11/6/12

Για τα 30 χρόνια του Λάκη


Αν έκανε καριέρα στο ποδόσφαιρο ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο αγαπητός σε πολύ κόσμο «Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ», θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν από εκείνους τους παίκτες που δε γίνονται ποτέ πρωταγωνιστές, καθίστανται όμως με την πολύπλευρη προσφορά τους πολύτιμοι για την ομάδα και ιδιαίτερα αγαπητοί σε προπονητή και κοινό. Και πραγματικά, ενώ στη μακρόχρονη διαδρομή του ο Λάκης δεν έγινε ποτέ πρώτο όνομα ή και σύμβολο της γενιάς του και του μουσικού είδους που κατεξοχήν αντιπροσώπευε (όπως συνέβη με τους αδελφούς Κατσιμίχα, τον Νίκο Πορτοκάλογλου, αργότερα τους Πυξ Λαξ), ωστόσο η συνολική παρουσία του αυτά τα χρόνια στη φανερή και στην αθέατη όψη της μουσικής δημιουργίας του δίνει μια πραγματικά εκλεκτή θέση στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο, συνεπώς, ότι όταν, προ ολίγων ημερών, αυτός ο δημιουργός, που ανέκαθεν απέφευγε την υπερέκθεση στα φώτα της δημοσιότητας, αποφάσισε να γιορτάσει τα 30 χρόνια του στο τραγούδι, ήταν όλοι εκεί. ΟΛΟΙ! Ήταν παρόντες επί σκηνής οι φίλοι και συνάδελφοί του, με τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά καιρούς: από τους συνοδοιπόρους του στις μουσικές διαδρομές της δεκαετίας του 1980 και στη σκηνή του «Αχ Μαρία» (Μπουλάς, Ζουγανέλης, Γιοκαρίνης) έως καλλιτέχνες για τους οποίους ο Λάκης έχει υπογράψει (χωρίς ενίοτε αυτό να είναι ευρέως γνωστό) κορυφαίες στιγμές της καριέρας τους (Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Αρλέτα, Χρήστος Δάντης). Αλλά ήταν εκεί και ο κόσμος, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία με την προσέλευσή του. Παρά την τόσο αρνητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, παρότι η εκδήλωση είχε τύχει επαρκούς μεν, αλλά όχι ιδιαίτερα μεγάλης προβολής και διαφήμισης, η Τεχνόπολη στο Γκάζι γέμισε ασφυκτικά και μεταμορφώθηκε ουσιαστικά σε μια μεγάλη συναυλιακή αρένα, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κοινού να παρακολουθεί όρθιο και επί πολλές ώρες τα επί σκηνής δρώμενα. Η σύνθεση του κοινού αποτέλεσε μια μικρή έκπληξη. Η γενιά μας των σαραντα-φεύγα και των πρώτων «-ήντα», η γενιά δηλαδή που έχει συνδεθεί με τον πλέον χαρακτηριστικό ήχο του Λάκη Παπαδόπουλου από τα χρόνια του ’80, ήταν μεν παρούσα, διάσπαρτη στο πλήθος, αλλά σαφώς υποεκπροσωπήθηκε – πιθανώς πολλοί δεν έμαθαν καν για τη συναυλία, κι άλλοι τόσοι το άκουσαν μεν, ωστόσο οι συνήθεις οικογενειακές υποχρεώσεις και η ευρύτερη κόπωση των ημερών τους κράτησαν στο σπίτι. Η πλειοψηφία του πλήθους ανήκε στη ηλικιακή ομάδα από 20-30 ετών – νέα παιδιά, φρέσκα πρόσωπα, ενθαρρυμένα προφανώς και από το προσιτό (τι ευχάριστη έκπληξη!) εισιτήριο, που ακόμα κι αν δεν είχαν προλάβει να βιώσουν το μεγάλο ξεπέταγμα του Λάκη, ωστόσο γνώριζαν τα τραγούδια του και ήταν σε θέση να χειροκροτήσουν το ίδιο ζεστά τραγουδιστές με τόσο διαφορετικές διαδρομές όπως ο Δάντης και ο Παπακωνσταντίνου.   
Είχε πολλές όμορφες στιγμές η τετράωρης (!) διάρκειας συναυλία – ο Λάκης Παπαδόπουλος επέλεξε να δώσει χρόνο τριών τραγουδιών σε κάθε έναν από τους καλλιτέχνες που τον τίμησαν με την παρουσία του. Γενικότερα, και παρά την εναλλαγή περισσότερο και λιγότερο γνωστών τραγουδιών και διαφορετικών μουσικών ακουσμάτων, ήταν διάχυτη η ποιότητα στη ροή της βραδιάς, που την επηρέασαν καθοριστικά ο ίδιος ο Λάκης με το τόσο ξεχωριστό του στυλ και χιούμορ και οι εξαιρετικοί μουσικοί και τεχνικοί που εξασφάλισαν τον άρτιο ήχο της εκδήλωσης – κάτι που, δυστυχώς, δεν είναι πάντα αυτονόητο σε τέτοιου τύπου εκδηλώσεις. Δεν πέρασαν απαρατήρητα, μεταξύ άλλων, το αστείρευτο κέφι της παλιοπαρέας του «Αχ Μαρία», η ώριμη ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον θρυλικό «Κουρσάρο», η ζωντάνια και το σχεδόν αναλλοίωτο “look” (έστω και με κάπως «σπασμένη» φωνή) της μισοξεχασμένης Ελένης Δήμου, η φωνητική αριστεία της τραγουδίστριας των «Μπλε», το τρελό κέφι και η ενέργεια που έφεραν επί σκηνής οι Onirama. Η συναυλία ωστόσο θα μείνει στην ιστορία όσων την είδαν για δύο στιγμές κορυφαίας συγκίνησης. Ήδη από το ξεκίνημά της αναρωτιόμουν (φαντάζομαι, όχι μόνο εγώ) σε ποιον από τους τόσους εκλεκτούς συναδέλφους του θα ανέθετε ο Λάκης το άχαρο και δύσκολο έργο της ερμηνείας του «Για να σ’εκδικηθώ», ενός από τα κορυφαία τραγούδια του, άρρηκτα συνδεδεμένου με τη φωνή του πρόσφατα εκλιπόντος Δημήτρη Μητροπάνου. Και τελικά έκανε την άριστη επιλογή: αντί οποιουδήποτε αντικαταστάτη, ο Λάκης επέλεξε να προβάλει στη γιγαντοοθόνη μια μαγνητοσκοπημένη τηλεοπτική ερμηνεία από τον ίδιο και τον αξέχαστο λαϊκό τραγουδιστή. Κι έπειτα μίλησε με τα πιο ζεστά λόγια για τον μεγάλο απόντα φίλο του, για το πώς πρώτος είχε πει το ολόθερμο «ναι» για τη συμμετοχή του στην επετειακή εκδήλωση («μη ρωτάς “αν” – πες μου μόνο πού και πότε», του είχε πει), για το πώς είχε κλείσει η συνεργασία τους στο συγκεκριμένο τραγούδι – στη συνέχεια κάλεσε το κοινό να τον συνοδεύσει σε μια ζωντανή ερμηνεία, και να τραγουδήσει δυνατά, για να μας ακούσει κι εκείνος από ψηλά… στιγμές ανατριχίλας. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κι ενώ το ολόγιομο φεγγάρι είχε κάνει την εμφάνισή του πάνω από τα σπίτια του Θησείου, ήρθε κι η δεύτερη μεγάλη στιγμή. Από τις πολλές σπουδαίες συνεργασίες του Λάκη, εκτιμώ ότι η πιο σπουδαία και ανθεκτική στο χρόνο ήταν εκείνη με την Αρλέτα στα μέσα της δεκαετίας του 1980 – το πολύπλευρο μουσικό του ταλέντο «κούμπωσε» τέλεια με την τόσο ιδιαίτερη φωνή της τραγουδίστριας του Νέου Κύματος και τα αποτελέσματα της συνεργασίας (με την καθοριστική συμβολή και της Μαριανίνας Κριεζή στον στίχο) έχουν πάρει από καιρό θέση στην ανθολογία του ελληνικού τραγουδιού. Η Αρλέτα, ως γνωστόν, πέρασε πριν από λίγα χρόνια μια σοβαρή περιπέτεια υγείας, από την οποία εξήλθε νικήτρια και δυνατή, παρά κάποια μικρά σημάδια που της έχει αφήσει η ταλαιπωρία στην κίνηση και στη φωνή. Με περισσή ρώμη σώματος και ψυχής, λοιπόν, η Αρλέτα ανέβηκε στη σκηνή της Τεχνόπολης, χαιρέτισε με μπρίο και χιούμορ τον τιμώμενο και το κοινό κι έπειτα μας ταξίδεψε με την κιθάρα της στη «Σερενάτα» (κατά την άποψή μου, το απόλυτο χαμηλόφωνο αριστούργημα του νεοελληνικού τραγουδιού), στο θρυλικό «Τσάι Γιασεμιού» προς τον αιώνιο κακομαθημένο γκόμενο, στα υποβλητικά «Ήσυχα βράδια». Δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια η αποθέωση που γνώρισε η Αρλέτα αποχωρώντας από τη σκηνή…
Η νύχτα ήταν πια περασμένη… το μουσικό ταξίδι είχε κρατήσει προσηλωμένο το σύνολο σχεδόν του κοινού, παρότι είχε περάσει προ πολλού η ώρα του τελευταίου μετρό από τον Κεραμεικό. Λίγο πριν το τέλος, στη σκηνή ανέβηκαν ο εξαιρετικός Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που ετοιμάζει τη δική του μεγάλη βραδιά για τον Ιούλιο, και ο Μπάμπης Στόκας, μαζί με τον οποίο ο Λάκης θυμήθηκε τον εκλιπόντα φίλο και συνοδοιπόρο Μάνο Ξυδού. Και για το τέλος, με όλη την παρέα αγκαλιασμένη επί σκηνής, και πάλι τα «Ήσυχα βράδια».
«Τα ήσυχα βράδια
η Αθήνα θ' ανάβει
σαν μεγάλο καράβι
που θα 'σαι μέσα κι εσύ»
Το φεγγάρι ανέβαινε πια ψηλά στον αθηναϊκό ουρανό. Το μαγεμένο πλήθος αργά αλλά σταθερά κατευθυνόταν προς την Πειραιώς, με τους ταξιτζήδες να μαζεύονται σαν κίτρινο μελίσσι, περιχαρείς για το αναπάντεχο κελεπούρι. Οι εικόνες οι ορατές της κρίσης και της παρακμής δεν απείχαν παρά λίγες εκατοντάδες μέτρα, μαζί με τις άλλες, τις αθέατες και βασανιστικές, που όλοι λίγο ή πολύ βιώνουμε τα τελευταία 2-3 χρόνια. Για μια βραδιά, όμως, μια χούφτα άνθρωποι με κέφι και μεράκι είχαν κερδίσει το δικό τους στοίχημα. Κάποτε ήταν κάτι σα νόρμα σε αυτήν την πόλη. Τώρα συμβαίνει ακόμα, συχνότερα από όσο φανταζόμαστε, και πάλι όμως μοιάζει ολοένα και περισσότερο με την εξαίρεση. Με μια αναλαμπή ζωής σε μια πόλη που αργοπεθαίνει. Μοναχική, κι όμως πολύτιμη. Σαν «τραγούδι της ερήμου»…
Χ.Α.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Κείμενο βγαλμένο με φυσικότητα από το υπόγειο της ευαισθησίας του συντάκτη. Εντυπωσιάζει όχι μόνο η ακριβής παρουσίαση των πεπραγμένων της βραδιάς αλλά και η σύνδεσή τους με πράξεις και πρόσωπα του παρελθόντος, δηλ. με το κείμενο θα'λεγε κανείς ότι σχηματίζεται μια ωραία μουσική γέφυρα, σαν πλωτή εξέδρα δεμένη με στιγμές χαμένες στον ορίζοντα.
Εύγε!

Π. Χριστοφιλίδης