26/2/10

Φωνάζει ο κλέφτης

Τις τελευταίες μέρες βομβαρδίζομαι από μέιλ που το περιεχόμενό τους εν ολίγοις είναι ότι οι κακοί Γερμανοί βρίζουν τους Έλληνες και από εκεί που μας χρωστάνε πολεμικές αποζημιώσεις μάς αποκαλούν «απατεώνες της ευρωπαϊκής οικογένειας».
 

Πρώτα απ’ όλα δεν μας βρίζουν οι Γερμανοί. Μας βρίζει μια μερίδα του Τύπου τους, και οι ύβρεις αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνους όλους τους Γερμανούς.
Δεύτερον, δεν μας βρίζουν μόνο μερικά γερμανικά έντυπα. Μας βρίζουν και βρετανικά και γαλλικά και Κύριος οίδε πόσα άλλα παγκοσμίως.
 

Όσο ανάρμοστα και προσβλητικά και αν είναι τα ξένα δημοσιεύματα, δεν αλλάζει η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι πιο φαεινή κι απ’ τον ήλιο.

25/2/10

"Αυτοκίνητος κόσμος", του Ηλία Καφάογλου

24.2.2010


Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην περίπτωση του βιβλίου ΄΄Αυτοκίνητος κόσμος΄΄ του Ηλία Καφάογλου, που θα παρουσιάσουμε το Σάββατο 27.2 στις εκδόσεις Ύψιλον, είναι το να αναλογιστούμε πόσες επιπτώσεις στο κοινωνικό εποικοδόμημα προκαλεί η εισαγωγή ενός καινούριου (τεχνολογικού) πρά(γ)ματος.


Αυτά που λέει ο Ηλίας Κ. για το αυτοκίνητο, κατ' αναλογία θα μπορούσαν να ισχύουν για πολλαπλά τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής μας. Π.χ., με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας υπάρχουν άνθρωποι, επαγγελματίες κ.ο.κ. που έχουν χάσει τον ύπνο τους και την ησυχία τους, η, δε, επιτάχυνση στη διεκπεραίωση του ατομικού τους προγράμματος, παρά την οφθαλμοφανή επιτυχία της εξεύρεσης/εξοικονόμησης αποθεμάτων χρόνου, δεν ισοζυγίζεται με τον εφιάλτη της συνεχούς ενόχλησης, εντός και εκτός ωρών κοινής ησυχίας, σε σημείο που δικαιολογημένα ο Μένης Κ. τιτλοφορεί ένα διήγημά του "Ο διάβολος στο κινητό της".

23/2/10

Κουλτούρα αρπαχτής

Τώρα που ο Πέτρος είναι στις καλές του και γράφει κείμενα για τις ωραίες πλευρές της ζωής, ευκαιρία να γκρινιάξω εγώ.
Λέμε -και είναι γνωστόν τοις πάσι- ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της αρπαχτής (σσσ… μην το ακούσουν στις Βρυξέλλες!). Ως λαός επιδιδόμαστε στο σπορ της αρπαχτής με ιδιαίτερο ζήλο και φαίνεται ότι αυτό επηρεάζει και τους εδώ διαβιούντες μετανάστες, οι οποίοι αφομοιώνουν με μεγάλη ταχύτητα όλα τα αρνητικά της φυλής (σσσ… μην ακούσουν μερικοί-μερικοί ότι η φυλή μας έχει ελαττώματα!).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι πλανόδιοι οργανοπαίκτες, όλοι αλλοδαποί πλέον. (Παλιότερα συναντούσες και μερικούς επαρχιώτες ή -κυρίως- Τσιγγάνους, τώρα μόνο σε πανηγύρια ή σε παραθαλάσσιες καφετέριες και ταβέρνες). Γυρίζουν λοιπόν τις γειτονιές με ένα ακορντεόν ή κανένα κλαρίνο και παίζουν προσδοκώντας να τους πετάξει κάποιος από το μπαλκόνι κέρματα.

19/2/10

Φανταστική εικόνα

19.2.2010

Το προηγούμενο Σάββατο με τη συνδρομή της τρέχουσας πραγματικότητας μπορούσε ο διαβάτης της πλατείας Συντάγματος να πλάσει με ευκολία την κάτωθι φανταστική εικόνα:

Στο κέντρο της πλατείας έπαιζε σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική ο γνωστός μουσικός παραγωγός Μιχάλης Τσαουσόπουλος. Τα θεόρατα ηχεία μετέφεραν τη μουσική σε μεγάλη ακτίνα και προκαλούσαν αυτό το ιδιότυπο εσωτερικό κύμα της καταναλωτικής ευφορίας: δηλαδή η μουσική έμοιαζε να καταφάσκει ως προς την υποχώρηση των ανθρώπων-μυρμηγκιών μπρος στα περιβάλλοντα καταναλωτικά ερεθίσματα. Ταυτόχρονα όμως η μουσική έμοιαζε να είναι μια υπενθύμιση νεότητος, ένα εγερτήριο ξεχασμένων ροπών και συνηθειών. Οι διαβάτες περνούσαν μπροστά από το μουσικό σανίδι, την εξέδρα του παραγωγού σαν παραδομένοι στο μουσικό ρυθμό, στην αδιάκοπη πολιορκία των ρυθμικών βελών. Ούτε αντιστέκονταν ούτε την αρνούνταν.

Και ιδού η (εύκολη/δύσκολη) εικόνα της φαντασίας: οι διαβάτες να μην περνούσαν δίπλα από την εξέδρα κουνώντας απλώς πάνω κάτω το κεφάλι τους συντονιζόμενοι με τις επιταγές της μουσικής μόδας, αλλά να στέκονταν μπροστά από αυτήν και να άρχιζαν να λικνίζονται, να φτερουγίζουν ψυχικά και να τραμπαλίζονται. Να συρρέουν αδίστακτα και να συναθροίζονται ώσπου να σχηματιστεί ένα εκρηκτικό μείγμα ανθρώπινης έντασης και μουσικής ευδαιμονίας. Και να άρχιζε ένας αυθόρμητος χορός, ξαφνικός, απρόοπτος, μη σκηνοθετημένος, ένας χορός-έκπληξη, μαζικός, διαβολικός, τρικυμιώδης, να σκίζει τις συμβάσεις της ημέρας, τα στεγανά της πόλης, τις στενοτοπιές και τα πείσματα των καρδιών. Το πλήθος να το φαντάζεσαι να παίρνει έναν άλλο δρόμο ζωής, την κατεύθυνση μιας ανεξέλεγκτης δραστηριότητας, να παραιτείται από την κοινοτοπία, να γίνεται μια φλόγα βουερή, έτοιμη να ρίξει μέσα στα δίχτυα της κάθε ανυποψίαστο και να τον μεθύσει με την επήρειά της. Και πού πάει όλο αυτό; Στον επαναπροσδιορισμό των πάντων μέσα από το πρίσμα μίας και μόνης εμπειρίας, στην ανάταση, στην ανασύνθεση των ναρκωμένων κοινωνικών ιστών. Εικόνα που μόνο οι διαφημίσεις πλάθουν όταν πρέπει να δείξουν την υποταγή των πολλών στο θεό της νέας μόδας.

Λέξεις-σκαλιά: Η δύναμη της ένωσης. Η χαρά μιας απρογραμμάτιστης επαφής. Το ταξίδι της μουσικής. Η δημόσια ΄΄έκθεση΄΄, δίχως κόμπους, συστολές, φοβίες, αλλά με την παρρησία της όποιας παρουσίας. Ένα νέο κοίταγμα των πραγμάτων. Το να χαλάς το χαλί του κόσμου και ύστερα να το βάζεις πάλι στη θέση του. Μια επανεκκίνηση, όπως εκείνη των ΠιΣι. Ένα τράνταγμα. Μια παραίσθηση. Ένα μονοπάτι ουτοπίας. Μια υπόσχεση στιγμιαίας ηδονής. Η τρέλα της βίωσης αλλόκοτων στιγμών. Κάτι όπως αυτά και κάτι με όλα αυτά. Σαν το κρύο νερό ενός καταρράκτη που σε λούζει και σε ξαναβαφτίζει στη ζωή.

Έδωσα το χέρι στον παραγωγό που μου δάνεισε την εικόνα, ερεθίζοντας τη φαντασία μου. Μια στιγμή ονειρικής παρέμβασης στη σκηνοθεσία του χωροχρόνου. Ένα αίσθημα σβησμένης ευτυχίας, που ξαφνικά ανάβλυσε.

Δύσκολα το καταλαβαίνεις εάν έρχεσαι από άλλες υπόγειες διαδρομές.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

18/2/10

Κάποιοι υπάλληλοι

18.2.2010

Η κατά ηθική πρωτίστως επιταγή φροντίδα των ηλικιωμένων θα σας έχουν φέρει πολλάκις μέσα σε ασφαλιστικά πολυκαταστήματα, σε τραπεζικά σουπερ-μάρκετ, σε άχρωμα δημοσιοϋπαλληλικά γραφεία, εκεί όπου το χνότο της παρακμής, της φθοράς και του θανάτου φτιάχνει ένα κάδρο υποταγής στους άτεγκτους νόμους της φύσης και της ύπαρξης.

Όταν αρρωσταίνει, αργοπεθαίνει ή υποφέρει ο δικός σας άνθρωπος, μοιραία τα βήματά σας σάς οδηγούν σε αυτούς τους άχρωμους κλωβούς, όπου οι χειρονομίες και οι συναλλαγές έχουν τη σφραγίδα της θλίψης και της ταπείνωσης.
Είναι και οι άνθρωποι που εκεί συνωστίζονται, όλοι αυτοί που πρέπει εις επήκοον όλων να προδώσουν τον πόνο τους, το πάθημά τους, ή μιαν απαίτηση που συνήθως απορρέει από την προηγούμενη επιβολή του κακού.

Κήνσορες ιστολόγοι

Με αφορμή την κίνηση του ιστολογίου, της Λέσχης Αγ. Αρτεμίου και την ανεξάντλητη έμπνευση του Πέτρου, διαβάζω, όσο μου επιτρέπουν ο χρόνος και η διάθεση, διάφορες λογοτεχνικές και δοκιμιακές αναρτήσεις στην ελληνική μπλογκόσφαιρα.
Ομολογώ ότι υπάρχει πολύ ταλέντο στις διαδικτυακές ιστοσελίδες, πλούτος γνώσεων και κατατεθειμένη προς όφελος όλων εμπειρία.
Υπάρχει όμως και πολλή αλαζονεία και εμπάθεια.

12/2/10

Το ζαχαροπλαστείο

12.2.2010

Ανέκαθεν το ζαχαροπλαστείο ήταν ο τόπος όπου καταλαγιάζονταν τα πάθη, λειαίνονταν τα εξογκώματα της συμπεριφοράς, υπογραφόταν συνθήκη εκεχειρίας - τα βλέμματα συναντιόντουσαν και μίκραιναν οι αποστάσεις γύρω από το φιλειρηνικό τραπέζι. Με τη συνάντηση των βλεμμάτων οι αλήθειες κατέβαιναν στην καρδιά, που ανοιγόταν διάπλατα. Ερχόταν το γλυκάκι, και μπουκιά μπουκιά λεγόταν ο πόνος, ενώ οι ερεθισμένοι εξ έρωτος μια κατέβαζαν μια σήκωναν τα μάτια διστάζοντας να πούνε τα μυστικά της αγάπης. Γύρω γύρω όλο συντροφιές, γλυκολαλούσες και τραγουδιστές, νέοι, φοιτητές, οι κουβέντες και τα αστεία, τα χαχανητά και οι εκρήξεις των διαθέσεων έφταναν και να μην το ήθελες στα αυτιά σου, και κέρδιζες μιαν εντύπωση του χρόνου και μιαν εικόνα της εποχής. Στο τέλος έφευγες με την ακτινογραφία του Άλλου, ο ασπασμός ήταν τόσο ηδονικός ύστερα από την έξοδο στο δρόμο, στο καλντερίμι, στον πεζόδρομο. Αυτό το γλυκάκι ήταν μια υπόσχεση ισορροπίας, ένα δώρο του απογεύματος, ένα χρώμα μέσα στην καταχνιά. Αλλά και το περιβάλλον του ζαχαροπλαστείου, οι λευκές κεντημένες κουρτινίτσες, με τα ανοιχτά τους μάτια, τα παραδοσιακά ξυλόγλυπτα έπιπλα, οι χορευτικές κινήσεις των σωμάτων που έπρεπε να ελιχθούν στροβιλιζόμενα γύρω από τα τραπέζια, οι δίσκοι με τα φυτά και τα λουλούδια, η απόλαυση της εφημερίδας, οι μοναχικοί τύποι που κι αυτοί γίνονταν τόσο συμπαθητικές φιγούρες, τα κορίτσια με τη μέση-δαχτυλίδι που σου έφερναν τον αχνιστό καφέ και τα μυρωδάτα βουτήματα. Οποία εξ όλων θαλπωρή. Το ζαχαροπλαστείο είναι μια μητρική φωλιά, και η ζάχαρη σαν να εξευγενίζει τα ήθη και κάμπτει ως αέναος πειρασμός τη σκληράδα των λόγων, καθώς όλοι και όλα σε αυτήν υποκύπτουν, μια και διά των υπέροχων αισθήσεων περνούν σε έναν άλλον, υπεραισθητό κόσμο.

Κατόπιν τούτων, ίσως μπορείτε να φανταστείτε με ποια συναισθήματα ακαριαίας συντριβής, βουλιαγμένης απόγνωσης και σκοτεινής πίκρας αντίκρισα χθες, που έσχισα πεζός την Πλάκα στα δύο, το ζαχαροπλαστείο στη συμβολή των οδών Αγγ. Γέροντα και Δαιδάλου το καλούμενον ΄΄Τρίστρατον΄΄ σε κατάσταση μοναχική κι ερειπιώδη, με τα θυρόφυλλά του σε σχήμα Λ να φορούν τις χειροπέδες του λουκέτου, τα τζάμια θολά και σκονισμένα, έναν λογαριασμό ορφανό πεταμένο κάτω από τη σχισμή σαν σημάδι μιας μεταθανάτιας ζωής. "Τον έβγαλε έξω ο ιδιοκτήτης", μου είπε ξερά ο υπάλληλος ενός όμορου πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Μαζί με αυτόν έβγαλε έξω στο δρόμο και στην παγωνιά και τις υπέροχες αναμνήσεις μας από αυτό το γωνιακό στέκι, χώρο αναφοράς και παρηγοριάς τόσο στη βαρυχειμωνιά όσο και στις γιορτινές ανοιξιάτικες μέρες ή βραδιές.

Μαζί με τον Αντίοχο Ευαγγελάτο, θέλησε να πάει και αυτή η γλυκοφωλιά. Κλαίω.