27/11/11

Γράμμα σε έναν εξαίρετο συγγραφέα

(Τίτλος: Κειμενολαγνεία)


16-11-2011




Αξιότιμε κύριε Ευσταθιάδη,

τα κείμενά σας κάποια αόρατος χειρ αγαθοποιός, μια μοίρα καλή, μου τα σέρβιρε στο πιάτο μου - και από την πρώτη μπουκιά με αιχμαλώτισαν.

Κι όταν λέγει κανείς εδώ αιχμαλώτισαν, εννοεί:

α) το να πορεύεται πάνω στις γραμμές των κειμένων όλο πάθος και έκσταση,

β) το να εκπλήσσεται ολοένα από τον εξαίσιο τρόπο εκφοράς των σκέψεων, που όσο πιο μεθυστικός γίνεται τόσο περισσότερο υποτάσσει τον αναγνώστη να βαδίσει μέχρι το τέλος, την τελική πνοή,

γ) το να αιφνιδιάζεται από τις υπέροχες - πρωτοφανέρωτες γλωσσικές συνάψεις, που την ίδια στιγμή αναβαθμίζουν τη μορφή και απογειώνουν το περιεχόμενο, δ) το να ξεδιπλώνονται πάνω στο βελούδινο πεδίο της γλωσσικής καταγραφής στοχασμοί, διανοήματα και εξομολογήσεις, συναισθήματα που κατά θαυμαστό τρόπο ταυτίζονται με τα αντίστοιχα του δέκτη, και επομένως όχι μόνο ηδύτατα αναγνωρίζονται αλλά και με το χάδι του βλέμματος χαιρετιούνται, ως ''δικά του, οικεία και συγγενή πρώτου βαθμού'',

ε) το να υποκλίνεται μπροστά στο κείμενο-οικοδόμημα, σε αυτόν τον ναό με τα άγνωστα γι' αυτόν σύμβολα και τις σοφότατες παραπομπές, μπροστά σε καθένα γλωσσικό στολίδι, σε καθένα γλωσσικό περιδέραιο, που προκαλεί αυτόματα την πιεστική ανάγκη να ''πάρεις τους δρόμους της γραφής'', να τρέξεις σαν τρελός οδοιπόρος να βρεις τις πηγές από τις οποίες αναβλύζει αυτό το κάλλος, μουσικό, αισθητικό, πνευματικό,

στ) το να δαγκώνει μπουκιά μπουκιά το ονειρώδες έδεσμα, το να το ''τρώγει'' αργά αργά, ''παπαδιαμαντικά'', μη χάνοντας ούτε μία λέξη, καθώς και η τελευταία ακόμη συμβάλλει στη συγκρότηση αυτού του γλωσσικού θησαυρού,

ζ) το να θυμώνει με όλους τους εξωτερικούς παράγοντες που ζηλεύοντας ίσως τη μοναχική απόλαυση του δέκτη, πάντα βρίσκουν μιαν αφορμή να τον διακόψουν, να τον αποσπάσουν, να τον σύρουν στην πεζότητα της καθημερινής συνθήκης,

η) το να αισθάνεται την ανάγκη να υπογραμμίσει τα διαμάντια του κειμένου, να τα ακούσει μέσα του μία και δεύτερη και τρίτη φορά, να τα απαγγείλει με ενθουσιασμό σε όποιον τρίτον βρεθεί στο περιβάλλον της κειμενικής ηδονής του,

θ) το να πεισμώνει τεχνητά επιχειρώντας έστω μία φορά να εντοπίσει κάποιο ''λάθος'', μια στρεβλή εκτίμηση, μια λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας - και λανθασμένη υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος ως ''ειδικός'' μπορεί να απορρίψει με τεκμήρια την εκφερόμενη αντίληψη (και προς απογοήτευσή του, να μη βρίσκει κανένα αδύναμο σημείο, το κείμενο να είναι ''δεμένο'' τόσο καλά και τόσο φροντισμένα ''οχυρωμένο'' που να μην δίδει σε κανέναν πεισματάρη ή φίλαυτο ή τυχοδιώκτη αναγνώστη μια μικρή έστω λαβή για να αντιτείνει κάτι),


ι) (σε συνέχεια του προηγούμενου) το να παραδέχεται την υψηλότατη ποιότητα του κειμένου, να μην πω τελειότητα, σε βαθμό τέτοιον που να σιωπά μπρος σε κάτι που τον ξεπερνά κατά πολύ, σε κάτι που του επιβάλλεται με την αλκή του, σε κάτι που τον χαυνώνει ευτυχισμένα,

κ) το να αισθάνεται από τα πρώτα του βήματα πάνω στο κείμενο ότι εδώ ''ομιλεί μια αυθεντία'', και μάλιστα με τρόπο κάθε άλλο παρά εγωπαθή, ότι εδώ υποχρεώνεται να σιωπήσει και να υποδεχτεί σαν θεία μετάληψη αυτά τα ευλογημένα λόγια με τα οποία ένας δημιουργός δεν περηφανεύεται για τίποτε, αλλά αντίθετα εκφράζει με τον πλέον ειλικρινή και πηγαίο τρόπο τη δική του ευτυχία μέσα από την αναστροφή του με συγκεκριμένα πνευματικά, οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα,

λ) το να υψώνει μέσα του τον σοφό, νοήμονα και γλωσσοπλάστη δημιουργό στη θέση ενός άγνωστου επίγειου θεού, που τον βαπτίζει στην κολυμβήθρα μιας νέας πίστης, που ως χθες ή του ήταν άγνωστη ή για άγνωστους λόγους είχε εξοβελιστεί από το πεδίο των ενδιαφερόντων του, μ) το να σκύβει πάνω από τις λέξεις και να τις φιλά, και να τις φυλάττει λες και κάποιος άνεμος δριμύς και φθονερός θα ήταν ποτέ σε θέση να χαλάσει τη διάταξή τους και να τις σκορπίσει, αποσυνθέτοντας έτσι το μελωδικό σώμα τους κ.λπ.

Η αποκορύφωση της ευτυχίας έρχεται, όπως θα ήταν φυσικό, στην τελευταία γραμμή του κειμένου. Εκεί ο δημιουργός με τη ''φόρα'' όλης του της γλωσσικής προσπάθειας έχει τη θεϊκή τύχη να εμπνέεται από κόσμους διανοητικούς ανώτατου επιπέδου, να ''ζωγραφίζει'' πάνω στο λευκό χαρτί μια παράσταση που συναιρεί, ως ο κορυφαίος πρέσβης, όλο το προϋπάρξαν κάλλος. Εκεί λοιπόν η μεγάλη υπέρβασ,η, η λαμπρή αφαίρεση, ο ταιριαστός αφορισμός, το καλύτερο ''φινάλε'', το πιο μεθυστικό φιλί του κειμένου, εκεί το όνειρο των ονείρων, εκεί ο έρωτας των ερώτων.

Κείμενα-μικροί Παρθενώνες, κείμενα-εξαίρετες ενορχηστρώσεις, κείμενα στυλιστικής επίδειξης, κείμενα γλωσσικής δεξιοτεχνίας, κείμενα ισχυρότατης πνευματικής κατάρτισης, κείμενα βαθιάς γνώσης, κείμενα διαφήμιση σαφήνειας, καθαρότητας, ήθους και γλωσσικού γούστου.

Εάν δεν ήταν κείμενα, θα ήταν αρχιτεκτονήματα που θα ζουν για πάντα, θα ήταν μελωδίες αθάνατες, θα ήταν ειδυλλιακοί τόποι της ελληνικής επικράτειας που μόνο με την όψη τους ''ανασταίνεσαι'', θα ήταν φάρμακα κατά της πεζότητας, της πλήξης, της αισθητικής υποβάθμισης και της ηθικής δυσωδίας της εποχής μας.
 
Μόνο ένας αριστοκράτης πνεύματος και ψυχής θα μπορούσε να σκαρώσει τέτοια κείμενα, θα μπορούσε τις εκλεκτές εμπειρίες και τα κάθε λογής βιώματά του να τα μετασχηματίζει σε περιεκτικότατα παρά το μικρό μέγεθός τους ''ταξίδια'' στον παράδεισο των ιδεών.
Την ώρα που διαβάζεις αυτά τα κείμενα, στέλνεις χίλια ''bravissimo'' στον δημιουργό τους, παρακαλείς τον Θεό όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο εκλεκτός δημιουργός να περιβάλλεται από την προστασία της καλής τύχης και της πνευματικής αειφορίας, ''δεν βλέπεις'' τίποτε άλλο γύρω σου, παρά τις εικόνες που ανάβει με κάθε λέξη-φλόγα, φλόγα φωτός πνευματικού.
Τέτοια κείμενα, που μόνο η λέξη κειμενολαγνεία θα τα εκπροσωπούσε κατάλληλα για να βοηθήσει τους άλλους να αντιληφθούν την ευτυχισμένη αιχμαλωσία του αναγνώστη, όταν φτάνει κανείς στην άκρη τους, δεν πρέπει να οδηγούνται σε ένα άσημο ράφι βιβλιοθήκης, αλλά μάλλον παρά τω πλευρώ του δέκτη, στο προσκεφάλι του, κάτω από το μαξιλάρι του, σταθερά μέσα στην εσωτερική τζέπη του σακακιού του, δίπλα στην ταυτότητα και στο διαβατήριο και αυτά ως πνευματική ταυτότητα και ''μουσικό κουτί'', για να ταξινομούνται οι πιστοί τους σε μιαν άλλη, εντελώς δική τους συνομοταξία φιλόμουσων.
Αυτά τα κείμενα δεν τα αγοράζεις - τα ερωτεύεσαι και ζητείς να σε συντροφεύουν διά βίου (τόσο πλατύς είναι ο κόσμος τους).
Μεταξύ δημιουργού και δέκτη η μόνη συναλλαγή είναι εκείνη που διαμείβεται μεταξύ ενός δασκάλου της ευτυχίας και ενός πρόθυμου μύστη.

Αξιότιμε κύριε Ευσταθιάδη,

σας ευχαριστώ από καρδιάς. Μου ανοίγετε δρόμους αναγνωστικής μέθεξης μακρείς, που εύχεται κανείς να είναι... ατέλειωτοι.

Κι αν εντός του εγγύς μέλλοντος έχω την τύχη να φτάσω στην άκρη τους, εσάς θα καλέσω για να χαράξετε τη νέα πορεία.


Πέτρος Χριστοφιλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: