13/6/12

Ασκληπιείο Βούλας

13.6.2012

Ω πόδια ταλαιπωρημένα, κακοπαθημένα, γυμνά και έκθετα, πόδια που οδοιπορήσατε στους μεγάλους δρόμους, τους κακοτράχαλους, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, στις θύελλες και στις νεροποντές, που σας έγδαρε η πέτρα και σας έκαψε ο ήλιος, πόδια που λουστήκατε μέσα σε δροσερό θαλασσινό νερό καθρεφτιζόμενα την ώρα της ηλιόλουστης ομορφιάς, πόδια ξεκάλτσωτα ή μπανταρισμένα, φυλακισμένα μέσα στο γύψο, αδύναμα ή στραβοκάνικα, οκνά και πλαδαρά, ραγισμένα, ρυτιδωμένα, σπασμένα με τον πέλεκυ του χρόνου, με δέρμα ξεφλουδισμένο και με αίμα ζωγραφιστό, πόδια που πατήσατε την αγαπημένη χώρα, στη φωτιά κάθε ανάγκης, στο όνομα του χρέους, που ταξιδέψατε μερόνυχτα σε πολιτείες της ξενιτιάς, πόδια όρθια τη στιγμή του καθήκοντος, με τα κόκκαλά σας στυλοβάτες μέσα στο κάμα και στην παγωνιά, πόδια που τρέξατε μια ζωή ολάκερη με ταχύτητα φωτός και με τη φόρα της αγάπης, ω, πόδια σεις τόσων ανωνύμων, στοιβαγμένων στους άχρωμους διαδρόμους, πόδια της μακρόσυρτης λιτανείας μπρος στον ναό της επιστήμης, πόδια που σέρνεστε, που έρπετε συλλαβιστά, που διαλαλείτε τον πόνο σας, την περήφανη σιωπή σας, πόδια των γραιών καρφωμένα στο τσιμέντο ή στο μωσαϊκό, εγκλωβισμένα στο τετράγωνο του Π και στις μικρές προσεκτικές διαδρομές τους,




πόδια που χαμηλώνετε πια μπρος στο θαύμα της κάθε μέρας ζυγίζοντας το βάρος σας και κάνοντας το χορευτικό σας, διαγράφοντας επαναλαμβανόμενα τις γραμμές της κίνησης, ορθόδοξες και ανορθόδοξες, σπαστές, κερματισμένες, φτύνοντας από το απόθεμα των δυνάμεων βήμα βήμα κάθε κέρμα ικμάδας, που όλο ανωρωτιέστε πού θα σας οδηγήσουν τελικά αυτά τα δειλά βήματά σας, σε ποια νέα χοάνη των ανθρώπων, ποιο χωνευτήρι υγιών και ασθενών, πληγμένων και παραστατών τους, ω, πόδια προορισμένα να κοντύνετε στον χρόνο, να στενέψετε τον κύκλο σας, να μετράτε διπλά την ελπίδα, την ώρα του λυτρωμού που θα ξεκουκουλωθείτε και αργά αργά θα βγάλετε το κεφαλάκι σας στην ορμή του έξω κόσμου, πάνω από γούβες και σκάμματα, εμπόδια κάθε λογής, μηχανές και μεταλλικούς φράχτες, πόδια που θα ζητήσετε το μονοπάτι να φτάσετε πάλι στο καθαρό νερό της ακτής, που θα ζητήσετε τη σιγαλιά του ίσκιου, που θα ζητήσετε να κοιταχτείτε πολλές φορές για να πάρετε δύναμη συνέχειας, πόδια μεσήλικα και υπερήλικα, εσείς είστε ο κριτής κάθε δραστηριότητας, ο οριοθέτης των ζωικών εμπειριών και της εμβέλειας της παρουσίας, πόδια μεμπτά και άψογα, κιτρινισμένα σαν παλιές φυλλάδες, ντελικάτα και καλοσχηματισμένα, πόδια που τα λαχταράς και τα λιμπίζεσαι, αλλά και τόσο αδιάφορα μέσα σε εκατοντάδες άλλα ασθενικά πόδια, που περιμένετε την ίαση, τη στιγμή της συγκόλλησης της ψυχής με τα κάτω άκρα που κατοικείτε, πόδια νωθρά και αγέλαστα, φθαρμένα και στον προθάλαμο του αποχαιρετισμού, λέω για σας πόδια πάνω στο καρότσι ή στο φορείο, πόδια τεμαχισμένα που έχετε πάρει την έκφραση του προσώπου, της θλίψης μπρος στη δοκιμασία που ανοίγεται μπροστά σας, και ποιος μπορεί στ' αλήθεια να προβλέψει τον ρου των πραγμάτων, σε ποιες σκοτεινές αίθουσες θα σας κρύψουν, σε ποιο μουσείο ημιθανών υπάρξεων, σκεπασμένα με τυχάρπαστα καλύμματα, άραγε για να μην φαίνεται η λιωμένη σας θέληση, την ώρα που έξω αρχίζει να σκοτεινιάζει και τα πεύκα σείονται ελαφρά, σπρωγμένα από τις δυνάμεις του καιρού, της γης κάτω από τα πόδια όλων μας, πόδια ανάμεικτα με χαρά και πόνο, πόδια βερνικωμένα, λουστραρισμένα, εγκαταλελειμμένα, πόδια σπασμένα από κούκλα παιδική, πόδια μιας καρέκλας χωρίς ράχη, πόδια αποσυναρμολογημένα, πόδια αφημένα στον κάδο των σκουπιδιών, πόδια στα αζήτητα της δίνης του χρόνου, πόδια που πιο πολύ τη μοναξιά σας κραυγάζετε και πώς αναπάντεχα ο άνθρωπος απεκδύεται την αυτάρκειά του, την αυτοδυναμία του, τα δυο του πόδια, αυτό το αιώνιο εισιτήριο της ζωής, που σκαρφαλώνουν στα όρη και στα βράχια, που χοροπηδούν πάνω στις πίστες και στα σανίδια, που αναπολούν την φευγάτη νιότη, που περιπολούν κρεμασμένα από βεράντες και μπαλκόνια, μέσα σε παντόφλες αποχρωματισμένες, λαϊκές, αποκαρδιωτικές, με ξεπλυμένα σύμβολα, με πνιγμένους αετούς, πόδια που δίνετε πάντα το σύνθημα και κυνηγάτε τη ροπή του ανέμου, που λακτίζετε την μπάλα σε γήπεδα και αλάνες ή δείχνετε σε οξεία γωνία μέσα στα αναρρωτήρια τον ουρανό. Πόδια τρυφερά και τριχωτά, πόδια ξυρισμένα και λαμποκοπούντα, είθε να γεμίσετε και πάλι αμάξια και πεζοδρόμια, πλατείες και πεζούλες, να οργώσετε τα καλοκαίρια και να προβάλλετε κατακόρυφα έξω από το νερό. Πόδια, τη μοίρα σας μαντεύω και τις χαμένες προσδοκίες σας, καθώς κυκλογυρίζει ο αστράγαλος, ξεμουδιάζει το μετατάρσιο, τινάσσεται η κνήμη κι η περόνη, προπονείται το γόνατο, πέφτει το αίμα σαν καταρράκτης από τις φλέβες και επιστρέφει σαν τον Οδυσσέα στην πατρίδα του.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: