Ο εκλεκτός Θανάσης Νιάρχος έγραψε σήμερα στα "ΝΕΑ" την επιφυλλίδα "Η κοινωνικοποίηση της δημιουργίας":
Το ύφος τού σχετικά νεαρού δικηγόρου µιας µεγάλης εταιρείας είχε αναµφισβήτητα µεγάλη αλαζονεία, όταν έλεγε στους συναδέλφους του πως ο ίδιος έπρεπε να φύγει για το σπίτι του πολύ νωρίτερα «αφού χρειάζεται να κάνω µπέιµπι σίτινγκ, γιατί η γυναίκα µου για να ξεπεράσει το ψυχολογικό στρες του πρόσφατου τοκετού κάνει για µία ώρα την ηµέρα σιάτσου». Δεν υπάρχει καµιά αµφιβολία ότι τόσο ο νεαρός δικηγόρος όσο και η γυναίκα του (δικηγόρος επίσης) θα αισθάνονται διπλά καταξιωµένοι κοινωνικά, αφού δεν είναι µόνο επιστήµονες αλλά διατηρούν την ευχέρεια να έχουν τόσο υψηλού και παράξενου τύπου επιλογές, όπως το σιάτσου, που δεν προσφέρεται δα και στον καθένα. Και δεν συλλογίζονται οι δύσµοιροι ότι όπως ακριβώς έγιναν δικηγόροι χωρίς κανένας να τους χρειάζεται (µια χαρά θα έκανε το κοινωνικό σώµα τη δουλειά του µε τους υπόλοιπους δικηγόρους), έτσι ακριβώς κάνουν πράγµατα για τον εαυτό τους που επίσης δεν τα χρειάζονται.
Αν τα χρειάζονται δηλαδή είναι για να µπορούν να λένε πως τα χρησιµοποιούν και πρωτίστως γιατί φαντάζονται πως µε τον τρόπο αυτό περνάνε στην τάξη των µεγάλων σταρ ή των διεθνώς αναγνωρισµένων επιχειρηµατιών έστω κι αν είναι κάτι που γίνεται σχετικά φθηνά. Δεν είναι λίγο να λογαριάζεσαι στον κύκλο σου κάτι σαν τη Μέριλ Στριπ ή την Αντζελίνα Ζολί, χωρίς να χρειάζονται σκάφη, βίλες, πύργοι και σεκιούριτι. Οµως για να έχει συνειδητοποιήσει κάποιος τη γελοιότητα που τη φαντάζεται να µεταβάλλεται σε σπουδαιότητα, θα έπρεπε να έχει αναρωτηθεί πως, αν συµβαίνει να γνωρίζει ακόµα και τη λέξη «σιάτσου», είναι γιατί απλά συνιστά µια ανέξοδη καθηµερινότητα η επικοινωνία µε τις ανατολικές χώρες. Σε περίπτωση που η επικοινωνία αυτή ήταν ανύπαρκτη, δεν θα χρειαζόταν µια γυναίκα το σιάτσου και θα έβρισκε έναν άλλον τρόπο «να ξεπεράσει το ψυχολογικό στρες του τοκετού» ίσως να µη χρειαζόταν ούτε καν ο τρόπος αυτός.
Δεν είναι αµαρτία, αντίθετα θα µπορούσε να είναι συµπαθέστατο, οποιαδήποτε γυναίκα έχει φέρει στον κόσµο ένα παιδί να αισθάνεται µια τέτοια αναστάτωση ώστε να χρειάζεται µια συναισθηµατικής τάξεως βοήθεια. Οµως η διατύπωση «για να ξεπεράσει το ψυχολογικό στρες του τοκετού» δείχνει ότι ο τοκετός δεν έχει τον αποκαλυπτικά ξεθεµελιωτικό χαρακτήρα της δηµιουργίας, αλλά αντιµετωπίζεται όπως η απόκτηση µιας µεγάλης διάκρισης ή ένας βασανιστικά αποτυχηµένος έρωτας που επόµενο είναι να προκαλούν µια ταραχή ή και αναστάτωση ακόµα.
Χωρίς να λογαριάζεται πως ένα παιδί που µεγαλώνει µε µια µάνα που χρειάστηκε να κάνει σιάτσου για να ξεπεράσει το ψυχολογικό στρες της γέννησής του και έναν, επιπλέον, πατέρα που περήφανα το ανακοινώνει, δεν είναι δυνατόν να είναι ένα παιδί ισορροπηµένο. Για τον απλούστατο λόγο πως όταν χρειάζεται να ξεπεράσει κανείς τη δίοδο που χάρη σ αυτήν αποκτήθηκε ένας άνθρωπος, επόµενο είναι ο άνθρωπος αυτός να αισθανθεί στο µέλλον ως κάτι που δεν αναµενόταν και µάλιστα µε χαρά. Οταν δεν νιώθουµε ευγνώµονες προς τη δίοδο που επέτρεψε στο δηµιούργηµα να έρθει στο φως και µας χρειάζεται σιάτσου για να ξεπεράσουµε το ψυχολογικό στρες, το δηµιούργηµα έχει εσωτερικά στραπατσαριστεί όσα κι αν του επιδαψιλεύσουµε στο µάκρος της ζωής του.
Φαίνεται, και δεν αποκλείεται να είναι οπισθοδροµικό, να αναπολεί κανείς τις εποχές που οι γυναίκες γεννούσαν µόνες τους στα χωράφια, κάτω από ένα δέντρο. Οµως υπάρχουν γεγονότα, όπως αναµφισβήτητα ο τοκετός, που έχουν µια τόσο ενιαία ισχυρή επίδραση ώστε η απόσταση ανάµεσα στη λεπτεπίλεπτη και στη βλάχα να είναι σχεδόν ανύπαρκτη, αφού όσο υποφέρει η µια υποφέρει και η άλλη και όσο χαίρεται η µια χαίρεται και η άλλη. Απλούστατα όσο πρωτογενέστερη λογαριάζεται η έννοια της δηµιουργίας (αφορά και στους ανθρώπους) τόσο το δηµιούργηµα απορρέει φυσιολογικά, όσο η έννοια της δηµιουργίας κοινωνικοποιείται τόσο µεγαλύτερη αναστάτωση προκαλεί στους γεννήτορες ακόµη κι αν πρόκειται για ένα παιδί.
(Αντιγραφή από την ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας.)
Κάτι φαίνεται με ερέθισε και έγραψα έναν αντίλογο:
Έχω την άποψη πως όλα όσα εκθέτει ο αρθρογράφος θα μπορούσαν να ισχύουν κατά την ψυχολογική ερμηνεία που εκείνος δίδει. Θα ήταν δυνατόν όμως να μην ισχύει και τίποτε από όσα λέγει. Νομίζω ότι τον αρθρογράφο τον ερέθισε (αποτελώντας την αφορμή για το κείμενό του) το είδος της δραστηριότητας διά της οποίας η νέα μητέρα θεωρεί ότι θα λυτρωθεί από το άγχος της. Δηλαδή όταν λες "κάνω σιάτσου" αυτομάτως κάπως κοινωνικά και οικονομικά, και βεβαίως ιδεολογικά, κατηγοριοποιείσαι (ένας συνειρμός γεννάται περί των ενασχολήσεων των σύγχρονων νεόπλουτων σε ένα πλαίσιο μιας μεταμοντέρνας αστικής ζωής, όπου ισχύει βέβαια ο συγκρητισμός των τάσεων: γιόγκα, σιάτσου, διαλογισμός, πολυεθνικά εστιατόρια κ.ε.). Είναι προφανές ότι άλλη εντύπωση θα προκαλούσε στον αρθρογράφο ο λόγος του νεαρού δικηγόρου εάν έλεγε πως η γυναίκα του κάνει περιπάτους εις τας εξοχάς ή αναγιγνώσκει ρομαντικά μυθιστορήματα.
Γιατί λοιπόν ''ενοχοποιούμε'' τους άλλους για τις δραστηριότητες ή τις επιλογές τους ή γιατί τους ενοχοποιούμε για τον τρόπο διά του οποίου αναφέρονται σε αυτές; Είναι σίγουρο ότι αυτές ανήκουν σε έναν άλλον, ξένο κώδικα, εκτός του δικού μας. Οπότε στο άκουσμά τους ειρωνεία, καγχασμός, απαρέσκεια, απαξίωση, υποτίμηση και άλλα σχετικά θέτουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ ημών και των άλλων. Αυτά έχει η σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία, όπου ο καθείς έχει το δικαίωμά του και ασκώντας το νιώθει πως ανήκει αναμφιβόλως στην κοινωνική του κάστα.
Τελικώς οι ενστάσεις επί του θέματος είναι οι ακόλουθες:
1. Ως ποιο βαθμό σεβόμαστε τις επιλογές των άλλων χωρίς να τις αξιολογούμε (αρνητικά) ως άλλης ποιότητας;
2. Κι αν το κίνητρο (ίσως σε άλλη περίπτωση εκτός της εδώ) δεν είναι η αλαζονική προβολή και η κοινωνική καταξίωση, αλλά απλώς η περιέργεια για το καινούριο και το διαφορετικό;
3. Πώς μπορεί κανείς να γνωρίζει αν του χρειάζεται κάτι προτού το δοκιμάσει έστω και μία φορά;
4. Εάν το να φέρεις στον κόσμο ένα παιδί θεωρείται από πολλούς ως κορυφαία εμπειρία ή εμπειρία ζωής ή έστω και ως υπέρτατη δημιουργία, είναι λογικό να παράγει άγχος: το άγχος της επιτυχούς έκβασης (ειδικά όταν το ηλικιακό μέτρο πιέζει) αλλά και το άγχος της αυτοεπιβεβαίωσης, καθώς η Δημιουργός νιώθει υπεύθυνη και για τον εαυτό της αλλά και για το οικογενειακό σχήμα, το οποίο η ίδια μέσω της δημιουργίας της μεταβάλλει, καθώς και το άγχος της ανταπόκρισης στον παραδοσιακό της ρόλο. Προφανώς, ο τοκετός δεν είναι "γελοιότητα", αλλά, όπως ορθά λέγει ο αρθρογράφος, το πώς στέκεσαι απέναντι στον τοκετό ή με ποιους τρόπους τον ξεπερνάς, εάν υποθέσουμε ότι αποτελεί πρόβλημα και όχι μια δημιουργία υπέρβασης και ψυχολογικής ανάτασης, ή βεβαίως γελοιότητα είναι το να αναμένεις κοινωνικά μετάλλια εξ αυτού του γεγονότος. Νομίζω όμως ότι με τον τρόπο αυτόν μετατοπιζόμεθα από το πυρηνικό γεγονός (τοκετός) στις προεκτάσεις και επιπτώσεις του (βλ. τα παραπάνω) και η όποια γελοιότητα φαίνεται πως εξ αντανακλάσεως αγγίζει και το πρώτο.
5. Ελέγχεται επίσης όλη η προτελευταία παράγραφος που θέτει το ζήτημα της σχέσης του μέσου/τρόπου/διαδικασίας της δημιουργίας και του γεννώμενου δημιουργήματος. Ο τοκετός είναι ένα μικρό ταξίδι και πολλές φορές μια περιπέτεια, στην οποία διόλου απίθανο και Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες να βρεθούν ενώπιόν μας. Η νέα μητέρα της ιστορίας μας ίσως θέλει να ξεπεράσει τις απειλές και τα εμπόδια, πτυχές δηλαδή αυτού του ταξιδιού, και όχι όλο το ταξίδι ως μοναδικό γεγονός. Αλλά ακόμη κι αν ένας 9μηνος τοκετός καθ' όλη τη διάρκειά του γίνει σκέτη κόλαση για μια νέα μητέρα (μέσω συνεχών ιατρικών εξετάσεων, ελέγχων κ.λπ. όπου οι δείκτες κρίνουν αλήθειες και δεδομένα), ποιο ανθρώπινο ον δεν θα είχε την ανάγκη να απωθήσει τους σκοτεινούς λαβυρίνθους της πορείας του και να κρατήσει ως δώρο της Μητέρας Φύσης το Φως κατά την Ώρα της Δημιουργίας; Και βέβαια μετά μια κύηση τέτοιας ταλαιπωρίας και έναν τόσο αγχώδη τοκετό, η μητρική αγκάλη ανοίγει διάπλατα ώστε το δημιούργημα κάθε άλλο παρά να στραπατσάρεται αλλά να του δίδεται το Μέγιστον της Χαράς και της Αγάπης.
Συμπερασματικά, το "σιάτσου" πείραξε τον αρθρογράφο, ο οποίος βέβαια δεν είναι μητέρα ώστε να μπορεί να αντιληφθεί τις "λόξες" των εγκύων.
Αλλά κάτι ανάλογο δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί και για τον συγγραφικό τοκετό; Ύψιστη χαρά να φτάνεις στο τέλος μιας σύνθεσης, αλλά μόνο εσύ γνωρίζεις διά ποίων αντίξοων μέσων φτάνεις στην κάθαρση.
(Ευχαριστίες προς τον αρθρογράφο, που εγείρει το πνεύμα μας από την αδράνεια.)
Π.Χ.
3/9/10
O φίλος μας Τάκης Γιαχνής
Στο νεκροταφείο των Μολάων κοιμάται ύπνο βαθύν εδώ και 2 χρόνια ο φίλος μας Τάκης Γιαχνής. Όταν εντοπίζεις τον τάφο του δικού σου ανθρώπου, έναν ανάμεσα σε πολλούς και συνάμα έλκοντες τη συμπάθεια και το ενδιαφέρον των περισσοτέρων επισκεπτών για την υποχρεωτική κατάληξη της πανανθρώπινης μοίρας, αισθάνεσαι το ηλεκτροφόρο πλήγμα της οπτικής συνάντησης με μιαν αλλοτινή όψη - εικόνα του χαμένου προσώπου. Κατήφεια ή σοβαρότης, χρόνια ανέμελα, παλαιά αισιοδοξία, βασιλικοί καιροί, ή τα σύννεφα πάνω στον ουρανό των προσώπων, ό,τι κι αν εικονίζεται εκεί ως εκδοχή του ανθρώπινου προσώπου τρίβει την πίκρα σαν τη ρίγανη πάνω από την μουδιασμένη ψυχή. Αλλά ποιος μπορεί να προκαλέσει και να επιτύχει την αντίθετη φορά του Χρόνου, να πάει από την εκβολή δηλαδή στη θάλασσα στις πηγές του ποταμού; Ό,τι κι αν πράχθηκε, εγκαίρως ή άκαιρα, στον σωστό χρόνο ή με τον σωστό τρόπο, πάντοτε απολογείται κανείς για τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες, για τις άνευ αντικρίσματος ξένες προς το χαμένο πρόσωπο επιλογές, οι οποίες αντί να το βάλουν να μουλιάσει μέσα στα νερά της καρδιάς μας, το άφησαν να κολυμπά πέρα μακριά, άστοργα και ίσως αδιάφορα. Φαίνεται επομένως ότι το ανθρώπινο πρόσωπο, κάθε πρόσωπο, ζυγίζεται μέσα μας καθώς ρέει ο Χρόνος, και η θέση του συναρτάται με τη σχέση ή σύγκρουση των κεντρομόλων με τις φυγόκεντρες δυνάμεις. Ο προσωπικός εγωισμός εξοστρακίζει το πρόσωπο, την ίδια στιγμή που ο πόνος το οδηγεί σαν μωρό μπροστά στην αγκάλη μας. Πάντως, ας το παραδεχτούμε, κάθε απώλεια είναι έκπτωση πολλών δυνατοτήτων ζωής, σαν το σταδιακό ξεγύμνωμα ενός πλούσιου δέντρου. Και βέβαια κάθε άνθρωπος κάνει ό,τι κάνει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο. Ο φίλος μας ο Τάκης κάτω από το γκρίζο χαλίκι διώχνει πιεστικά καθώς περνά ο καιρός όλες τις ζωικές ορμές που έμειναν ως ανεκμετάλλευτο υπόλοιπο στην κρυφή δεξαμενή του. Απογυμνώνεται το πλούσιο δέντρο του. Έλεγε ωραία αστεία ο φίλος μας, έλεγε τις φάρσες και τις πλάκες του, χόρευε ωραία τούς αντρίκειους χορούς, πλησίαζε το άλλο φύλο με τον δικό του, μοναδικό τρόπο, ήτανε δηλαδή μια ξεχωριστή περίπτωση. Το γεγονός ότι τον ξεχωρίζω μάλλον σημαίνει ότι τα υπόλοιπα μέλη της παρέας συνέκλιναν σε έναν μέσο συνήθη καθημερινό ανθρώπινο τύπο, προβλεπόμενο και δίχως εκπλήξεις. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά τι είμαστε τελικά; Αφού παραμορφώνεται ο τρόπος που βλέπουμε και μας βλέπουν. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και με τις φωτογραφίες των νεκροταφείων. Κάτι φτερωτό και κινούμενο είμαστε μέσα στον κόσμο, και αν χαθούμε, κάτι λείπει στο κάδρο του. Αλλά ποιος έχει μάτια να το δει;
1/9/10
Μονεμβασιώτες
1.9.2010. Στη φετινή κάθοδό μας στη Λακωνία και με σημείο εκκίνησης τη Γέφυρα Μονεμβασίας, μας δόθηκε η δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να γνωρίσουμε από κοντά δυο "μυθικά" πρόσωπα του Κάστρου. Το πρώτο είναι η περίφημη "κυρα-Ματούλα", η οποία διανύει φέτος το 97ο έτος της ζωής της. Το επώνυμό της είναι Αλμπέρτου και είχε παντρευτεί τον θείο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Η Ματούλα (εκ του Σταματία / Σταματική) μετά τον πόλεμο και για περίπου 5 δεκαετίες άνοιξε με τον σύζυγό της το γνωστό εστιατόριο του Κάστρου (το οποίο αυτήν τη στιγμή "δουλεύει" η ανιψιά της, η οποία συνεχίζει την επιχείρηση) και κατά τα ταπεινά λεγόμενά της, "εξυπηρέτησε όλους εκείνους που έφταναν ως εκεί, ονομαστούς και άσημους, εξασφαλίζοντάς τους και κλίνη και φαγητό". "Ήμουν όλη την ημέρα στο πόδι. Από τις 6 το πρωί ως τις 2 τα ξημερώματα. Έκανα ό,τι μπορούσα και εγώ και ο σύζυγός μου. Θυσίασα τον εαυτό μου για τον τόπο. Αλλά ό,τι κάνει κανείς για τον τόπο του καλό είναι. Ακόμη κι όταν είχα πάθει ένα πρόβλημα φλεβικό και μια Ελβετίδα μπορούσε να με λυτρώσει, προτίμησα να μείνω εδώ. Πώς θα μπορούσα να αφήσω το πόστο;", μας είπε και θελήσαμε αμέσως να γράψουμε κάπου τα λόγια της για να μην λησμονηθούν. Η Ματούλα ήταν η πρωτότοκη από 7 παιδιά, και ύστερα από τον θάνατο του συζύγου της "δούλεψε" το μαγαζί με τον αδελφό της, Γεώργιο. Όταν πέθανε και αυτός, άλλαξε τη στάση της. Μετά το 1992 (εάν θυμόταν καλά ή εγώ ενθυμούμαι καλά) άφησε το εστιατόριο και κάθισε απέναντί του, σε ένα μαγαζάκι όπου επωλούντο είδη λαϊκής τέχνης και τουριστικά. Ήταν η αρχόντισσα του Κάστρου, με ρόλο γενικής επόπτου. Από το Κάστρο "βγήκε" προ 3-4 χρόνων. Τώρα διαμένει στο Έλος Λακωνίας μαζί με τον υιό της. Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, κατεξοχήν κινητικά, "η καρδιά μου φτερουγίζει και θα'θελα να μπορούσα να ξαναπήγαινα". Η Ματούλα δεν είναι βέρα Μονεμβασιώτισσα (η καταγωγή της είναι από το χωριό Φούτια της Λακωνίας). Δίπλα της στη συμπαθή αυλή της ανιψιάς της, και η αδελφή της Ελένη, με πρόσωπο σκαλισμένο από τους πόνους και τις κακουχίες, μαυροφορεμένη και σεβάσμια γερόντισσα. Μεγάλοι Έλληνες, ψιθύρισα μέσα μου.
Βέρος Μονεμβασιώτης ο μπαρμπα-Μήτσος, η Δημήτριος Γιαννούκος, ένας από τους ελαχιστότατους (5-8 πρόσωπα) που διαμένουν εντός του Κάστρου καθ' όλη την περίοδο του έτους, χειμώνα καλοκαίρι. Την τελευταία μας βραδιά τον συναντήσαμε σε ένα καφέ πλησίον του ''Ελκομένου'', άδειο από κόσμο. Τη βραδιά εκείνη (30.8.2010) το Κάστρο είχε αδειάσει και μπορούσες κάπως μυστηριακά να βαδίσεις μέσα στα πέτρινα σοκάκια, ως να φτάσεις στο μεγάλο πλάτωμα μπροστά από την Χρυσαφίτισσα, όπου σηκώνοντας το βλέμμα έβλεπες έναν ουρανό μεγαλειώδη, με εκατοντάδες άστρα μέσα στη βραδινή σιγαλιά. "Έρχονται πολλοί και τους δίνω συνέντευξη. Το αποκορύφωμα η αποστολή εξαμελούς συνεργείου της Γερμανικής Κρατικής Τηλεόρασης προ 5 χρόνων, στο οποίο έδωσα λόγω ενδιαφέροντος 4 συνεντεύξεις. Τα έχω ζήσει όλα και τους γνωρίζω όλους. Επί Κατοχής ήμουν φούρναρης εδώ μέσα στο Κάστρο και έσωσα πολύν κόσμο... με τα ψωμιά που έφτιαχνα, έχοντας ως συνεργάτες μου δυο νεαρούς Γερμανούς." Μιλεί και κάποια στιγμή απότομα σταματά. Δακρύζει. Συγκινείται. Φέρνει στον νου του γενιές ολόκληρες ανθρώπων που πέρασαν από εκεί, φουρνιές ανθρώπων που "πέρασαν από τα χέρια" του. Είναι 87 ετών και όπως μας εξομολογείται, τα τελευταία 25 χρόνια είναι αυτός που καίει τον Ιούδα τη Λαμπρή, αφού πρώτα τον κατασκευάσει και τον ντύσει. "Από παιδάκι ξυπόλυτο είχα μάθει τα φυτίλια και τα δυναμιτάκια. Ζητώ από τους γύρω μου κανένα πολυφορεμένο κοστούμι, κανένα πουκάμισο και τα λοιπά. Τον καίω με τρόπο που εντυπωσιάζει όλους εκείνους που είναι εδώ το Πάσχα." Μας μιλεί για το θαύμα της εικόνας της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. "Είμαι θρήσκος εγώ, πιστεύω", λέει, και σταυροκοπιέται. Νέος ήταν, λέει, ψαράς. Έχει κάνει επίσης χίλιες δυο εργατικές δουλειές. Είναι η γέρικη ψυχή του Κάστρου, αυτή η ανεμοδαρμένη ψυχή που χτυπιέται στα πέτρινα ντουβάρια, στις σκονισμένες συκιές, στα χόρτα και στα φυτά που βγάζουν μύτη μέσα από την πέτρα. Μεγάλη Ελλάδα, ψιθύρισα μέσα μου. Άραγε ποιος θα σε σηκώσει στους ώμους σου, σε ποιον θα πέσει η σκυτάλη όταν...;
(Θα'θελα όταν θα ξαναβρεθώ σε αυτά τα ποτισμένα με Ιστορία χώματα, αυτοί οι δυο άνθρωποι να είναι όπως τους βρήκα: να έχουν ακόμη τη διανοητική διαύγειά τους, τη ζωηρότητα της μνήμης τους, που έχει κρατήσει μέσα της το σχήμα κάθε πέτρας και το σημάδι κάθε σπιτιού.)
Π.Χ.
Υ.Γ.: Για τον Γιάννη Ρίτσο και τον Τάκη Γιαχνή, ίσως μπορέσω και γράψω σε άλλην ευκαιρία.
Βέρος Μονεμβασιώτης ο μπαρμπα-Μήτσος, η Δημήτριος Γιαννούκος, ένας από τους ελαχιστότατους (5-8 πρόσωπα) που διαμένουν εντός του Κάστρου καθ' όλη την περίοδο του έτους, χειμώνα καλοκαίρι. Την τελευταία μας βραδιά τον συναντήσαμε σε ένα καφέ πλησίον του ''Ελκομένου'', άδειο από κόσμο. Τη βραδιά εκείνη (30.8.2010) το Κάστρο είχε αδειάσει και μπορούσες κάπως μυστηριακά να βαδίσεις μέσα στα πέτρινα σοκάκια, ως να φτάσεις στο μεγάλο πλάτωμα μπροστά από την Χρυσαφίτισσα, όπου σηκώνοντας το βλέμμα έβλεπες έναν ουρανό μεγαλειώδη, με εκατοντάδες άστρα μέσα στη βραδινή σιγαλιά. "Έρχονται πολλοί και τους δίνω συνέντευξη. Το αποκορύφωμα η αποστολή εξαμελούς συνεργείου της Γερμανικής Κρατικής Τηλεόρασης προ 5 χρόνων, στο οποίο έδωσα λόγω ενδιαφέροντος 4 συνεντεύξεις. Τα έχω ζήσει όλα και τους γνωρίζω όλους. Επί Κατοχής ήμουν φούρναρης εδώ μέσα στο Κάστρο και έσωσα πολύν κόσμο... με τα ψωμιά που έφτιαχνα, έχοντας ως συνεργάτες μου δυο νεαρούς Γερμανούς." Μιλεί και κάποια στιγμή απότομα σταματά. Δακρύζει. Συγκινείται. Φέρνει στον νου του γενιές ολόκληρες ανθρώπων που πέρασαν από εκεί, φουρνιές ανθρώπων που "πέρασαν από τα χέρια" του. Είναι 87 ετών και όπως μας εξομολογείται, τα τελευταία 25 χρόνια είναι αυτός που καίει τον Ιούδα τη Λαμπρή, αφού πρώτα τον κατασκευάσει και τον ντύσει. "Από παιδάκι ξυπόλυτο είχα μάθει τα φυτίλια και τα δυναμιτάκια. Ζητώ από τους γύρω μου κανένα πολυφορεμένο κοστούμι, κανένα πουκάμισο και τα λοιπά. Τον καίω με τρόπο που εντυπωσιάζει όλους εκείνους που είναι εδώ το Πάσχα." Μας μιλεί για το θαύμα της εικόνας της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. "Είμαι θρήσκος εγώ, πιστεύω", λέει, και σταυροκοπιέται. Νέος ήταν, λέει, ψαράς. Έχει κάνει επίσης χίλιες δυο εργατικές δουλειές. Είναι η γέρικη ψυχή του Κάστρου, αυτή η ανεμοδαρμένη ψυχή που χτυπιέται στα πέτρινα ντουβάρια, στις σκονισμένες συκιές, στα χόρτα και στα φυτά που βγάζουν μύτη μέσα από την πέτρα. Μεγάλη Ελλάδα, ψιθύρισα μέσα μου. Άραγε ποιος θα σε σηκώσει στους ώμους σου, σε ποιον θα πέσει η σκυτάλη όταν...;
(Θα'θελα όταν θα ξαναβρεθώ σε αυτά τα ποτισμένα με Ιστορία χώματα, αυτοί οι δυο άνθρωποι να είναι όπως τους βρήκα: να έχουν ακόμη τη διανοητική διαύγειά τους, τη ζωηρότητα της μνήμης τους, που έχει κρατήσει μέσα της το σχήμα κάθε πέτρας και το σημάδι κάθε σπιτιού.)
Π.Χ.
Υ.Γ.: Για τον Γιάννη Ρίτσο και τον Τάκη Γιαχνή, ίσως μπορέσω και γράψω σε άλλην ευκαιρία.
7/7/10
Ένα πεινασμένο στόμα, της Λένας Διβάνη
7.7.2010
(Χρίστος Κρεμόπουλος. Μαριτίνα Σίνα. Μπηστ. Μπάτμαν. Γιάννης Γεωργιάδης. Στηβ. Ανδρόνικος. Ντετέκτιβ Χαραλαμπάκης. Βαλεντίνα. Πατρίτσια. Η κυρία Σμαρώ. Και άλλοι.
Κι ένα μοντέρνας γλώσσας "τηλεοπτικό" μυθιστόρημα, όπου, φρονώ, σχολιάζεται το ζήτημα της κοινωνικής κινητικότητας, ή, αλλιώς, με ποία μέσα [φρόνηση, σαγήνη, σεξουαλικές επιδόσεις και δεξιότητες κ.λπ.] δύναται ένας άγνωστος της ''βάσης" να διαρρήξει τα ταξικά στεγανά και να εισέλθει σε κύκλους ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.)
Ένας μεγαλοδικηγόρος
και μία καλομαθημένη
μπλέξαν σε ιστό που ένας "σπόρος",
σε μια παγίδα του στημένη.
Το ανεκπαίδευτο σκυλί τους
στα δυο τη σχέση τους χωρίζει
κι ο "σπόρος" που 'γινε "χαλί" τους
μια κάποια λύση τούς χαρίζει.
Σιγά σιγά μέσα τους μπαίνει
και στο "παλάτι" τους τρυπώνει
το χαρακτήρα τους μαθαίνει
και τα "προσόντα" του απλώνει.
Στον άντρα φίλος γίνεται
κόλακας κι υποκλίνεται
και στην "ανέγγιχτη" γυνή
σπέρνει όλο πόθο κι ηδονή.
Φτωχομπινές στο Λαύριο
έμπειρος κυνοφύλακας
βλέπει αλλιώς το αύριο
ως νέος νομοφύλακας.
Δήθεν βλαστός της Νομικής
θα πείσει τον "προστάτη" του
στο ρινγκ της δικηγορικής
να κάνει το "κομμάτι" του.
Κι αντί να κυνηγά σκυλιά
να τα διερμηνεύει,
κρατεί δικόγραφα αγκαλιά
κι όσα "τερπνά" αλιεύει.
Το δικηγόρο υπηρετεί
στη μοναξιά μικρού γραφείου
όσο η γυνή του η "βαρετή"
γλυκός μεζές ξενοδοχείου.
Δεμένος πια στο άρμα τους
ταρακουνά το κάρμα τους
μετά τους δυο τους, δηλαδή,
παίρνει σειρά και το παιδί.
Τα ίχνη του "εξαφανίζει"
για μυστική αποστολή
το γιο τους ψάχνει, εντοπίζει
σαν αεικίνητο σκυλί.
Μπέιμπι σίτερ αυτός πρεζόνι
"μασά τα φύλλα" σπιτωμένος
μα κατά βάθος μαραζώνει
στην έξη του παραδομένος.
Σαν επιστρέφει στην Αθήνα
αρχίζει το "διπλό" παιχνίδι
δύναμη ακόρεστη η πείνα
κι η αυθυπέρβαση κυνήγι.
Αλλά οι νόμοι της ζωής
το πρόσωπο της αληθείας
με φύσημα βαθιάς πνοής
λύνουν τους κόμπους της Πυθίας.
Κινώντας απ' τα χαμηλά
βλέπεις ψηλά τον ουρανό
μα μεθυσμένα τα μυαλά
μοιραία πέφτουν στον γκρεμό.
Δόλιο λαγωνικό θρασύ
κρατούσε "τεχνητό λαχνό"
αλλά ένα όπλο που μισεί
θα το βαρέσει στο ψαχνό.
Ο θάνατος, είναι γνωστό,
τα διεστώτα τα ενώνει
βαθύ κενό και συγγνωστό
ο έρωτας το κουκουλώνει.
Φτάνει ένα λάθος, και το ζεύγος
το μυστικό ξομολογείται
μισό μισό, αμοιβαίο ψεύδος
ταπεινωμένο εκδικείται.
Ξεπέρασε το όριο
το υποκριτικό αλάνι
το σώμα του εμπόριο
κι αγέλη την ψυχή του κάνει.
Και μετά θάνατον μητρός
του συντριμμένου δικηγόρου
το "σπέρμα άγνωστου πατρός"
πέφτει στην κοίτη του βορβόρου.
Πάει να τον "παρενοχλήσει"
κι όπως ευάλωτον στον πόνο,
θύμα του, να τον ευτελίσει
θωπεύοντάς τον όντα μόνο.
Υψηλοτάτη πανουργία
δαιμονισμένο λογικό
σωματική ραδιουργία
και "πειραγμένο" ριζικό.
Βγάλε τη μάσκα, Νίνο Πρίφτι,
σεις, κύριε Γεωργιάδη,
το σχέδιό σας δεν εμπίπτει
παρά στην κλίμακα του... Άδη.
And now the last
but not the least,
έχει αραιώσει πια το καστ
πέφτει νεκρός κι ο αθώος Μπηστ.
Ποιος κυβερνάει τη ζωή μας
αφεντικό είμαστε ή δούλοι
το σκύλο εμείς ή το σκυλί μας
μας κατατρώγει ως το μεδούλι;
Π.Χ.
(Χρίστος Κρεμόπουλος. Μαριτίνα Σίνα. Μπηστ. Μπάτμαν. Γιάννης Γεωργιάδης. Στηβ. Ανδρόνικος. Ντετέκτιβ Χαραλαμπάκης. Βαλεντίνα. Πατρίτσια. Η κυρία Σμαρώ. Και άλλοι.
Κι ένα μοντέρνας γλώσσας "τηλεοπτικό" μυθιστόρημα, όπου, φρονώ, σχολιάζεται το ζήτημα της κοινωνικής κινητικότητας, ή, αλλιώς, με ποία μέσα [φρόνηση, σαγήνη, σεξουαλικές επιδόσεις και δεξιότητες κ.λπ.] δύναται ένας άγνωστος της ''βάσης" να διαρρήξει τα ταξικά στεγανά και να εισέλθει σε κύκλους ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.)
Ένας μεγαλοδικηγόρος
και μία καλομαθημένη
μπλέξαν σε ιστό που ένας "σπόρος",
σε μια παγίδα του στημένη.
Το ανεκπαίδευτο σκυλί τους
στα δυο τη σχέση τους χωρίζει
κι ο "σπόρος" που 'γινε "χαλί" τους
μια κάποια λύση τούς χαρίζει.
Σιγά σιγά μέσα τους μπαίνει
και στο "παλάτι" τους τρυπώνει
το χαρακτήρα τους μαθαίνει
και τα "προσόντα" του απλώνει.
Στον άντρα φίλος γίνεται
κόλακας κι υποκλίνεται
και στην "ανέγγιχτη" γυνή
σπέρνει όλο πόθο κι ηδονή.
Φτωχομπινές στο Λαύριο
έμπειρος κυνοφύλακας
βλέπει αλλιώς το αύριο
ως νέος νομοφύλακας.
Δήθεν βλαστός της Νομικής
θα πείσει τον "προστάτη" του
στο ρινγκ της δικηγορικής
να κάνει το "κομμάτι" του.
Κι αντί να κυνηγά σκυλιά
να τα διερμηνεύει,
κρατεί δικόγραφα αγκαλιά
κι όσα "τερπνά" αλιεύει.
Το δικηγόρο υπηρετεί
στη μοναξιά μικρού γραφείου
όσο η γυνή του η "βαρετή"
γλυκός μεζές ξενοδοχείου.
Δεμένος πια στο άρμα τους
ταρακουνά το κάρμα τους
μετά τους δυο τους, δηλαδή,
παίρνει σειρά και το παιδί.
Τα ίχνη του "εξαφανίζει"
για μυστική αποστολή
το γιο τους ψάχνει, εντοπίζει
σαν αεικίνητο σκυλί.
Μπέιμπι σίτερ αυτός πρεζόνι
"μασά τα φύλλα" σπιτωμένος
μα κατά βάθος μαραζώνει
στην έξη του παραδομένος.
Σαν επιστρέφει στην Αθήνα
αρχίζει το "διπλό" παιχνίδι
δύναμη ακόρεστη η πείνα
κι η αυθυπέρβαση κυνήγι.
Αλλά οι νόμοι της ζωής
το πρόσωπο της αληθείας
με φύσημα βαθιάς πνοής
λύνουν τους κόμπους της Πυθίας.
Κινώντας απ' τα χαμηλά
βλέπεις ψηλά τον ουρανό
μα μεθυσμένα τα μυαλά
μοιραία πέφτουν στον γκρεμό.
Δόλιο λαγωνικό θρασύ
κρατούσε "τεχνητό λαχνό"
αλλά ένα όπλο που μισεί
θα το βαρέσει στο ψαχνό.
Ο θάνατος, είναι γνωστό,
τα διεστώτα τα ενώνει
βαθύ κενό και συγγνωστό
ο έρωτας το κουκουλώνει.
Φτάνει ένα λάθος, και το ζεύγος
το μυστικό ξομολογείται
μισό μισό, αμοιβαίο ψεύδος
ταπεινωμένο εκδικείται.
Ξεπέρασε το όριο
το υποκριτικό αλάνι
το σώμα του εμπόριο
κι αγέλη την ψυχή του κάνει.
Και μετά θάνατον μητρός
του συντριμμένου δικηγόρου
το "σπέρμα άγνωστου πατρός"
πέφτει στην κοίτη του βορβόρου.
Πάει να τον "παρενοχλήσει"
κι όπως ευάλωτον στον πόνο,
θύμα του, να τον ευτελίσει
θωπεύοντάς τον όντα μόνο.
Υψηλοτάτη πανουργία
δαιμονισμένο λογικό
σωματική ραδιουργία
και "πειραγμένο" ριζικό.
Βγάλε τη μάσκα, Νίνο Πρίφτι,
σεις, κύριε Γεωργιάδη,
το σχέδιό σας δεν εμπίπτει
παρά στην κλίμακα του... Άδη.
And now the last
but not the least,
έχει αραιώσει πια το καστ
πέφτει νεκρός κι ο αθώος Μπηστ.
Ποιος κυβερνάει τη ζωή μας
αφεντικό είμαστε ή δούλοι
το σκύλο εμείς ή το σκυλί μας
μας κατατρώγει ως το μεδούλι;
Π.Χ.
6/7/10
Γιάννης Κατσούρης
6.7.2010
Πανεπιστημιακή γνωριμία ο φίλος Χριστόδουλος Κατσούρης, ο "Χριστάρας" της Φιλοσοφικής Σχολής, ποτέ στα 4 χρόνια που συμβιώσαμε σε έδρανα και πάσης φύσεως ιδιωτικά και δημόσια καθιστικά, δεν μου είχε μιλήσει για τους γονείς του, δύο σημαίνοντα μέλη της κυπριακής κοινωνίας. Από τη μια λοιπόν η ευθύτητα και η ντομπροσύνη του, από την άλλη η αποσιώπηση της οικογενειακής δόξας, που έστεφε εδώ και χρόνια το κυπριακό σπιτικό, ως υπέρλαμπρη ακτίνα, που έσβηνε βέβαια με τη φωτοχυσία της άλλα προβλήματα, χρόνια και ανυπέρβλητα που παρέμεναν φυτεμένα μέσα στον ιδιωτικό αυτόν κήπο των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά την παρέλευση της 4ετίας, όπως ήταν φυσικό, αραίωσαν οι επαφές, και λόγω αποστάσεως. Ο Χριστάρας βέβαια με κάθε αφορμή επίσκεψης στο αθηναϊκόν χάος, έδινε σήμα της παρουσίας του, ως επί το πλείστον από κεντρικά ξενοδοχεία. Από απόσταση 20-30 μέτρων πλησιάζοντάς τον, μπορούσες να διακρίνεις το ζεστό χαμόγελο, την άνεση και την αυθορμησία του χαρακτήρος. Πρέπει να ήταν Δεκέμβριος του 2007 (;) όταν πρωτογνώρισα, μία και τελευταία φορά, τον πατέρα του Χριστόδουλου, Γιάννη Κατσούρη, που έφυγε από τη ζωή χθες 5.7.2010. ΄Ηδη βέβαια στη βιβλιοθήκη μου υπήρχε ένα βιβλίο του, που αν μη τι άλλο λειτουργούσε πάντοτε ως υπενθύμιση μιας άγνωστης στους περισσότερους λογοτεχνικής πορείας έξω από τα όρια της δικής μας επικράτειας. Ο Γιάννης Κατσούρης, μεταξύ άλλων, ασχολήθηκε χρόνια πολλά με το θέατρο στην Κύπρο και είχε έλθει τότε στην Αθήνα για να λάβει βραβείο για το δίτομο σχετικό έργο του από την Ακαδημία Αθηνών. Στο αρχείο μου υπάρχει ένα βιντεάκι από την τελετή απονομής του βραβείου. Αλλά κανένα βίντεο δεν είναι τόσο περιγραφικό και αναπαραστατικό ώστε να ''ξαναδώσει'' το ύφος του προσώπου, τον τρόπο του λόγου, τη σεμνότητα, τη μετριοφροσύνη, τη διακριτική λογιοσύνη του ανδρός. Θυμάμαι ότι μετά την τελετή, μια παρέλαση δηλαδή ετερόκλητων προσώπων και θεμάτων, που σχεδόν καταντούσε ανόητη, περάσαμε για λίγο από το σπίτι προτού καταλήξουμε σε ένα ταβερνάκι, αν θυμάμαι καλά βυρωνιώτικο. Το νεφρικό πρόβλημα συνόδευε σαν βαρίδι τον Γιάννη Κατσούρη, και δυσκολευόταν να μετακινείται. Παρ' όλα αυτά, έκρυβε το πρόβλημά του πίσω από το ευγενικό και στοργικό του βλέμμα, που προσέθετε εικόνες και στιγμιότυπα στον πακτωλό μιας ''δουλεμένης'' ζωής. Στην παρέα και ένας φίλος της οικογένειας, ονόματι Κώστας Ρήγος (πιστός φίλος και του Ξυλούρη, όπως μου θύμισε η σύζυγός μου), που μπορούσε ευκολότατα και αυτός να πείσει για έναν βίο περιπετειώδη, που η αναδιήγησή του προκαλούσε μιαν ωραία ευθυμία. Από τότε δεν τον ξαναείδα τον Γιάννη Κατσούρη. Μέσα στην κατοπινή 3ετία, κάποιες σποραδικές ανταποκρίσεις, που κι αυτές σαν πλούσιος κισσός έκρυβαν τα παρακλάδια της νόσου και των συνοδών της προβλημάτων. Κάπως έτσι δεν γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις άλλωστε; Το καμπανάκι της τελευταίας στροφής και όλοι εμβρόντητοι μπρος στο νήμα του τερματισμού. Και κάτι που εξακολουθεί να είναι κωμικό: μετά τη δωρεά του 2τομου έργου του, που κρατώ ως πολύτιμο τεκμήριο, συνειδητοποίησα εκ των υστέρων ότι είχα παραλάβει δυο φορές τον ίδιο τόμο, ενώ ο προαναφερθείς Κώστας Ρήγος, και αυτός λήπτης της ίδιας τιμηθείσας δωρεάς, δυο φορές τον άλλον τόμο. Το αθηναϊκόν χάος και η "παράδοσή" μας σε αυτό λειτούργησε ως τώρα έτσι ώστε ποτέ να μην ξανασυναντήσω τον Κώστα Ρήγο (όπως βέβαια και τον Γιάννη Κατσούρη) για την αποκατάσταση του λάθους και, αντίστοιχα, την ενίσχυση της γνωριμίας. Τελικά και οι γνωριμίες, τυχαίες, εκτός βουλήσεώς μας, σπασμωδικές, χωρίς βάθος, συχνότητα, συγκυριακές, φύλλα στον άνεμο, υπακούουν στο ανοργάνωτον και χαοτικόν της κοινωνικής μας δομής, και εδώ βάλτε τα όλα μέσα. Ο Γιάννης Κατσούρης, σώμα σαν φύλλο στον άνεμο, ταξιδεύει πλέον εκτός του πολύπαθου νησιού, πάνω από τις μικροψυχίες, τους ανταγωνισμούς και τα πάθεα των ανθρώπων, με μανδύα λευκής και αγνής μακαριότητας. Όταν θα (και αν) τον ''ανακαλύψουμε'' κάποτε, θα ψάχνουμε να τον βρούμε. Αλλά τότε βέβαια θα είναι πολύ αργά. Όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες πικρές μικροϊστορίες που ξεδιπλώνονται γύρω μας σαν σειρήνες άλλου πένθους. Κάποιο πηγάδι άνοιξε μέσα στα σωθικά του Χριστάρα και ίσως τώρα το χαμόγελό του να είναι ακόμη πιο ζεστό, μπερδεμένο με ό,τι αληθινότερο μπορεί να δώσει ως "όψιν" ένας άνθρωπος: το κλάμα της οδύνης, της συντριβής και της υποταγής στο μοιραίον.
Καλό κουράγιο, Χριστάρα!
Στα ακόλουθα ένα δελτίο Τύπου για τη χθεσινή ''απώλεια'' (από την εφημ. Καθημερινή):
Απεβίωσε ο λογοτέχνης Γιάννης Κατσούρης
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ
Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για το θάνατο του πρώην Διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, μελετητή και συγγραφέα Γιάννη Κατσούρη.
Η κηδεία του Γιάννη Κατσούρη θα γίνει την Τετάρτη, 7 Ιουλίου στις 4.30 μ.μ. από τον ιερό ναό Αποστόλου Ανδρέα στο Πλατύ Αγλαντζιάς με δαπάνη της Πολιτείας.
Επικήδειο θα εκφωνήσει ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Ανδρέας Δημητρίου.
Ο Γιάννης Κατσούρης, αναφέρεται στην ανακοίνωση, διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής για τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου, ενώ καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στη μελέτη της κυπριακής λογοτεχνίας και της ιστορίας και εξέλιξης του σύγχρονου θεάτρου στην Κύπρο.
Ιδιαίτερα σημαντικό, προστίθεται, είναι επίσης το πεζογραφικό του έργο, το οποίο απέσπασε πολλές διακρίσεις πανελλήνια.
Ο Γιάννης Κατσούρης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1935. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με θέμα τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση μέχρι το 1968 και στη συνέχεια διορίστηκε στη Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Στη Μορφωτική Υπηρεσία (μετέπειτα Πολιτιστικές Υπηρεσίες) ανελίχθηκε μέχρι και τη θέση του Διευθυντή, από την οποία αφυπηρέτησε το 1995.
Στη συνέχεια δίδαξε για μια δεκαετία Θεατρολογία και Ιστορία του Θεάτρου στη Δραματική Σχολή «Βλαδίμηρος Καυκαρίδης», όπου ήταν Διευθυντής Σπουδών, ενώ διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σατιρικού Θεάτρου.
Διετέλεσε Πρόεδρος της Ενωσης Λογοτεχνών Κύπρου, καθώς και μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά» (1960-1970), ενώ συνεργάστηκε με το ΡΙΚ και την ΕΡΤ σε εκατοντάδες προγράμματα.
Η δίτομη μελέτη «Το Θέατρο στην Κύπρο, 1860-1959», καρπός δεκάχρονης έρευνας, που εκδόθηκε το 2005, τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου / Μελέτης.
Την ίδια περίοδο τιμήθηκε από τον ΘΟΚ με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου για τη συνολική του προσφορά στο θέατρο. Δύο μυθιστορήματά του και μια συλλογή διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ξένες γλώσσες.
Ο Γιάννης Κατσούρης ήταν από τους πρώτους που τιμήθηκαν από την Πολιτεία με το Ετήσιο Τιμητικό Χορήγημα για τη συνεισφορά του στην οικοδόμηση της σύγχρονης πολιτιστικής φυσιογνωμίας της Κύπρου.
ΘΟΚ
Οδύνη εκφράζουν οι άνθρωποι του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, ως μέλη της ευρύτερης οικογένειας του θεάτρου, που χάνει τον Γιάννη Κατσούρη, ένα ιδιαίτερα εκλεκτό τέκνο της.
Σε ανακοίνωσή του ο ΘΟΚ εκφράζει «ειλικρινή συλλυπητήρια στη σύζυγο του αείμνηστου Γιάννη, Ντίνα, και στην υπόλοιπη οικογένειά του» και προσθέτει πως «είναι με βαθειά θλίψη που πληροφορηθήκαμε το θάνατο του λογοτέχνη και θεατρικού μελετητή Γιάννη Κατσούρη».
«Ο Γιάννης Κατσούρης υπήρξε εκλεκτός καθοδηγητής στα θεατρικά / πολιτιστικά πράγματα του τόπου και ο θάνατός του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό», καταλήγει η ανακοίνωση του ΘΟΚ.
.......................................................................................................
6.7.2010
Μια ανάμνηση: Π.Χ.
Πανεπιστημιακή γνωριμία ο φίλος Χριστόδουλος Κατσούρης, ο "Χριστάρας" της Φιλοσοφικής Σχολής, ποτέ στα 4 χρόνια που συμβιώσαμε σε έδρανα και πάσης φύσεως ιδιωτικά και δημόσια καθιστικά, δεν μου είχε μιλήσει για τους γονείς του, δύο σημαίνοντα μέλη της κυπριακής κοινωνίας. Από τη μια λοιπόν η ευθύτητα και η ντομπροσύνη του, από την άλλη η αποσιώπηση της οικογενειακής δόξας, που έστεφε εδώ και χρόνια το κυπριακό σπιτικό, ως υπέρλαμπρη ακτίνα, που έσβηνε βέβαια με τη φωτοχυσία της άλλα προβλήματα, χρόνια και ανυπέρβλητα που παρέμεναν φυτεμένα μέσα στον ιδιωτικό αυτόν κήπο των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά την παρέλευση της 4ετίας, όπως ήταν φυσικό, αραίωσαν οι επαφές, και λόγω αποστάσεως. Ο Χριστάρας βέβαια με κάθε αφορμή επίσκεψης στο αθηναϊκόν χάος, έδινε σήμα της παρουσίας του, ως επί το πλείστον από κεντρικά ξενοδοχεία. Από απόσταση 20-30 μέτρων πλησιάζοντάς τον, μπορούσες να διακρίνεις το ζεστό χαμόγελο, την άνεση και την αυθορμησία του χαρακτήρος. Πρέπει να ήταν Δεκέμβριος του 2007 (;) όταν πρωτογνώρισα, μία και τελευταία φορά, τον πατέρα του Χριστόδουλου, Γιάννη Κατσούρη, που έφυγε από τη ζωή χθες 5.7.2010. ΄Ηδη βέβαια στη βιβλιοθήκη μου υπήρχε ένα βιβλίο του, που αν μη τι άλλο λειτουργούσε πάντοτε ως υπενθύμιση μιας άγνωστης στους περισσότερους λογοτεχνικής πορείας έξω από τα όρια της δικής μας επικράτειας. Ο Γιάννης Κατσούρης, μεταξύ άλλων, ασχολήθηκε χρόνια πολλά με το θέατρο στην Κύπρο και είχε έλθει τότε στην Αθήνα για να λάβει βραβείο για το δίτομο σχετικό έργο του από την Ακαδημία Αθηνών. Στο αρχείο μου υπάρχει ένα βιντεάκι από την τελετή απονομής του βραβείου. Αλλά κανένα βίντεο δεν είναι τόσο περιγραφικό και αναπαραστατικό ώστε να ''ξαναδώσει'' το ύφος του προσώπου, τον τρόπο του λόγου, τη σεμνότητα, τη μετριοφροσύνη, τη διακριτική λογιοσύνη του ανδρός. Θυμάμαι ότι μετά την τελετή, μια παρέλαση δηλαδή ετερόκλητων προσώπων και θεμάτων, που σχεδόν καταντούσε ανόητη, περάσαμε για λίγο από το σπίτι προτού καταλήξουμε σε ένα ταβερνάκι, αν θυμάμαι καλά βυρωνιώτικο. Το νεφρικό πρόβλημα συνόδευε σαν βαρίδι τον Γιάννη Κατσούρη, και δυσκολευόταν να μετακινείται. Παρ' όλα αυτά, έκρυβε το πρόβλημά του πίσω από το ευγενικό και στοργικό του βλέμμα, που προσέθετε εικόνες και στιγμιότυπα στον πακτωλό μιας ''δουλεμένης'' ζωής. Στην παρέα και ένας φίλος της οικογένειας, ονόματι Κώστας Ρήγος (πιστός φίλος και του Ξυλούρη, όπως μου θύμισε η σύζυγός μου), που μπορούσε ευκολότατα και αυτός να πείσει για έναν βίο περιπετειώδη, που η αναδιήγησή του προκαλούσε μιαν ωραία ευθυμία. Από τότε δεν τον ξαναείδα τον Γιάννη Κατσούρη. Μέσα στην κατοπινή 3ετία, κάποιες σποραδικές ανταποκρίσεις, που κι αυτές σαν πλούσιος κισσός έκρυβαν τα παρακλάδια της νόσου και των συνοδών της προβλημάτων. Κάπως έτσι δεν γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις άλλωστε; Το καμπανάκι της τελευταίας στροφής και όλοι εμβρόντητοι μπρος στο νήμα του τερματισμού. Και κάτι που εξακολουθεί να είναι κωμικό: μετά τη δωρεά του 2τομου έργου του, που κρατώ ως πολύτιμο τεκμήριο, συνειδητοποίησα εκ των υστέρων ότι είχα παραλάβει δυο φορές τον ίδιο τόμο, ενώ ο προαναφερθείς Κώστας Ρήγος, και αυτός λήπτης της ίδιας τιμηθείσας δωρεάς, δυο φορές τον άλλον τόμο. Το αθηναϊκόν χάος και η "παράδοσή" μας σε αυτό λειτούργησε ως τώρα έτσι ώστε ποτέ να μην ξανασυναντήσω τον Κώστα Ρήγο (όπως βέβαια και τον Γιάννη Κατσούρη) για την αποκατάσταση του λάθους και, αντίστοιχα, την ενίσχυση της γνωριμίας. Τελικά και οι γνωριμίες, τυχαίες, εκτός βουλήσεώς μας, σπασμωδικές, χωρίς βάθος, συχνότητα, συγκυριακές, φύλλα στον άνεμο, υπακούουν στο ανοργάνωτον και χαοτικόν της κοινωνικής μας δομής, και εδώ βάλτε τα όλα μέσα. Ο Γιάννης Κατσούρης, σώμα σαν φύλλο στον άνεμο, ταξιδεύει πλέον εκτός του πολύπαθου νησιού, πάνω από τις μικροψυχίες, τους ανταγωνισμούς και τα πάθεα των ανθρώπων, με μανδύα λευκής και αγνής μακαριότητας. Όταν θα (και αν) τον ''ανακαλύψουμε'' κάποτε, θα ψάχνουμε να τον βρούμε. Αλλά τότε βέβαια θα είναι πολύ αργά. Όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες πικρές μικροϊστορίες που ξεδιπλώνονται γύρω μας σαν σειρήνες άλλου πένθους. Κάποιο πηγάδι άνοιξε μέσα στα σωθικά του Χριστάρα και ίσως τώρα το χαμόγελό του να είναι ακόμη πιο ζεστό, μπερδεμένο με ό,τι αληθινότερο μπορεί να δώσει ως "όψιν" ένας άνθρωπος: το κλάμα της οδύνης, της συντριβής και της υποταγής στο μοιραίον.
Καλό κουράγιο, Χριστάρα!
Στα ακόλουθα ένα δελτίο Τύπου για τη χθεσινή ''απώλεια'' (από την εφημ. Καθημερινή):
Απεβίωσε ο λογοτέχνης Γιάννης Κατσούρης
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ
Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για το θάνατο του πρώην Διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, μελετητή και συγγραφέα Γιάννη Κατσούρη.
Η κηδεία του Γιάννη Κατσούρη θα γίνει την Τετάρτη, 7 Ιουλίου στις 4.30 μ.μ. από τον ιερό ναό Αποστόλου Ανδρέα στο Πλατύ Αγλαντζιάς με δαπάνη της Πολιτείας.
Επικήδειο θα εκφωνήσει ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Ανδρέας Δημητρίου.
Ο Γιάννης Κατσούρης, αναφέρεται στην ανακοίνωση, διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής για τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου, ενώ καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στη μελέτη της κυπριακής λογοτεχνίας και της ιστορίας και εξέλιξης του σύγχρονου θεάτρου στην Κύπρο.
Ιδιαίτερα σημαντικό, προστίθεται, είναι επίσης το πεζογραφικό του έργο, το οποίο απέσπασε πολλές διακρίσεις πανελλήνια.
Ο Γιάννης Κατσούρης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1935. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με θέμα τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση μέχρι το 1968 και στη συνέχεια διορίστηκε στη Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Στη Μορφωτική Υπηρεσία (μετέπειτα Πολιτιστικές Υπηρεσίες) ανελίχθηκε μέχρι και τη θέση του Διευθυντή, από την οποία αφυπηρέτησε το 1995.
Στη συνέχεια δίδαξε για μια δεκαετία Θεατρολογία και Ιστορία του Θεάτρου στη Δραματική Σχολή «Βλαδίμηρος Καυκαρίδης», όπου ήταν Διευθυντής Σπουδών, ενώ διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σατιρικού Θεάτρου.
Διετέλεσε Πρόεδρος της Ενωσης Λογοτεχνών Κύπρου, καθώς και μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά» (1960-1970), ενώ συνεργάστηκε με το ΡΙΚ και την ΕΡΤ σε εκατοντάδες προγράμματα.
Η δίτομη μελέτη «Το Θέατρο στην Κύπρο, 1860-1959», καρπός δεκάχρονης έρευνας, που εκδόθηκε το 2005, τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου / Μελέτης.
Την ίδια περίοδο τιμήθηκε από τον ΘΟΚ με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου για τη συνολική του προσφορά στο θέατρο. Δύο μυθιστορήματά του και μια συλλογή διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ξένες γλώσσες.
Ο Γιάννης Κατσούρης ήταν από τους πρώτους που τιμήθηκαν από την Πολιτεία με το Ετήσιο Τιμητικό Χορήγημα για τη συνεισφορά του στην οικοδόμηση της σύγχρονης πολιτιστικής φυσιογνωμίας της Κύπρου.
ΘΟΚ
Οδύνη εκφράζουν οι άνθρωποι του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, ως μέλη της ευρύτερης οικογένειας του θεάτρου, που χάνει τον Γιάννη Κατσούρη, ένα ιδιαίτερα εκλεκτό τέκνο της.
Σε ανακοίνωσή του ο ΘΟΚ εκφράζει «ειλικρινή συλλυπητήρια στη σύζυγο του αείμνηστου Γιάννη, Ντίνα, και στην υπόλοιπη οικογένειά του» και προσθέτει πως «είναι με βαθειά θλίψη που πληροφορηθήκαμε το θάνατο του λογοτέχνη και θεατρικού μελετητή Γιάννη Κατσούρη».
«Ο Γιάννης Κατσούρης υπήρξε εκλεκτός καθοδηγητής στα θεατρικά / πολιτιστικά πράγματα του τόπου και ο θάνατός του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό», καταλήγει η ανακοίνωση του ΘΟΚ.
.......................................................................................................
6.7.2010
Μια ανάμνηση: Π.Χ.
5/7/10
Γιάννης Pίτσος - Mελισσάνθη: η Σονάτα του Σεληνόφωτος, μια συνάντηση
Σημείωμα στα 20 χρόνια από το θάνατό τους (Νοέμβριος 1990)
«Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική/ Αλλά μέσα στο θάνατο// κι ο δρόμος αυτός δεν έχει τέλος» Γιώργος Σαραντάρης
«Δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους» Οδυσσέας Ελύτης
«Ύστερα ήρθε η Πανσέληνος της Mελισσάνθης», έγραφε ο ποιητής Δημήτρης Δούκαρης στο περιοδικό Tομές, τον Σεπτέμβριο του 1979, αναφερόμενος στον Γιάννη Ρίτσο, που πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, δύο μέρες ύστερα από τη Μελισσάνθη. «Όπως λέω εγώ εκείνη την Πανσέληνο που το μαγικά ποιητικό χέρι του Pίτσου ονόμασε Σονάτα του Σεληνόφωτος», συνεχίζει ο Δούκαρης. «Ήταν τότε που είχε πεθάνει ο σύζυγος της Mελισσάνθης και έπειτα από σαράντα μέρες, μέσα στο βαρύ πένθος της, μας είχε καλέσει με τη Ζωή Καρέλλη ένα βράδυ στο σπίτι της. Mε τα μαύρα κρόσσια παντού τριγύρω. Mε τις μαύρες γάτες που απόμειναν για συντροφιά στην ευγενική μας ποιήτρια. Eίχα συγκινηθεί με το πένθος της, με την επιμονή της να μας συνοδεύει “μέχρι παρακάτω”. Kαι το “παρακάτω” δεν τελείωνε. Tότε πρόσεξα ένα τεράστιο φεγγάρι κάτω από την πλάτη της Mελισσάνθης. Eίχαμε φτάσει πια στις σκάλες της [οδού] Aναγνωστοπούλου».
«Kαι τελικά η Mελισσάνθη επέστρεψε ολομόναχη, με την Πανσέληνο, σπίτι της», θυμάται ο Δούκαρης. Tην άλλη μέρα το πρωί ταραγμένος και συνεπαρμένος τα ιστορούσα όλα αυτά στον Γιάννη Ρίτσο. Kαι το πραγματικό μαγικό χέρι του ποιητή τα μετέτρεψε στη Σονάτα του Σεληνόφωτος».
H Σονάτα του Σεληνόφωτος , θυμίζουμε, ολοκληρώθηκε στην Aθήνα τον Ιούνιο του 1956 και συνιστά μια απαρχή ανοίγματος «ενός μεμονωμένου κύκλου, μέσα στο υπέρογκο σώμα της ποίησης [του Γιάννη Ρίτσου]. [...] O κύκλος αυτός τιτλοφορήθηκε με τον, από κάθε άποψη σημαντικό τίτλο, “Τέταρτη Διάσταση”, σύμφωνα με τον κριτικό και ποιητή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου (:«Προτάσεις πάνω στη Σονάτα του Σεληνόφωτος»: Aφιέρωμα στο Γιάννη Pίτσο, Kέδρος, 1981). Στη Σονάτα, όπως και στη Χειμερινή Διαύγεια και στο Χρονικό, συλλογές με τις οποίες συστεγάζεται στην Τέταρτη Διάσταση, ο ποιητής αντιμετωπίζει το παρελθόν και η χρονική διάσταση διευρύνεται –στο πρώτο ποίημα, Το Παράθυρο, που απαρτίζει την Τέταρτη Διάσταση, ο χρόνος δεν δείχνει να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ζήτημα των νεκρών επανέρχεται σε όλη τη συλλογή και δεν πρόκειται απλώς για ανάμνηση, αλλά για μια σχεδόν εν σώματι παρουσία μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, στα άδεια δωμάτια (Valentina Giraldi, «Σημειώσεις πάνω στην Τέταρτη διάσταση», η λέξη, τ. 182, Οκτώβριος—Δεκέμβριος 2004.)
Στη Σονάτα αντανακλώνται γνωστά πολιτικοϊστορικά γεγονότα της χρονιάς κατά την οποία ολοκληρώθηκε το ποίημα. Αναφέρομαι στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (14 έως 25 Φεβρουαρίου 1956), στην 6η πλατιά ολομέλεια του ΚΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956 ), ενώ λίγους μήνες ύστερα από την ολοκλήρωση του ποιήματος αποπέμπεται ο Νίκος Ζαχαριάδης, ύστερα από τα γεγονότα της Τασκένδης (9-10 Σεπτεμβρίου 1956) –«Τον Ζαχαριάδη, τον Ζαχαριάδη. Θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη», ωρύονταν μέλη του ΚΚΕ (Αχιλλέας Παπαϊωάννου, Η απαγορευμένη εικόνα, Φιλίστωρ, 2001). Εν τω μεταξύ, έχει ιδρυθεί η Επιθεώρηση Τέχνης (1954) –οεπιτελικός της πυρήνας προέρχεται από τον Άη Στράτη και οφείλει πολλά στις πρώιμες ιδεολογικές συγκρούσεις που αναπτύχθηκαν στο νησί της εξορίας, μας θυμίζει ο Φίλιππος Ηλιού («Ιστορίες της Επιθεώρησης Τέχνης», Ψηφίδες ιστορίας και πολιτικής του εικοστού αιώνα, Πόλις, 2007), και υπήρξε η ΕΤ ένα περιοδικό που δεν ήταν παράδεισος αθωότητας αλλά πεδίο δοκιμασιών και βάθους, «ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό εγχείρημα, καθώς αποτελεί τη μοναδική ίσως περίπτωση αριστερού περιοδικού, που αναλαμβάνει να εγκαθιδρύσει ένα, δυνητικά έστω, έλεγχο στο ίδιο το περιεχόμενο της κομματικής καθοδήγησης» (Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Η εποχή της υποψίας», Αρχειοτάξιο, τ. 12, Ιούνιος 2010), και είναι το μόνο πολιτικό περιοδικό που μοιράστηκε επί δώδεκα χρόνια τη μοίρα του με αυτήν της ΕΔΑ, η οποία είχε ιδρυθεί το 1951 και «εκπροσωπούσε το ίδιο ακριβώς πολιτικό φάσμα, με εκείνο που κάλυπταν τα κόμματα που συμμετείχαν ή συνεργάζονταν στενά με το ΕΑΜ μέχρι το 1947» (Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, Πατάκης, 2001).
«Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική/ Αλλά μέσα στο θάνατο// κι ο δρόμος αυτός δεν έχει τέλος» Γιώργος Σαραντάρης
«Δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους» Οδυσσέας Ελύτης
«Ύστερα ήρθε η Πανσέληνος της Mελισσάνθης», έγραφε ο ποιητής Δημήτρης Δούκαρης στο περιοδικό Tομές, τον Σεπτέμβριο του 1979, αναφερόμενος στον Γιάννη Ρίτσο, που πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, δύο μέρες ύστερα από τη Μελισσάνθη. «Όπως λέω εγώ εκείνη την Πανσέληνο που το μαγικά ποιητικό χέρι του Pίτσου ονόμασε Σονάτα του Σεληνόφωτος», συνεχίζει ο Δούκαρης. «Ήταν τότε που είχε πεθάνει ο σύζυγος της Mελισσάνθης και έπειτα από σαράντα μέρες, μέσα στο βαρύ πένθος της, μας είχε καλέσει με τη Ζωή Καρέλλη ένα βράδυ στο σπίτι της. Mε τα μαύρα κρόσσια παντού τριγύρω. Mε τις μαύρες γάτες που απόμειναν για συντροφιά στην ευγενική μας ποιήτρια. Eίχα συγκινηθεί με το πένθος της, με την επιμονή της να μας συνοδεύει “μέχρι παρακάτω”. Kαι το “παρακάτω” δεν τελείωνε. Tότε πρόσεξα ένα τεράστιο φεγγάρι κάτω από την πλάτη της Mελισσάνθης. Eίχαμε φτάσει πια στις σκάλες της [οδού] Aναγνωστοπούλου».
«Kαι τελικά η Mελισσάνθη επέστρεψε ολομόναχη, με την Πανσέληνο, σπίτι της», θυμάται ο Δούκαρης. Tην άλλη μέρα το πρωί ταραγμένος και συνεπαρμένος τα ιστορούσα όλα αυτά στον Γιάννη Ρίτσο. Kαι το πραγματικό μαγικό χέρι του ποιητή τα μετέτρεψε στη Σονάτα του Σεληνόφωτος».
H Σονάτα του Σεληνόφωτος , θυμίζουμε, ολοκληρώθηκε στην Aθήνα τον Ιούνιο του 1956 και συνιστά μια απαρχή ανοίγματος «ενός μεμονωμένου κύκλου, μέσα στο υπέρογκο σώμα της ποίησης [του Γιάννη Ρίτσου]. [...] O κύκλος αυτός τιτλοφορήθηκε με τον, από κάθε άποψη σημαντικό τίτλο, “Τέταρτη Διάσταση”, σύμφωνα με τον κριτικό και ποιητή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου (:«Προτάσεις πάνω στη Σονάτα του Σεληνόφωτος»: Aφιέρωμα στο Γιάννη Pίτσο, Kέδρος, 1981). Στη Σονάτα, όπως και στη Χειμερινή Διαύγεια και στο Χρονικό, συλλογές με τις οποίες συστεγάζεται στην Τέταρτη Διάσταση, ο ποιητής αντιμετωπίζει το παρελθόν και η χρονική διάσταση διευρύνεται –στο πρώτο ποίημα, Το Παράθυρο, που απαρτίζει την Τέταρτη Διάσταση, ο χρόνος δεν δείχνει να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ζήτημα των νεκρών επανέρχεται σε όλη τη συλλογή και δεν πρόκειται απλώς για ανάμνηση, αλλά για μια σχεδόν εν σώματι παρουσία μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, στα άδεια δωμάτια (Valentina Giraldi, «Σημειώσεις πάνω στην Τέταρτη διάσταση», η λέξη, τ. 182, Οκτώβριος—Δεκέμβριος 2004.)
Στη Σονάτα αντανακλώνται γνωστά πολιτικοϊστορικά γεγονότα της χρονιάς κατά την οποία ολοκληρώθηκε το ποίημα. Αναφέρομαι στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (14 έως 25 Φεβρουαρίου 1956), στην 6η πλατιά ολομέλεια του ΚΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956 ), ενώ λίγους μήνες ύστερα από την ολοκλήρωση του ποιήματος αποπέμπεται ο Νίκος Ζαχαριάδης, ύστερα από τα γεγονότα της Τασκένδης (9-10 Σεπτεμβρίου 1956) –«Τον Ζαχαριάδη, τον Ζαχαριάδη. Θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη», ωρύονταν μέλη του ΚΚΕ (Αχιλλέας Παπαϊωάννου, Η απαγορευμένη εικόνα, Φιλίστωρ, 2001). Εν τω μεταξύ, έχει ιδρυθεί η Επιθεώρηση Τέχνης (1954) –οεπιτελικός της πυρήνας προέρχεται από τον Άη Στράτη και οφείλει πολλά στις πρώιμες ιδεολογικές συγκρούσεις που αναπτύχθηκαν στο νησί της εξορίας, μας θυμίζει ο Φίλιππος Ηλιού («Ιστορίες της Επιθεώρησης Τέχνης», Ψηφίδες ιστορίας και πολιτικής του εικοστού αιώνα, Πόλις, 2007), και υπήρξε η ΕΤ ένα περιοδικό που δεν ήταν παράδεισος αθωότητας αλλά πεδίο δοκιμασιών και βάθους, «ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό εγχείρημα, καθώς αποτελεί τη μοναδική ίσως περίπτωση αριστερού περιοδικού, που αναλαμβάνει να εγκαθιδρύσει ένα, δυνητικά έστω, έλεγχο στο ίδιο το περιεχόμενο της κομματικής καθοδήγησης» (Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Η εποχή της υποψίας», Αρχειοτάξιο, τ. 12, Ιούνιος 2010), και είναι το μόνο πολιτικό περιοδικό που μοιράστηκε επί δώδεκα χρόνια τη μοίρα του με αυτήν της ΕΔΑ, η οποία είχε ιδρυθεί το 1951 και «εκπροσωπούσε το ίδιο ακριβώς πολιτικό φάσμα, με εκείνο που κάλυπταν τα κόμματα που συμμετείχαν ή συνεργάζονταν στενά με το ΕΑΜ μέχρι το 1947» (Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, Πατάκης, 2001).
2/7/10
Οι βολεϊμπολίστες του Φωκιανού
2.7.2010. O Xρήστος Αποστολόπουλος έλεγε κάποτε πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν στη ζωή μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, οι άνθρωποι της "καλημέρας". Τέτοιους θα μπορούσα να βαφτίσω αυτούς τους μεσόκοπους (ας πούμε) βολεϊμπολίστες του γυμναστηρίου Φωκιανός, που σχεδόν κάθε πρωί γύρω στις 9 είναι στημένοι στα αντίπαλα στρατόπεδά τους και προσπαθούν να μείνουν πιστοί στην ιδέα του αθλήματος, στην ομορφιά της πάλης για τη νίκη, στην αξία της προσπάθειας. Τα χρόνια έχουν αφήσει σημάδια πάνω τους αλλά αυτοί λες και θέλουν κάτι να αποδείξουν σε όσους τους βλέπουν μα πάνω από όλα στον ίδιο τους τον εαυτό - σαν να θέλουν να κρατηθούν, να αγκιστρωθούν από κάποιον συμπαγή βράχο της ίδιας της ζωής και να μπολιάσουν το είναι τους με χυμούς νεότητας, να τρίψουν κάπως μια διαφαινόμενη σκουριά. Θα μπορούσαν να είναι όλοι μια παρέα, μια γροθιά, ένας φιλικός όμιλος. Κάπου κάπου αντηχούν στον φλογισμένο αγέρα τα "οοο" και τα "ααα" τους, καθώς τα σώματα γέρνουν, πετούν, εκτινάσσονται. Με τα χαλαρά τους σορτσάκια και τα ποικίλα και παρδαλά χρώματα που ανεμίζουν από τα κοντάρια των σωμάτων τους γίνονται και συμπαθείς και κωμικοί, όπως βέβαια όλοι μας όταν παιδεύουμε το σώμα μας στις παλαίστρες ή στις γυαλωμένες αίθουσες των γυμναστηρίων. Αυτοί οι μεσόκοποι, που δεν λένε να το βάλουν κάτω, που τους βλέπεις να εκτείνουν χέρια και πόδια προκειμένου να φτάσουν τις χαμένες μπαλιές, κρύβουν μέσα τους τον καλόν εγωισμό της ρώμης, της αντίστασης στη φθορά, της αρρενωπότητας. Εξάλλου, τα πράσινα εξωτερικά κάγκελα που κλείνουν το γυμναστήριο από την πλευρά του πολύβοου δρόμου καταλήγουν σε κέρατα ενός ή πολλών τράγων, θυμίζοντας τον αρχαίο θεό Πάνα. Είναι μια σκηνή-συνθήκη του πρωινού, μια ευφρόσυνη καλημέρα. Αρέσει ως εικόνα γιατί αρέσει ως ιδέα: της συνέχειας, της συνέπειας, της επιμονής, της πίστης, της φιλίας, της ένωσης, του ευγενούς συναγωνισμού. Πρότυπο συνεχιζόμενης νεότητας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)