3/7/12

Καλοκαιρινή καραμπόλα

3-7-2012

Μεταξύ του πήγαινε και του έλα, προηγούνται, μεσολαβούν και έπονται πολλά, πολλά πολλά. Το καλοκαίρι είναι ένα πολυκατάστημα ερεθισμάτων από τα οποία μόνο ένα μέλλει να προκριθεί, εάν κι αυτό ευδοκιμήσει. Στιγμές στιγμές δεν ξέρει ο άνθρωπος προς τα πού να κινήσει, τα παλιά του βήματα να ξαναβρεί και να υπογραμμίσει ή να χαράξει νέα πορεία. Από την άλλη, τι να πεις και για τις θερινές καραμπόλες, εκείνων που ξεκίνησαν για αλλού και από ποικίλους παράγοντες βρέθηκαν εκεί όπου δεν φαντάζονταν. Συνήθως ο οξυμμένος ενθουσιασμός από κάποια φευγαλέα ή μη γνωριμία, ή το να βρεθείς παρασυρμένος από την ισχυρή προσωπικότητα ενός άλλου, καθορίζουν τελικά τις επιλογές, πάντοτε περιέχουσες σκοπό και συναισθηματικό συμφέρον.

Ο καλοκαιρινός άνθρωπος είναι ο κατεξοχήν άνθρωπος-φθαρτό υποκείμενο, ζωώδες υποκείμενο, που όπως βγάζει την ανάσα του έτσι εκφράζει και τις ανάγκες του, δεν μπορεί να κρύψει τίποτε. Ο καλοκαιρινός άνθρωπος θέλει να φάει καλά, να κοιμηθεί καλά, να γαμήσει ό,τι βρεθεί μπροστά του, να κολυμπήσει στις πιο εντυπωσιακές παραλίες, να σαρώσει ό,τι ανήκει στον χάρτη του, να γλιτώσει ό,τι γλιτώνεται, π.χ. τα μεταφορικά, να γλιτώσει δαπάνη μέσω μιας φιλοξενίας, να γλιτώσει την ενοχλητική παρουσία των άλλων, να έχει τον άλλον ή να μην τον έχει όποτε εκείνος κρίνει καλό, θέλει να πηγαίνει σε συναυλίες, σε μπαρ, σε ταβέρνες, να του σερβίρουν κι αυτός να είναι ο αγάς, να αράζει και να δουλεύουν οι άλλοι στα πόδια του, θέλει φιλίες, αγάπες, συγκινήσεις, θέλει καλό καναπέ στο πλοίο, προνομιακή θέση στο κατάστρωμα, καμπίνα που να αποφεύγει τη ζέστα των μηχανών, θέλει να βγει πρώτος από το φέρυ χωρίς να φάει στη μάπα τα αέρια όσων μαρσάρουν, θέλει να βρει παραλία μόνο για να ζεστάνει τον δικό του κώλο, θέλει διαμέρισμα ολόκληρο για κείνον και τη φαμίλια του κι αν είναι δυνατόν και μπροστά στη θάλασσα και με τα γεύματα έτοιμα και σε λογική τιμή, οι γυναίκες να στρογγυλοκάθονται και να αερίζονται τινάζοντας τα τσιγαρέτα τους και συγκρίνοντας η μία μυστικά προς την άλλη τις σκατόφατσές τους όπως αποκαλύπτονται χωρίς μακιγιάζ με το έβγα τους από το νερό, σακουλιασμένα μάτια, αυτιά Σπόουκ, σπυράκια και ελιές και τρίχες, βυζιά τορπίλες ή άβυζες ανερωτικές στέκες, λεκάνες μαξιλάρες. Ο καλοκαιρινός άνθρωπος θέλει να διαβάζει στην ησυχία του και να καμακώνει στην ανησυχία του, να εξερευνά στις μοναχικές του ώρες και να αναδιηγείται στις κοινωνικές. Είναι η ίδια σκατόφατσα που βλέπουμε όλον τον χρόνο, απλώς τα χρώματα τον αλλάζουν, τον κάνουνε ναυτικό, τον κάνουνε θαλασσινό του γλυκού νερού κ.λπ., ο ίδιος νερόβραστος τύπος είναι του χειμώνα, ο εργαζόμενος που διαδηλώνει μέσα στο δωμάτιό του, ο κύριος χάνομαι και βρίσκομαι κατά το δοκούν, ο αστός που γκρινιάζει και όλο παραπονιέται για την μαύρη μοίρα του και περιμένει πάντα οι άλλοι να τον σώσουν, το ανάξιο κράτος, οι άσχετοι, οι αδιάφοροι, οι αγράμματοι κ.λπ. Γυρνά με την προβοσκίδα του κατεβασμένη γιατί το ανικανοποίητο δεν του αφήνει χρόνο να σχεδιάσει εκ νέου. Ε, αυτός ο μαλάκας που ζητεί ξεκούραση είναι μια μπάλα που την κλοτσά ο άνεμος κι όπου την πάει ανάλογα με την τύχη του, είναι το μπαλάκι της καραμπόλας, πάνω απ' όλα εκείνο που μετρά για αυτόν είναι τον εαυτό του να ικανοποιήσει, να "γεμίσει όπως λέει τις μπαταρίες του" και να γυρίσει και να αρχίζει να λέει τα δικά του. Ο καλοκαιρινός άνθρωπος είναι βαρύτερα εγωιστής από τον χειμωνιάτικο, διότι αυξάνονται τα θέλω του, τα κομφόρ και οι ξάπλες του. Έχει πάντως κι έναν τρόπο να διαλέγεται με τον εαυτό του μυστικά και να καταλαβαίνει πόσο ανάξια λόγου είναι για την εξέλιξη αυτού του κόσμου όσα ο ίδιος επιθυμεί και απολαμβάνει: είναι φυσικά η ώρα του ηλιοβασιλέματος ή της φεγγαράδας. Εκεί, μόνος ή μετά τινός, κάνει και ορισμένες απίθανες σκέψεις και φρενάρει κάπως η αγοραμανία των εμπειριών και των εντυπώσεών του. Αλλά, όπως όλα τα πράγματα είναι σχετικά, άλλα καλοκαιρινά ζωάκια ούτε κι εκεί στέκονται, συνεχίζουν μπεκροπίνοντας σε μπαρ μέχρι να καταλάβουν ότι κουρελιάζοντας το Εγώ τους χάνουν τη δύναμή τους για τη συνέχεια.

Ο καλοκαιρινός άνθρωπος είναι μια πεταμένη πεπονόφλουδα κι ένα κουκούτσι στην άμμο, μια γόπα χωμένη κάτω από πέτρα, είναι μια ψαρόβαρκα μισοσαπισμένη, ένας διαβολάκος στα ρηχά, ένα στητό βυζί και δυο αρχίδια φουσκωτά, μια φουσκωτή λέμβος, ένας μαλάκας που ψήνει μπιφτέκια και ρυπαίνει ποικιλότροπα τη φύση, ένα χαμένο κορμί, ένας κουρασμένος ξεκούραστος, ένα αγγούρι που μιλά σε γλώσσα φιλοσοφική για πρόοδο, θρησκείες, δικαιώματα, εργασία. Ένα λευκό σιδερένιο μπαλάκι που στην καραμπόλα του καιρού θα πεταχτεί έξω από το πεδίο του παιχνιδιού και θα δει τη ζωή σκληρότερα. Ένας τιποτένιος ηδονοθήρας που ταιριάζει γάντι στην εποχή του τίποτα, δηλ. στο καλοκαίρι.

Πέτρος Χριστοφιλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: