τις κακίες δεν υπάρχει καμία πιο τρομακτική, γιατί η απληστία τυλίγει τις ζωές των ανθρώπων με τις συμφορές, από τις οποίες ξεφεύγουν όταν ριχτούν στις φλόγες της Κόλασης», σύμφωνα με τη μετάφραση της Ευθυμίας Μπέλση (Απληστία, ό.π.).

Όμως, η λογική καιροφυλακτεί και αναχαιτίζει την απληστία. Η τελευταία μεταφράζεται σε λιτότητα, «στην αρετή που όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ως λιτότητα». Το πονηρό πνεύμα του κακού μετατρέπει τις ευτυχισμένες ψυχές σε χαρακτηριστικά θύματα που ζουν μέσα στα δεσμά τους.

Ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα, ο Ευάγριος ο Ποντικός (346-399 π.Χ.), ερημίτης πατέρας, στο σύγγραμμά του Περί οκτώ λογισμών προς Ανατόλιον όρισε σε οκτώ τα θανάσιμα αμαρτήματα. Η απληστία, ως φιλαργυρία, συνιστά ύπουλο πειρασμό: "η φιλαργυρία υπαινίσσεται παρατεταμένα γηρατειά, ανικανότητα χειρωνακτικής εργασίας, λιμούς, αρρώστιες, φτώχεια, ντροπή όταν υπεξαιρούνται τα προς το ζην. Έτσι, το μέλλον, τα μελλούμενα, εμφιλοχωρούν στο αμάρτημα".

Τα οκτώ αμαρτήματα του Ευάγριου Ποντικού (γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια), μετέφερε στη Δύση ο Κασσιανός και τα κατέγραψε ως επτά, αφήνοντας έξω τη λύπη από τη σκηνή της αμαρτίας.

Η «αόρατος χειρ» και η γαλλική χωροφυλακή

Ο Άνταμ Σμιθ δημοσίευσε τον Πλούτο των Εθνών στα 1776: χάρη στην αγορά, καθένας μπορεί να ειδικευτεί σε μια εργασία. Ανησυχία καμία: τα προϊόντα που θα παράγει μόνος του δεν θα του λείψουν. «Τούτη η σιωπηρή συνεργασία, το “αόρατο χέρι” που συνδέει μεταξύ τους όσους συμμετέχουν στην ανταλλαγή στηρίζεται σε έναν απλό παράγοντα: ο καθένας βρίσκει εκεί το συμφέρον του», παρατηρεί ο Daniel Cohen στο εξαίρετο βιβλίο του Η ευημερία του κακού, μια (ανήσυχη) εισαγωγή στην οικονομία (Πόλις, 2010). «Δεν θα εξασφαλίσουμε το βραδινό μας από τη φιλανθρωπία του φούρναρη, αλλά από την έγνοια που έχει αυτός για το συμφέρον του», πίστευε ο Σμιθ.

«Αλαζονεία, φθόνος και πλεονεξία είναι οι τρεις σπίθες που φλέγουν την καρδιά του ανθρώπου», έγραφε ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία (Κόλαση, IV, 74-75) –η πλεονεξία για τον Παύλο ήταν ειδωλολατρία (Προς Κολασσαείς, γ’, 5)- και ο Άνταμ Σμιθ δεν έχει καμία αυταπάτη για το περιεχόμενο του όρου πλεονεξία: «ποιος είναι ο στόχος της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας, της αναζήτησης πλούτου, της εξουσίας, της καταστροφικής δύναμης;», ρωτά ο Σμιθ στη Θεωρία των ανθρώπινων συναισθημάτων (1759). «Δεν ελπίζουμε σε άλλα οφέλη παρά να αναγνωριζόμαστε και να κερδίζουμε την προσοχή, τίποτε άλλο παρά να μας αντιμετωπίζουν με συμπάθεια και εύνοια. Πρόκειται για τη ματαιοδοξία μας, και όχι για τις ανέσεις ή την ευχαρίστησή μας». Αν οι υλικοί όροι, λοιπόν, βελτιωθούν -«χωρίς καμία παρέμβαση του νόμου, τα ιδιωτικά συμφέροντα και τα ανθρώπινα πάθη οδηγούν τους ανθρώπους να μοιράζονται και να κατανέμουν το κεφάλαιο… σε μια αναλογία που προσεγγίζει όσο γίνεται περισσότερο αυτήν που απαιτεί το γενικό συμφέρον»-, μπορούν να ικανοποιηθούν η φιλοδοξία και η ματαιοδοξία μας. Έτσι, το συμφέρον μπορεί να συνεισφέρει στην κοινωνική ευημερία. Η «φιλαργυρία» ως αμάρτημα, επομένως, γίνεται, λόγου χάριν, αποταμίευση υπέρ των φτωχών, μετατρέπεται σε αρετή. Η «φιλαργυρία», συγχρόνως, οδηγεί στη συσσώρευση πλούτου. Ο homo economicus έχει πάρει τη σκυτάλη από τον αμαρτωλό του Μεσαίωνα. Όσο για την «ακηδία» -την οποία οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούσαν ως τη χείριστη αμαρτία, αφότου όλες οι υπόλοιπες αμαρτίες συνδέθηκαν με αυτή (Lars Svendsen, Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, Σαββάλας 2006) –ανταμείβει τους φτωχούς με ανεργία και τους πλούσιους με τις χαρές του ελεύθερου χρόνου- πάντως, μεταξύ 1768 και 1772, η θεωρούμενη και ως καλύτερη χωροφυλακή της Ευρώπης, η γαλλική, συνέλαβε 71.760 ζητιάνους, ξεριζωμένους νέους αγρότες χωρίς ελπίδα, σε μια εποχή που η ιδιοκτησία των αγαθών έχει πρωτεύουσα σημασία και ο αστικός πολιτισμός είναι πανέτοιμος να κατακυριεύσει τον κόσμο.

Τη σκηνή της αμαρτίας διαδέχεται η σκηνή της αγοράς. Όσο για τη λύπη, δεν περισσεύει. Περιττεύει.

Καλημέρα θλίψη


ή για ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα γυναικεία σανδάλια

Το Ντυέλ είναι ένα μικρό χωριό στη Γαλλία, στο Κερσύ, στη λεκάνη της Ακουιτανίας.

Το 1946, έπρεπε κάποιος να δουλέψει 24 λεπτά, για να αγοράσει ένα κιλό ζάχαρη, 7 ώρες, για να αποθηκεύσει ένα κιλό βούτυρο, κι αν ήθελε να γευτεί ένα κιλό κοτόπουλο από τον τόπο του, έπρεπε να εργαστεί 8 ώρες. Πάνω από το 50% της ατομικής κατανάλωσης αφορούσε στην ένδυση και οι περισσότεροι κάτοικοι δεν είχαν βγει από τα όρια του χωριού τους.

Το 1976, ένα κιλό βούτυρο αντιστοιχούσε σε μόλις 1,25 ώρες εργασίας. Το 1946, το Ντυέλ είχε 534 κατοίκους, 298 αγρότες, 12 μη αγροτικούς εργάτες, 27 βιοτέχνες και 32 που απασχολούνταν στον τριτογενή τομέα. Τριάντα χρόνια αργότερα, στο μικρό γαλατικό χωριό, κατοικούν 670 ψυχές. Οι αγρότες συναριθμούνται σε μόνο 53, ενώ 102 άτομα εργάζονται σε υπηρεσίες. Το 1946, οι ενήλικοι 20 ετών έχουν ύψος 1,65, τριάντα χρόνια αργότερα 1,72 – οι υλικοί όροι μετριούνται από το ανάστημα, όπως ξέρουν καλά οι ανθρωπολόγοι. Το 1946, υπήρχαν 5 αυτοκίνητα, 2 τηλεοράσεις και κανένα πλυντήριο ρούχων, το 1975, στο Ντυέλ, καταγράφηκαν 300 αυτοκίνητα, 200 τηλεοράσεις και ισάριθμα πλυντήρια – η κατανάλωση, ένα μαγγανοπήγαδο ηδονών, μια χώρα όπου κατοικεί η ουτοπία. «Utopie. Ούτως ωνόμασαν οι νεώτεροι την φανταστήν ευτοπίαν», επεξηγούσε ο Αδαμάντιος Κοραής στην Ύλη γαλλογραικικού λεξικού του. Έτσι, η χώρα της αφθονίας, της ουτοπίας, είναι συγχρόνως ένας τόπος ευτυχίας αλλά και ένας τόπος του πουθενά. Ένας τόπος εντέλει που είναι τόσο όμορφο να ζει κανείς, ώστε καταντά απρόσιτος!

Εντωμεταξύ, μεσοστρατίς τούτης της Ένδοξης Τριακονταετίας (Jean Fourastie, Les Trentes Glorieuses, Fayard 1979, όπου καταγράφονται τα σχετικά με το μικρό γαλλικό χωριό), στα 1955, 1 εκατ. επισκέπτες σπεύδουν στο Γκραν Παλέ, στην Έκθεση Αυτοκινήτου: το 2CV, το Ρενώ Ντωφίν, η Σιτροέν DS, το Πεζώ 403 κλέβουν την παράσταση – το τελευταίο διατίθεται σε 1 εκατ. αντίτυπα. Έναν χρόνο πριν, είχε εκδοθεί το βιβλίο της Φρανσουάζ Σαγκάν Καλημέρα θλίψη, «η ζωντάνια και η αμεσότητα του οποίου κλείνουν το μάτι σε μια νέα εποχή, αποφασισμένη να γυρίσει την πλάτη της στην αποτυχία, να διασκεδάσει, να σκορπίσει αριστερά δεξιά τα χρήματά της», για να προσφύγω στη δημοσιογράφο της Libération Μαρί Ντομινίκ Λελιέβρ και βιογράφο της Σαγκάν (Μεταίχμιο, 2009). Τον Σεπτέμβριο του 1954, είχαν πουληθεί 45.000 αντίτυπα από το εμβληματικό βιβλίο της Γαλλίδας συγγραφέως – ο εκδοτικός οίκος Julliard είχε αρχικά «τραβήξει» μόλις 4.500 αντίτυπα.

Το αυτοκίνητο, το μπλουτζίν, το παιχνίδι, ο χορός, οι δίσκοι και η μουσική είναι τα τοτέμ της Σαγκάν. Η τελευταία ενσαρκώνει τη γαλλική νεολαία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Απαιτούν από εκείνη να είναι νέα και εκείνη, τοις κείνων ρήμασιν πειθομένη, απλώς κάνει τη δουλειά της.

Τη σκηνή της αμαρτίας διαδέχθηκε η σκηνή της αγοράς. Τώρα, είχε έρθει η ώρα η εικόνα να ανεβεί στη σκηνή. Καλημέρα θλίψη: κρίση υπερπαραγωγής, υλοφροσύνη, πιστωτική κάρτα, υποθηκευμένο μέλλον.

Λόγου χάριν, στις 22 Φεβρουαρίου 1999, το Economist εκτιμούσε ότι η «ψαλίδα» ανάμεσα στην υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και στην παραγωγή κρίσιμων κλάδων της οικονομίας είχε διευρυνθεί παγκοσμίως στο 30%. Σε ό,τι αφορά, δε, στο χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών, αυτό είχε διπλασιαστεί από το 1980, εποχή εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού, μέχρι τα τέλη του 2009, στο 140%.

Πέντε χρόνια πριν, στα 2004, οι εργαζόμενοι στη γαλλική Carrefour πήραν αύξηση μόλις 1,79%, αλλά ο Διευθυντής της αλυσίδας πολυκαταστημάτων, Ντανιέλ Μπερνάρ, ο οποίος απολύθηκε ως αποτυχών, εισέπραξε αποζημίωση 9,9 εκατ. ευρώ και θα λαμβάνει εφ’ όρου ζωής σύνταξη ίση με το 40% του μισθού του. Έναν χρόνο αργότερα, η οικογένεια των ιδρυτών της Wal-Mart κέρδισε 90 δισ. δολ., ποσό, σύμφωνα με τον Guardian (23 Ιανουαρίου 2008), που αντιστοιχεί στο αθροιστικό εισόδημα 120 εκατ. Αμερικανών, δηλαδή το 40% του πληθυσμού των Η.Π.Α.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2006, μία ημέρα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, πουλήθηκε στον οίκο Sotheby’s το Χρυσό Μοσχάρι του Ντάμιεν Χιρστ (μοσχάρι με ολόχρυσα κέρατα που συντηρείται σε φορμαλδεΰδη) αντί του μικροποσού των 198 εκατ. δολ. Την επόμενη μέρα, ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα γυναικεία σανδάλια Bottega Veneta διατέθηκε για …ψίχουλα, 850 ευρώ δηλαδή. Η χλιδή, όντως, επί ποδός…

Όχι, όμως, και ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ: «Το βασικό μας σενάριο μάς υποδεικνύει ότι θα σημειωθεί ύφεση της οικονομικής ανάπτυξης στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 2008, αλλά στο τέταρτο τρίμηνο, θα υπάρξει συγκρατημένη και προοδευτική οικονομική μεγέθυνση», δήλωσε στην El País στις 4 Δεκεμβρίου του 2008.


«Το παρόν – τούτο το ακαριαίο»

Το προπατορικό αμάρτημα γέννησε πλήθος αμαρτημάτων, 17 αναφέρει ο Απ. Παύλος. Ο Ευάγριος Ποντικός όρισε 8, ο Κασσιανός, όπως είδαμε, 7, δίνοντας άφεση αμαρτιών στη λύπη.

Πόσα και ποια είναι τα θανάσιμα αμαρτήματα στις μέρες μας; Αμαρτία είναι, τέλος πάντων, να φοράς Bottega Veneta, να οδηγείς όχημα πολυτελές, να κολλάς την τσίχλα σου κάτω από τα τραπέζια, οπότε, σύμφωνα με το ευφορικό χιούμορ του Αρκά, το παράπτωμα είναι ελαφρύ και ο παραβάτης θα πάει στο πρώτο επίπεδο της Κόλασης; Θανάσιμο αμάρτημα είναι η οργή, η απληστία, η λαγνεία, η λαιμαργία, η έπαρση, ο φθόνος, η οκνηρία, οπότε οι αμαρτωλοί θα οδηγηθούν στο τελευταίο επίπεδο της Κόλασης, «δεκαεπτά χιλιάδες σκαλιά κάτω»; Αμαρτία είναι να ζεις αποκλειστικά για το εδώ και τώρα; Αφού το έχει πει και ο Μάρκος Αυρήλιος (Εις εαυτόν): «Πέταξέ τα όλα, κράτησε μόνο τούτα τα λίγα· και να θυμάσαι ακόμη ότι ο καθένας ζει μόνο το παρόν – τούτο το ακαριαίο· τα άλλα ή τα έχει ζήσει πια ή είναι στη σφαίρα του άδηλου», σε μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου.

Πάντως, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες του δαιμόνιου ρεπόρτερ Αρκά, όπως καταγράφονται στο εικονογραφημένο άρθρο του Θανάσιμα αμαρτήματα, ο κατά διακόσια χρόνια γηραιότερος του Αυρήλιου, ένας κάποιος Ιούλιος Καίσαρας βρίσκεται στην Κόλαση. Μάλιστα, μόλις έφτασε, αναφώνησε: «Veni, vidi, WC», «Ήρθα, είδα, σκ . . ά» - ο αναγνώστης καλείται να παίξει κρεμάλα με την τελευταία λέξη.

Όσο για τη λύπη, θαρρώ είναι πάντοτε ένας φόρος τιμής του μέλλοντος στο παρελθόν. Είμαστε λυπημένοι, γιατί οιστρηλατούμαστε από μια κάποια ευτοπία, μια κάποια ελπίδα, ότι η αιτία της λύπης μας θα εκπέσει, λυπούμαστε νοσταλγώντας το μέλλον. Μπορεί η λύπη να προσφέρει βακτηρία;

Όσο για την καταφυγή στο ΔΝΤ, τα θέλαμε και τα πάθαμε…

ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: